Οι πράξεις μετράνε

Έτσι του είπε, «οι πράξεις μετράνε», κι αυτός πίστευε το ίδιο, για τούτο κι έκανε την υπέρτατη πράξη, πήγε και τη συνάντησε και της μίλησε για την κόρη της και πόσο την αγαπάει και πόσο πονά που χωρίσανε και πως τώρα -άραγε να βρίσκεται στο «και πέντε»;- βλέπει επιτέλους τη σχέση τους σοβαρά… Κι αυτή η γριούλα του είπε «οι πράξεις μετράνε», ενώ λίγο νωρίτερα του είχε πει πως δεν της αρέσει να ανακατεύεται στις σχέσεις των άλλων και πως σκεφτόταν να μην αναφέρει την επίσκεψή του στην κόρη της, οπότε, η πράξη του, αυτή η πράξη που χρειάστηκε όλο του το κουράγιο για να γίνει, θα έμενε άγνωστη, θα σβηνόταν, θα πήγαινε άπατη, ούτε καν θα αναφερόταν.

Έφυγε απελπισμένος, μετά από μια παρατεταμένη χειραψία, όπου το παγωμένο του χέρι με τα δάχτυλα τεντωμένα, ξερό σχεδόν, είχε μείνει ανάμεσα στα παχουλά και ζεστά χέρια της γριούλας που προσπαθούσε κάτι να του πει, ασυναρτησίες μάλλον ή προσπάθεια να τον παρηγορήσει για το χωρισμό του με την κόρη της, ενόσω προσπαθούσε ταυτόχρονα να συλλάβει το βλέμμα του που έπαιζε αριστερά-δεξιά κρύβοντας τη σκέψη του που όμως τελικά δεν άντεξε και εκφράστηκε «δεν καταλαβαίνω πραγματικά γιατί ήρθα εδώ».

Εκείνη του είπε «το σπίτι μου είναι ανοιχτό, να έρχεσαι όποτε θέλεις παιδί μου, και με την κόρη μου ή και χωρίς αυτήν», αυτός άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα, εκείνη έκλεισε την εξώπορτα και γύρισε στον καναπέ της φέρνοντας στο νου το τελευταίο δεκάλεπτο που είχε ενσκήψει στη ζωή της.

Πρώτα ακούστηκε το κουδούνι της κάτω πόρτας.
–Ποιος είναι; ρώτησε.
–Ο Χρήστος, ο φίλος της κόρης σας, της Εβελίνας.
–Έλα παιδί μου, στο τέταρτο, απάντησε ενώ σκεφτόταν το χάλι ακαταστασίας που βρισκόταν το σπίτι, ακόμα και η μπουγάδα βρισκόταν στο χωλ, τα ρούχα στην απλώστρα λόγω κακοκαιρίας.

ovi_greece_0618_003m.gifΦορούσε τη ρόμπα της που την έκανε να μοιάζει με πολική αρκούδα, μια και είχε βραδιάσει πια κι ετοιμαζόταν να βάλει νερό για τσάι. Αυτό είπε και στον καλοφτιαγμένο νεαρό που αντίκρυσε στο άνοιγμα της πόρτας «θα πιεις ένα τσαγάκι; μόλις θα ετοίμαζα ένα γι μένα, δεν είναι κόπος» αλλά εκείνος στεκόταν μετέωρος στο άνοιγμα, αμήχανος και χαμένος.

–Ήρθα να σας πω κάτι. Μήπως είναι αργά; μήπως δεν είναι κατάλληλη στιγμή; είπε με φανερό άγχος.
–Πράγματι, όχι και τόσο κατάλληλη, το σπίτι είναι άνω-κάτω! απάντησε χαρωπά με διάθεση να σατιρίσει την ολοφάνερη ακαταστασία.
–Να φύγω τότε… να έρθω μιαν άλλη φορά…
–Όχι, όχι, πέρασε!
–Να σας το πω εδώ γρήγορα…

Εκείνη έκλεισε απαλά την πόρτα και τον οδήγησε μαλακά προς το σαλόνι. Εκείνος έψαχνε πού να σταθεί.

–Έλα, κάθησε πλάι μου, στον καναπέ.

Εκείνος κάθησε.

