Το σκαντζοχοιράκι & ο Έκτωρ

Το σκαντζοχοιράκι

ovi_greece_0119_003nΚαναδυό φορές το χρόνο, ερχόταν από το χωριό η γιαγιά μου η βλάχα, να μας δει και μια φορά έτυχε να είναι καλοκαίρι. Πηγαίναμε μεγάλες βόλτες με τη γιαγιά μου και μου μάθαινε τα χόρτα και τα ζούδια.

Καμμιά φορά χτίζαμε και σπιτάκια από πέτρες, αυτή η γιαγιά ήταν πολύ ανθεκτική στο περπάτημα και υπομονετική στις ερωτήσεις μου που οι μεγάλοι τις βρίσκανε παράξενες, και μια φορά συναντήσαμε μια γκριζωπή αγκαθωτή μπαλίτσα και όρμησα να την πιάσω αλλά η γιαγιά με πρόλαβε και την σήκωσε με τέχνη κι η μπάλα άνοιξε εμφανίζοντας μέσα της ένα ροζουλί πλασματάκι και ρώτησα «τι είναι αυτό γιαγιά;»
και μου απάντησε «ένας μικρός σκαντζόχοιρος»

Και ξαναρώτησα «τι τρώει γιαγιά;»
«του αρέσουν τα σταφύλια» μου είπε και τον πήραμε σπίτι και τον βάλαμε σε ένα μεγάλο μπρούτζινο ταψί κάτω από το ψυγείο μαζί με μπόλικες ρόγες σταφυλιού, από τα σταφύλια που μας είχε φέρει από το χωριό μέσα σε ένα καλάθι με πανί ραμμένο από πάνω του, αλλά την άλλη μέρα που πήγα να χαιρετήσω το σκαντζοχοιράκι δεν το βρήκα στη θέση του, το είχε στείλει η μάνα μου να βρει τη μαμά του που σίγουρα θα είχε ανησυχήσει από την απουσία του.

Έτσι κάνουν όλες οι μαμάδες: ανησυχούν.

——————–

Ο Έκτωρ

Ο Έκτωρ, πριν τον βαφτίσω έτσι, ήταν ένα ψοφόσκυλο που τριγύρναγε στα χωράφια της Φραγκόκκλησας και μετριούνταν τα πλευρά του από την αδυναμία και το μαδημένο του τρίχωμα τον έκανε να μοιάζει με ψωριάρη.

Παρακάλεσα την Αρετή να τον υιοθετήσουμε, να του ρίχνει τίποτα αποφάγια δηλαδή για να στανιάρει. Έτσι κι έγινε και πολύ διακριτικά μάλιστα, μη το πάρουν μυρωδιά οι μεγάλοι, ιδίως η μάνα μου, που, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, μισούσε τα σκυλιά.

Ο Έκτωρ λοιπόν, άρχισε να καλοπερνάει με την τροφοδοσία της Αρετής και τα κρυφά χάδια που του χάριζα μόλις έβρισκα ευκαιρία, μέχρι που μας έκανε τη λαχτάρα και.. γέννησε! Μάλιστα. Ο Έκτωρ προέκυψε …Εκτορίνα!

Το δυστύχημα είναι ότι το πήρε χαμπάρι ο σπιτονοικοκύρης κι έρριξε τα εφτά κουτάβια σε ένα βαρέλι με νερό και τά ‘πνιξε. Η Εκτορίνα δυστυχισμένη έκλαιγε χωμένη σε ένα παραδιπλανό βαρέλι, έκλαιγα και ‘γώ, έκλαιγε κι η Αρετή. Τα κουτάβια τα θάψαμε στο νεκροταφείο των πουλιών, εκεί που θάβαμε τα ψόφια πουλάκια, στη συστάδα των κυπαρισσιών. Οι γονείς δεν πήρανε χαμπάρι από όλη αυτή την ιστορία, ήμουν σίγουρη γι αυτό τότε, αλλά σήμερα που το ξανασκέφτομαι διατηρώ αμφιβολίες. Ίσως δεν θέλησαν να ανακατευτούν, μια και όταν θα το έμαθαν το συμβάν θα ήταν λήξαν.

Μαρίνα Ροδιά

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s