Kι έπειτα ήρθαν οι κινέζοι…

Ο ωραίος Μεργκαέλ έβλεπε ένα όνειρο και ήταν τόσο συνεπαρμένος που δεν άκουσε το ξυπνητήρι να χτυπά.

Ήθελε να μείνει στο όνειρό του μέσα και να το απολαμβάνει, έτσι δεν άκουσε ούτε το κουδούνι της εξώπορτας, ούτε το τηλέφωνο που χτυπούσε δαιμονισμένα. Δεν άκουσε ούτε τον ανθοπώλη της γειτονιάς του με τη βροντερή φωνή, ούτε το τρακάρισμα που έγινε στη γωνία έξω από το σπίτι του, ούτε τον πυροβολισμό του γείτονα που αυτοκτόνησε στο διπλανό διαμέρισμα.

Ήθελε διακαώς να μένει μέσα στο όνειρό του και δεν άκουσε τη Βέρα Καλτάκα, την αγαπημένη του, που τον φώναζε υστερικά να της ανοίξει γιατί είχε ξεχάσει τα κλειδιά της.

Όλοι ανησύχησαν που ο ωραίος Μεργκαέλ δεν άνοιγε τη πόρτα του διαμερίσματός του και φαντάστηκαν τα χειρότερα. Έτσι, η Βέρα Καλτάκα πήρε ένα ταξί κι έτρεξε σπίτι της να πάρει τα κλειδιά της να ανοίξει.

Ovi_greece_0318_009kΕπέστρεψε με το ίδιο ταξί και βρήκε ένα πλήθος να τη περιμένει έξω από τη πολυκατοικία όπου κατοικούσε ο αγαπημένος της. Άνοιξε και κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο, τρέμοντας στη πιθανότητα να αντικρύσει το πτώμα του. Αντί για πτώμα όμως, είδε το Μεργκαέλ κουκουλωμένο μέχρι τα αυτιά να ροχαλίζει μακαρίως, κι έτσι βγήκε σιγοπατώντας από τη κάμαρη μη τυχόν τον ξυπνήσει.

Καθησύχασε το πλήθος των ανησυχούντων γειτόνων, έκλεισε την εξώπορτα και πήγε στη κουζίνα να σιάξει ένα τσαγάκι.

Σε λίγο «Εσύ είσαι Βέρα;» ακούστηκε η αγουροξυπημένη φωνή του Μεργκαέλ Ωγκαίο «τσάι φτιάχνεις;», η Βέρα του απάντησε «Ναι, από εκείνο που σου αρέσει, με άρωμα γιασεμί» και η μέρα συνεχίστηκε χωρίς άλλα απρόοπτα, εκτός από την άφιξη των κινέζων, που κατέφτασαν ορεξάτοι για τσάι.

Δυστυχώς, δεν υπήρχαν αρκετά φλυτζάνια και η Βέρα Καλτάκα πελάγωσε για μια στιγμή. Πώς θα τους ικανοποιούσε όλους αυτούς; Πού θα σερβίριζε το τσάι; Οι κινέζοι όμως είχαν έρθει οργανωμένοι: καθένας έβγαλε από τη τσέπη του ένα φλυτζάνι κι ένα φακελλάκι και ζήτησαν μόνο λίγο βραστό νερό.

Η αλήθεια είναι πως τον επόμενο μήνα κόπηκαν οι παροχές νερού και ηλεκτρικού στο διαμέρισμα του ωραίου Μεργκαέλ, γιατί αδυνατούσε να πληρώσει τα υπέρογκα ποσά των λογαριασμών, πράγμα που δεν τον στενοχώρησε και πολύ, αφού επιτέλους πήγε να συγκατοικήσει με την αγαπημένη του Βέρα.

Περνούσαν πολύ ωραία οι δυο τους, σαν ερωτευμένα πιτσουνάκια,
μέχρι που ήρθαν οι κινέζοι…

Μαρίνα Ροδιά

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s