Εδώ μωρή, θα λέγεσαι Μαρία

Στο ζήτημα του ρατσισμού δε γίναμε ακόμα Μισισσιπής , αλλά μαθαίνουμε γρήγορα. Όσο ήμασταν μια χώρα εξαγωγής εργατικών χεριών, με σεμνοτυφία επαιρόμασταν πως δεν είμαστε ρατσιστές.

Ovi_greece_1117_011a.gifΥπάρχει κάτι το άτοπο και δυσερμήνευτο σ’ αυτό. Πόσο ρατσιστές θα μπορούσαμε να είμαστε σ’ εκείνη τη φάση. Δηλαδή, όταν κρεμόμασταν και βάφαμε όλες τις γέφυρες της αμερικανικής επικράτειας και πλύναμε όλα τα πιάτα της αμερικανικής γαστριμαργίας, δε μας ενοχλούσε να κρεμόμαστε μαζί με αλλόθρησκους, ούτε να ξεβγάζουμε πιάτα που σαπούνιζαν μαύρες πλύστρες. Εκεί συνυπήρχαμε, στον πάτο της κοινωνικής ιεραρχίας και πιθανόν να μοιραζόμασταν αισθήματα αλληλεγγύης, όπως οι Καλύμνιοι σφουγγαράδες στο Τάρπον Σπρινγκς με τους μαύρους ψαράδες.

Επίσης, όταν στην γκασταρμπάιτερ θητεία μας καθαρίζαμε τους απόπατους των Γερμανών ή φουλάραμε τις μηχανές των εργοστασίων τους, πάλι δε μας πείραζε να το κάνουμε δίπλα σε μουσουλμάνους, χωρίς να προσβάλλεται η θρησκευτική μας «ανωτερότητα» ή να συνυπάρχουμε στη γερμανική πρέσα με Τούρκους εργάτες, χωρίς να μας έρχεται εθνικιστική φούντωση κι από τις δυο μεριές.

Βέβαια, όταν μεταναστεύαμε στον Αφρικανικό Νότο, οφείλαμε να σεβόμαστε τις παραδόσεις του τόπου που σούβλιζε τους μαύρους. Εξάλλου εκεί ούτε πιάτα πλέναμε, ούτε απόπατους. Ασχολούμασταν με διαμάντια.

Όταν γίναμε χώρα υποδοχής μεταναστών, την εποχή της δανεικής ευημερίας που τρέχαμε να μεταπηδήσουμε σε άλλη τάξη, καλοδεχτήκαμε ένα συγκεκριμένο είδος μεταναστών: Αυτούς που έκαναν τον αγρότη να νιώσει τσιφλικάς κι αυτές που ξεσκάτωναν τον παππού και τη γιαγιά, με την προϋπόθεση ότι σπάνια ζητούσαν τα μεροκάματά τους, ή δεν τα ζητούσαν καθόλου.

Ήταν η εποχή που βάζαμε στην πράξη τη λαϊκή ρήση «θα γυρίσει ο τροχός, θα γαμήσει κι ο φτωχός». Και το εννοούσαμε. Έτσι, μια μερίδα συμπατριωτών που είχε θητεύσει στο τσατσιλίκι, ασχολήθηκε με ροζ επιχειρήσεις υψηλού τζίρου και χαμηλού ρίσκου, λευκής και μαύρης σαρκός. Και παραμείναμε αντιρατσιστές, μοιράζοντας το ερωτικό μας ταμπεραμέντο με γενναιοδωρία, ανεξαρτήτως χρώματος, φυλής, θρησκείας και ιαθγένειας, ακόμη και ηλικίας.

