Στο θάνατο δεν απαντάς, απλά σωπαίνεις

Πριν κάποιο καιρό διάβασα σε ανάρτηση διαδικτυακού φίλου από τις ΗΠΑ πως συνάδελφος στη δουλειά – σε κάποιο εργοστάσιο – ένα πρωί φαινόταν πολύ πεσμένος ψυχολογικά. Τον ρώτησαν αν του συμβαίνει κάτι κι εκείνος απάντησε πως «σήμερα είναι μια από αυτές τις μέρες που λες καλύτερα να έμενα σπίτι. Έχω φοβερό άγχος, το αυτοκίνητό μου χάλασε, της γυναίκας μου το ίδιο, από τη σκεπή μπαίνουν νερά στο σπίτι. Δεν ξέρω πώς να τα βγάλω πέρα. Δεν είμαι και πολύ στα καλά μου». Λίγη ώρα αργότερα και πάνω στη δουλειά ο άνθρωπος κατέρρευσε. Μέχρι να πάνε κοντά του ήταν ήδη νεκρός από ανακοπή.

Αυτό στην άλλη άκρη του κόσμου. Κι εδώ, δίπλα μας, στο σχολείο μας, δυο μέρες μόλις μετά τα γενέθλιά του, νεότατος πατέρας έφυγε από τη ζωή στον ύπνο του. Προσωπικά δεν τον γνώριζα πολύ καλά, όμως αν υπήρχε άνθρωπος που θα μπορούσε να ζήσει για πάντα από το γέλιο που σκόρπιζε, θα ήταν αυτός. Αλλά δεν ήταν. Δεν έζησε αρκετά ούτε για να δει το παιδί του να πηγαίνει στην πρώτη δημοτικού. Ακόμα και στο πιο πλατύ χαμόγελο μπορεί να κρύβεται ο μεγαλύτερος πόνος.

Στη Ρωσία τις αρχές του ’90 «εξαφανίστηκαν» δέκα ολόκληρα εκατομμύρια Ρώσοι. Όπως αποδείχτηκε λίγο αργότερα, αυτοί οι άνθρωποι, όλοι άντρες στην παραγωγική τους ηλικία, είχαν απλά …πεθάνει.

Καθώς η οικονομία κατέρρεε, οι οικογένειες πεινούσαν, λεηλατούσαν τα δάση για τις ρίζες (σας θυμίζει κάτι;) προκειμένου να μην πεθάνουν της πείνας. Αλλά εκτός από αυτό, δεν είχαν τίποτε άλλο να κάνουν. Η ατέλειωτη, ασταμάτητη πλήξη, το γεγονός ότι δεν είχαν ούτε πού να πάνε ούτε τι να κάνουν, το ότι δεν υπήρχε πια κανένας λόγος ουσιαστικά να ζήσουν, τους οδήγησε πολύ απλά (και πολύ γρήγορα) στο θάνατο.

Όταν κάποια στιγμή τα πιστοποιητικά θανάτων και λοιπά στοιχεία ήρθαν στο φως, τα νούμερα ήταν συγκλονιστικά. Εκατομμύρια άνδρες, όλοι στις πιο παραγωγικές ηλικίες, μεταξύ 25-39 ετών. Νεκροί. Συχνότατο αίτιο ήταν η ανακοπή καρδιάς.

ovi_greece_0418_003cΤώρα, και στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια ακούμε πολύ συχνά για ανακοπές καρδιάς στους άντρες κοντά στα 35-40. Τόσο συχνά που κοντεύουμε να το συνηθίσουμε και δεν το ακούμε πια με την ίδια έκπληξη (ή και φόβο). Όμως η ανακοπή καρδιάς σε αυτές τις ηλικίες είναι κάτι το εξαιρετικά απίθανο να συμβεί αν φυσικά δεν υπάρχουν άλλα προβλήματα υγείας. (Εκτός φυσικά αν συντρέχουν πολύ σοβαροί λόγοι: Τεράστια επίπεδα ψυχικής κόπωσης, απίστευτο στρες.)

Καμιά καρδιά δεν αποφασίζει να πάψει να χτυπά γιατί …έτσι.

Κι αν αναρωτιέται κανείς αν υπογείως δουλεύουν εναντίον της προβλήματα υγείας που δε φαίνονται, τότε δεν είναι και τόσο δύσκολο να βρεθεί μια πρώτη απάντηση: Κακή διατροφή, έλλειψη ύπνου, κάπνισμα, θλίψη, οργή. Ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα υγείας που να το ξέρεις, αυτό είναι εύκολο να δημιουργηθεί όταν η καθημερινότητά σου είναι γεμάτη από όλα τα παραπάνω.

