Να φοβάσαι αυτούς που φοβούνται τη μοναξιά τους

Φέτος με το άνοιγμα των σχολείων πέσαμε με τα μούτρα (εγώ έπεσα δηλαδή) στη μελέτη των εξωσχολικών δραστηριοτήτων. Για να …απασχολούμαστε το χειμώνα που νυχτώνει νωρίς και κάνει κρύο και βρέχει και τέλος πάντων κλεινόμαστε περισσότερο μέσα. Η αυλή μας ρημάζει κάθε αρχές Οκτώβρη από τους αέρηδες και τη μία έστω μεγάλη βροχή που θα ρίξει, κι όσο κι αν πρέπει κι αν θέλω δε βγαίνω να τη συμμορφώσω. Μόνο τα πολύ βασικά. Αφού δεν καθόμαστε έξω πια. Δεν προλαβαίνουμε, κάνει και λίγο ρεύμα, το όλο πράγμα είναι κάπως. Μέχρι την άνοιξη.

Και το κλείσιμο μέσα φέρνει βαρεμάρα και γκρίνια που καταλήγει σε ηλίθιους καβγάδες (με ενοχλεί, με σκουντάει, με πειράζει, με είπε χαζό, μου πήρε το λέγκο, το κράνος του ιππότη, την κάλτσα) και καταλήγουμε θυμωμένοι στα κρεβάτια μας.

ovi_greece_1018_003c.gifΕν αρχή ην η μπάλα. Μπάλα οι φίλοι, μπάλα κι εμείς. Τρεις φορές η μπάλα. Αργά το απόγευμα. Μα αν βάλεις τα μαθήματα κάθε μέρα και βάλεις και τα αγγλικά άλλες τρεις, έχεις ένα υπερπλήρες πρόγραμμα που το βγάζεις ασθμαίνοντας. Συν τα διάφορα άλλα προβλήματα, τα λειτουργικά. Όπως το ότι αργά το απόγευμα μπάλα μέσα στο κρύο, ιδρώτας και μέχρι τις 9 το βράδι να έχεις γυρίσει να κάνεις μπάνιο, να φας, να χαλαρώσεις (μπα) πάει 10. Και κάθε σαββατοκύριακο αγώνες μια εδώ και μια εκεί. Δηλαδή πάνε και τα Σαββατοκύριακα.

Το κάναμε περίπου δυο εβδομάδες. Ύστερα τους σταμάτησα. Υπήρχε κάτι που δε μου άρεσε σε όλο αυτό, αλλά δεν ήξερα τι. Από τη μια ήταν ευχάριστο το ότι απλώς έτρεχα από το ένα στο άλλο και η ώρα περνούσε χωρίς να χρειάζεται να σκεφτώ τρόπους να γεμίσουμε τη μέρα μας. Από την άλλη ήταν αυτό το κάτι που δε μου άρεσε και το ανακάλυψα όταν μπήκε η τρίτη εβδομάδα και παραλείψαμε τη μπάλα:

Βγήκαμε βόλτα με τα ποδήλατα μέχρι να νυχτώσει.

Και την επόμενη βρήκαμε κάτι φίλους στο δρόμο και καθήσαμε στην πλατεία της γειτονιάς όλο το απόγευμα.

Και τη μεθεπόμενη μας φώναξαν κάτι άλλοι φίλοι να δούμε το καινούργιο τους σπίτι.

Και μετά ξαναβγήκαμε με τα ποδήλατα.

Κι ένα απόγευμα το περάσαμε παίζοντας παιχνίδια στον υπολογιστή και κάνοντας κόντρες.

Κι ένα άλλο φτιάξαμε ένα παζλ που είχαμε αφήσει μισοτελειωμένο από το καλοκαίρι.

Κι ένα άλλο φτιάξαμε κουλουράκια και τα φάγαμε όλα βουτηγμένα σε ζεστό κακάο.

Κι ύστερα σκεφτήκαμε ότι θα ήταν πολύ ωραία αν είχαμε ένα μικρό μικρούτσικο γατάκι να μας χαλάει το φιδάκι όταν ρίχνουμε τα ζάρια και το πήραμε.