Επίσης, υπήρξαμε και συνεχίζουμε να είμαστε απόλυτα αντιρατσιστές με όσους έρχονται στη χώρα μας για να ζήσουν το μύθο τους. Μάλιστα, το παρακάνουμε πολλές φορές με αυτό το είδος του αντιρατσισμού. Έξι μήνες το χρόνο μιλάμε αποκλειστικά τη γλώσσα τους, ακόμα και μεταξύ μας, και τους υπόλοιπους έξι από κεκτημένη ταχύτητα γράφουμε μόνο σε greeklish. Κι εκδηλώνουμε σεμνά τον αντιρατσισμό μας, μαζεύοντας τα ξερατά και τα κατουρλιά από περιοχές όπου οι βορειοευρωπαίοι συνήθως ψάχνουν το μύθο τους αφού γίνουν φέσι. Το παρακάνουμε με τον αντιρατσισμό τόσο, ώστε σε μέρη με ωραίο ηλιοβασίλεμα, για να συνεχίσουμε το φιλοξένιον της φυλής, δεν αφήνουμε ούτε κοτέτσι για νεοδιόριστο δάσκαλο, προσφέροντας με γενναιοδωρία γη και ύδωρ στους αλλοδαπούς συναλλαγματοφόρους κυνηγούς μύθων.

Όμως και ο αντιρατσισμός έχει τα όριά του.

Όταν η φτώχεια και οι πόλεμοι έφεραν στην πόρτα μας περισσότερους δυστυχισμένους, ανακαλύψαμε ότι το μαύρο χρώμα μας απωθούσε, η θρησκεία μας απειλούνταν, οι παραδόσεις μας αλλοιώνονταν, οι αλλοδαπές ιέρειες είχαν αφροδίσια, η πατρίδα, μ’ ένα λόγο, κινδύνευε.

Έτσι, περιορίσαμε το ξένιο πνεύμα που μας διακατέχει από την εποχή του Δία, σε αυτούς που έμπαιναν στη χώρα νόμιμα και με επαρκές συνάλλαγμα. Διότι η νομιμότητα ήταν πάντα το δυνατό μας σημείο, από τα ανώγεια μέχρι τα κατώγια και από τα πολιτικά γραφεία μέχρι τις παράγκες των γηπέδων.

Τους άλλους προσπαθήσαμε να τους πείσουμε, με στέρεη επιχειρηματολογία, πέτρες, ξύλα, σουγιάδες, ότι εδώ, η φυλή, τα ιδανικά και οι παραδόσεις μας, θα μείνουν όλα ανόθευτα. Ότι στα σχολεία μας θα μπαίνουν μόνο με την επίδειξη ελληνικού διαβατηρίου ή το πολύ, τουριστικής βίζας, γιατί δεν τα ‘χουμε τα ελληνικά για ξόδεμα. Κι εμείς οι αυτόχθονες τα χρησιμοποιούμε με το σταγονόμετρο. Ότι σημαία μην τολμήσουν να ακουμπήσουν ούτε στον πάγκο της λαϊκής που πουλιούνται με 50 λεπτά, παραμονή των εθνικών εξάρσεων. Ότι στις πασαρέλες των παρελάσεων θα κάνουμε επίδειξη μόδας, γόβας και λικνίσματος, μόνο εμείς, οι γνήσιοι απόγονοι των 300 των Λεωνίδα.

Αναπτύξαμε και ειδικά τάγματα, που χειρίζονται, είναι γεγονός, με κάπως μπρούταλ μεθόδους, την υπεράσπιση των ιδανικών της φυλής, των ΠΑΕ και του εφοπλιστικού λόμπι. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν έχουμε επιστρατεύσει κι άλλους γνήσιους πατριώτες που συνήθως, με την ιδιότητα γονέων και κηδεμόνων, μάχονται του πάτριου εδάφους.

Έτσι κάπως ισορροπήσαμε στον ορμητικό ρου της Ιστορίας.

Ειδικά στα μπουρδέλα μας δεν αφήσαμε κανένα περιθώριο νόθευσης των ιδανικών της φυλής: τις βαφτίσαμε όλες χριστιανές, και όλες …Μαρία.

Νίνα Γεωργιάδου

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s