Απελπισμένοι λοιπόν, άχρηστοι, άεργοι, εκείνοι οι άντρες περνούσαν ολόκληρες μέρες και νύχτες πίνοντας, για να πολεμήσουν την κατάρρευσή τους. Ή να την ξεχάσουν. Ή να μεθύσουν τόσο που να μην τη νιώθουν πια. Δεν έχει σημασία.

Το κοινωνικό άγχος και το αλκοόλ συχνά πάνε παρέα, οδηγώντας αργά ή γρήγορα στη θλίψη, την αυτοκτονία, ή και την ανθρωποκτονία.

Το άγχος που προκαλεί όλη η αβεβαιότητα είναι το μόνο βέβαιο ότι μας σκοτώνει σιγά σιγά ή κάποια στιγμή μοιραία και μια κι έξω. Νομίζω πως δε χρειάζεται να αναλύσω το θέμα περισσότερο. Το τι σημαίνει αβεβαιότητα, το τι σημαίνει να μην ξέρεις τι σου ξημερώνει την επόμενη, κι αν όσα έχεις κάνει ως τώρα στη ζωή σου για να εξασφαλίσεις όσο μπορείς το αύριο να αναρωτιέσαι αν θα πάνε χαμένα.

Κάθε μέρα.

Όταν το μάθαμε χάσαμε τα λόγια μας.

Οι φίλοι του αμερικανού φίλου μου  – διαδικτυακά στην προκειμένη περίπτωση και με όλη τη χαριτωμενιά της πολυλογίας τους,  με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έδωσαν τα συλλυπητήριά τους. Όλοι όμως στο τέλος έγραφαν πως «πρέπει να ζεις την κάθε μέρα σου σα να είναι η τελευταία».

“Just live for today, man”.

Ένας άνθρωπος πεθαίνει από καρδιά εξαιτίας του τρομερού άγχους του να ανταπεξέλθει σε δυο χαλασμένα αυτοκίνητα και μια σκεπή, πιθανώς μεταξύ άλλων προβλημάτων που κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εκτός ίσως από τα πολύ κοντινά του πρόσωπα. Ένας άλλος στην άλλη άκρη και σε μια χώρα που έχει καταρρεύσει από καιρό, πεθαίνει στον ύπνο του.

Στον άδικο θάνατο δεν απαντάς με ένα Carpe Diem.

Κανένας συνάνθρωπός μας όπου κι αν βρίσκεται δε θα έπρεπε να πεθαίνει από το άγχος του να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες της καθημερινότητας.

Κανείς δεν πρέπει να πεθαίνει έτσι.

Κανείς δεν πρέπει να πεθαίνει για ένα χαλασμένο αμάξι που δεν μπορεί να φτιάξει. Κι ας είναι το μόνο μέσο μετακίνησής του.

Καμιά γυναίκα δε θα πρέπει να πηδάει από το μπαλκόνι της αφήνοντας πίσω τρία παιδιά.

Κανένα αμάξι και καμιά σκεπή που στάζει και κανένα χρέος και κανένας απλήρωτος λογαριασμός και καμιά επιχείρηση που έπεσε έξω δεν πρέπει να μας πεθαίνουν.

(Ούτε η έλλειψη ενός αντιβιοτικού ή ενός εμβολίου.)

Καμιά καρδιά δεν πρέπει να αποφασίζει να πάψει να χτυπά ενώ κοιμάται.

Και από όλους αυτούς τους μικρούς κι ασήμαντους θανάτους, ασήμαντους γιατί δεν έχουν κανέναν κινηματογραφικό ηρωισμό σε κανένα πεδίο μάχης, ασήμαντους τους λέω γιατί συμβαίνουν κάθε μέρα και περνάνε αμέσως στην ανυπαρξία αφήνοντας πίσω παιδιά και συντρόφους και γονείς και ανθρώπους που πρέπει κάπως να ζήσουν με το κενό της απουσίας αλλά και τις δυσκολίες της καθημερινότητας που παραμένουν, γιατί πρόκειται απλώς για ανθρώπους που πεθαίνουν για μια σκεπή που στάζει ή ένα χαλασμένο αυτοκίνητο ή χρέη στην τράπεζα, γιατί είναι θάνατοι νέων ανθρώπων από προδομένες καρδιές που καταρρέουν κι από μυαλά που μπλοκάρουν λόγω αυτού του αόρατου και ύπουλου εχθρού, του άγχους,

Δεν υπάρχει «Ζήσε την κάθε μέρα σα να είναι η τελευταία σου.»

Δεν πετάς ένα Carpe Fucking Diem.

Δεν πετάς ένα γιόλο επειδή μπορεί ξαφνικά να πεθάνεις.

Άλλωστε δε νομίζω καν πως αυτό είναι το όλο νόημα του Carpe Diem.

Ο Οράτιος δεν είχε το γιόλο στο μυαλό του.

Ούτε προφανώς κι ο Ρόμπιν Γουίλιαμς.