Και μετά τα παιδιά ζήτησαν να μείνουμε σπίτι μια Κυριακή, να παραγγείλουμε πίτσα και να δούμε πέντε ολόκληρα επεισόδια από τους κυνηγούς τρολ. Κι ας είχε ωραία μέρα έξω.

Και μετά περάσαμε ένα δύωρο στο γειτονικό βιβλιοπωλείο διαλέγοντας βιβλία για να διαβάζουμε τα βράδια.

Και γυρίζουμε τα απογεύματα σε όλα τα πάρκα της γειτονιάς, όχι μόνο σε αυτό που είναι σχεδόν απέναντι από το σπίτι γιατί δεν προλαβαίνουμε κάτι άλλο.

Κι αυτό, όταν θέλουμε.

Κι όταν δε θέλουμε δεν κάνουμε τίποτα.

Και περνούσαμε/περνάμε πολύ καλύτερα.

Η βαρεμάρα δε μας τρομάζει πια. Ούτε το “να μην έχουμε τίποτα να κάνουμε”.

Όταν δεν έχεις τίποτα να κάνεις και κανένα ρολόι να κοιτάξεις, βρίσκεις ένα σωρό άλλα πράγματα να κάνεις που διαφορετικά δε θα τα έκανες.

Το παιδί κάθεται στο κρεβάτι του και κοιτάει το ταβάνι και δεν αναρωτιέσαι αν είναι άρρωστο. Σκέφτεται σου λέει αν θα μπορούσε να φτιάξει μια μπουλντόζα με ρολά από χαρτί και καλαμάκια.

Και την έφτιαξε!

Αφήστε τα παιδιά να βαρεθούν, συστήνουν οι παιδοψυχολόγοι. Να βαρεθούν, για να βρουν τρόπους να παίξουν.

Ο κόσμος δεν είναι όπως ήταν κάποτε κι ίσως και το κάποτε το θυμόμαστε κάπως επειδή ο άνθρωπος όσο ξεμακραίνει από το παρελθόν του το φιλτράρει και κρατάει μόνο τις καλές στιγμές.

Ίσως και κάποτε ο κόσμος να ήταν το ίδιο επικίνδυνος και σκατένιος όπως σήμερα, το ίδιο όμορφος και αλλοπρόσαλλος, απλά με διαφορετικό τρόπο.

Όμως σίγουρα κι εγώ δε θυμάμαι καμία από τις δραστηριότητες που έκανα παιδί, όπως δε θυμάμαι να περιγράψω την τάξη των αγγλικών ή το μάθημα μουσικής. Κι ας ήταν ευχάριστα πράγματα.

Αλλά θυμάμαι τα απογεύματα που περνούσα στο πάρκο της γειτονιάς παίζοντας κρυφτό και κυνηγητό γύρω από έναν γέρικο πλάτανο που υπάρχει ακόμα, όπως θυμάμαι και το βόλεϊ γιατί ήταν το μόνο που πραγματικά αγαπούσα να κάνω.

Είναι μια περίεργη και δύσκολη για τα σημερινά δεδομένα απόφαση το να μην κάνεις τίποτα. Για λίγο όμως, μόνο. Μετά καταλαβαίνεις την τεράστια διαφορά, με πρώτη και καλύτερη την ηρεμία.

Κι ύστερα την ελευθερία να επιλέξεις εσύ ο ίδιος το τι θα κάνεις και πότε και πώς και για πόσο.

Αν το καλοσκεφτείς είναι η πολυτέλεια της εποχής μας.

Να μη φοβάσαι να μην κάνεις τίποτα.

Να μη φοβάσαι να μείνεις μόνος με τη μοναξιά σου.

Να μη φοβάσαι τις σκέψεις σου όταν ξεχύνονται ελεύθερες μες το μυαλό σου.

Να μη φοβάσαι να αφήνεσαι.

Φέτος δε θα κάνουμε τίποτα. Και θα κάνουμε τόσα, μα τόσα πολλά.

 

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Να φοβάσαι αυτούς που φοβούνται τη μοναξιά τους

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s