–Λοιπόν;.. Θέλεις να μου πεις κάτι…
–Ναι.. Θα ξέρετε πως με την Εβελίνα…
–Ναι, ξέρω πως χωρίσατε…
–Αλλά, τι να σας λέω τώρα… πόσο αγαπάω την κόρη σας… δεν αντέχεται τόσος πόνος… τώρα βλέπω το πράγμα σοβαρά… αλλά μάλλον είναι αργά… βρίσκομαι στο «και πέντε»…

Εκείνη δεν ήξερε τί να κάνει. Άρχισε να λέει ασυναρτησίες, παλιές εμπειρίες, είπε ότι μπορεί να νοιώσει τον πόνο του, ότι η ζωή δεν τελειώνει με ένα χωρισμό, και άλλα τετριμμένα παρόμοια, αφού πρώτα το είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν της αρέσει να ανακατεύεται στις σχέσεις των άλλων, ενώ μέσα της συμπλήρωνε «ακόμα και της κόρης μου, ιδίως της κόρης μου». Σκέφτηκε να το ξεκόψει από την αρχή, πως δε γινόταν να μεσολαβήσει να τα ξαναφτιάξουν και αν τυχόν είχε τέτοια σκέψη ο νεαρός να την έβγαζε από το κεφάλι του. Εκεί απάνω ξεφούρνισε και τη φράση «οι άνθρωποι συνηθίζουν να λένε λόγια, αλλά οι πράξεις μετράνε».

Προσπαθούσε να σπάσει τον πάγο με γενικόλογα, αλλά ο πάγος δεν έσπαγε. Του ζήτησε να της μεταφράσει τί έγραφε ένα φακελλάκι από αυτά που δίνουν στο αεροπλάνο και «προσπαθείτε να τσεκάρετε τα αγγλικά μου;» τη ρώτησε. «Πόση ανασφάλεια!» σκέφτηκε εκείνη χωρίς να απαντήσει ότι δεν ήξερε γρυ αγγλικά κι ότι θα παιδευόταν πολύ να διαβάσει τα ψιλά γραμματάκια με το μεγεθυνικό φακό και να ψάχνει μετά στο λεξικό, όπου και να μην υπήρχαν οι σχετικές λέξεις.

Εκείνος σηκώθηκε «άργησα, έτσι; ήρθα στο «και πέντε…» λέγοντας και προχώρησε προς την πόρτα.

Εκείνη δεν ήξερε τί να απαντήσει σχετικά με το «και πέντε» και συνέχισε να τον παρηγορεί με ασυναρτησίες. Μεταξύ άλλων, του είπε για τον άνθρωπο που έχει μέσα του και τα καλά και τα κακά στοιχεία κι ότι άμα ενισχύουμε τα καλά του στοιχεία του δίνουμε δύναμη να καταπολεμά τα άσχημα… κι άλλα τέτοια να του λέει χωρίς να κααταλαβαίνει το λόγο που τα έλεγε.

–Μήπως θέλεις να μείνει μεταξύ μας η συζήτηση; να μη μιλήσω στην Εβελίνα για την επίσκεψή σου; τον ρώτησε.
–Να μη μιλήσετε… δεν ξέρω… να μη μιλήσετε… απάντησε και «Ευχαριστώ που με δεχτήκατε» της είπε μόλις άνοιξε την πόρτα. Δεν καταλαβαίνω γιατί ήρθα. Πραγματικά.
–Το σπίτι μου είναι ανοιχτό, παιδί μου, και με και χωρίς την κόρη μου, του απάντησε κοιτάζοντάς τον που κατέβαινε τη σκάλα…

Μπήκε και ξανακάθησε στον καναπέ της συλλογισμένη. Να μιλήσει ή να μη μιλήσει; Σίγουρα όχι τώρα, βραδιάτικα. Σίγουρα όχι από το τηλέφωνο. Ήθελε να προστατέψει την κόρη της και ο καλύτερος τρόπος ήταν να γνωρίζει η κόρη της τί ακριβώς είχε συμβεί. Θα της τα έλεγε με το Νι και με το Σίγμα, αύριο-μεθαύριο που θα φρόντιζε να τη συναντήσει. Για τούτο, έπιασε χαρτί και μολύβι κι άρχισε να γράφει μη τυχόν και ξεχάσει τίποτε…

 

Μαρίνα Ροδιά

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s