Για μένα που έμαθα αυτό το τραγικό και τόσο πεζό συμβάν από την άλλη άκρη του κόσμου, παρακολουθώντας μια συζήτηση που προέκυψε από σχόλια συμπάθειας και συμπαράστασης, βλέποντας το ίδιο να συμβαίνει δίπλα μου και,

Μπορώντας να κατανοήσω πολύ καλά το τι θα πει να μην μπορείς να ανταπεξέλθεις όσο σκληρά κι αν δουλεύεις και τι θα πει να μπλοκάρεις και να τα χάνεις και να τρελαίνεσαι και να φουσκώνει το στομάχι σου σα μπάλα έτοιμο να σκάσει γιατί, γιατί, γιατί είναι πάρα πολλά τα γιατί που συσσωρεύουν τις δυσκολίες μέχρι που γίνονται τείχη,

Ένα Carpe Diem είναι προσβολή.

Με πρόσβαλλε από την άλλη άκρη του κόσμου ως άνθρωπο.

Όχι, δεν πρέπει να ζεις την κάθε μέρα σα να είναι η τελευταία σου.

Δεν μπορείς να ζεις τη στιγμή σα να μην υπάρχει αύριο. Εκτός αν είσαι θεότρελος και ταμένος στη μοναξιά σου, στερώντας τον εαυτό σου από τους υπόλοιπους ανθρώπους και τους ανθρώπους από σένα γιατί,

πάντα υπάρχει αύριο και όσα κάνεις σήμερα γέρνουν τη ζυγαριά από τη μια ή την άλλη του κάθε αύριο κι επηρεάζουν κι εσένα και όσους συνδέονται άμεσα μαζί σου.

Φθηνή δικαιολογία για την όποια ανεγκέφαλη μαλακία μπορεί να θες να κάνεις.

Αυτό που ίσως πρέπει να προσπαθήσεις να καταφέρεις, είναι να μη σε νοιάζει, όχι τόσο πολύ τουλάχιστον.

Να κάνεις αυτό που μπορείς στο βαθμό που μπορείς και να μη σε νοιάζει παραπάνω από όσο πρέπει. Να μη γίνει κανένα αμάξι και κανένας λογαριασμός και καμιά τρύπα στη σκεπή και κανένα χαλασμένο ψυγείο σαράκι που σε κατατρώει λίγο λίγο.

Να μην το αφήσεις να σε σκοτώσει.

Τι στο διάολο κάνουμε όλοι μας αν δίπλα μας κάποιος υποφέρει; Τον αφήνουμε μόνο του;

ΟΧΙ.

Καμιά φορά Carpe Diem θα πει απλώς να μην  αφήσεις τίποτα να σου στερήσει τη ζωή σου και τους ανθρώπους που αγαπάς.

Όταν όλα γύρω σου μοιάζουν μάταια και μισό εκατομμύριο νέοι εγκαταλείπουν τη χώρα σε ένα χρόνο, όταν βλέπεις να δουλεύεις περισσότερο και να σου μένουν λιγότερα, όταν συνεχώς σου παίρνουν,

Carpe Diem θα πει και το να αποφασίζεις παρ’ όλα αυτά να δημιουργήσεις οικογένεια.

Να μεγαλώνεις παιδιά και να τους μαθαίνεις να αγαπούν τον άνθρωπο.

Να αγαπάς το σύντροφό σου και να μένεις μαζί του όταν τα πράγματα γίνονται άσχημα και χειρότερα.

Να μπορείς να νιώθεις χαρά με κάτι απλό και όμορφο, μια βόλτα, μια ταινία, ένα βράδυ με παρέα στο θεόστενο μπαλκόνι σου και όχι στην ταράτσα κάποιου Lounge cafe στο κέντρο της πόλης.

Να μη σκέφτεσαι τη γαμάτη ραφιέρα από ξύλο καρυδιάς για τη γωνία σου (που κάνει 120ευρώ) και να κοτσάρεις μια φτηνιάρα πλαστικιά από τη λαϊκή με 5 γιατί έτσι κι αλλιώς κάνεις τη δουλειά σου (πεζά πράγματα ρε παίδες, η ζωή καμιά φορά είναι πιο φλατ κι από μοκασίνι).

Να παίζεις με τα παιδιά σου στη διαλυμένη παιδική χαρά κι ας τα κυνηγάς για χιλιοστή φορά κι ας μην πίνεις φρέντο στο παγκάκι κι ας κυλιστούν στις λάσπες και τα χώματα.

Καμιά φορά γιόλο είναι απλώς να βγαίνεις ζωντανός από τα συντρίμμια της ζωής σου. Κι αυτό είναι υπεραρκετό.

Στον άδικο θάνατο δεν απαντάς με τίποτα. Σωπαίνεις απλά.

 

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Στο θάνατο δεν απαντάς, απλά σωπαίνεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s