Μια… από εμάς

Περπατά σέρνοντας τα βήματά της, ένα ψηλόλιγνο κορμί χωρίς καμπύλες, τζιν παντελόνι φθαρμένο στα γόνατα και ξεβαμμένο, βρώμικα σταράκια στα πόδια, η κουκούλα του φούτερ να της σκεπάζει το πρόσωπο. Τα μακριά χέρια της μοιάζουν να κρέμονται στις πίσω τσέπες του τζιν της κι ένα ξασπρισμένο τσουλούφι πέφτει στα μάτια της. Σχολική τσάντα στον ώμο, στιχάκια γραμμένα με διορθωτικό, στρας και καρφιά και κονκάρδες με συνθήματα.

Ο τρόπος που κινείται μπορεί και να σε μπερδέψει. Δε μοιάζει πολύ ούτε με αγόρι, ούτε με κορίτσι.

Περισσότερο όμως μοιάζει να προσπαθεί να κρυφτεί· να μη δείξει το ποια είναι, γιατί αυτό που ήταν δεν είναι πια κι αυτό που είναι τώρα το μισεί.

Όταν νωρίτερα το σχολικό σταμάτησε στο δρόμο της εκείνη κρύφτηκε πίσω από τους θάμνους. Τώρα άλλαξε δρόμο και θα της πάρει περισσότερο χρόνο να φτάσει στο σχολείο. Μα θέλει να είναι σίγουρη πως δεν θα τη δει κανένας γνωστός· δε θα δει κανέναν.

Ovi_greece_0917_007a.gifΑποκλείεται να συναντήσει οποιονδήποτε από τους φίλους της, έτσι κι αλλιώς. Κανείς τους δε ζει σ’ αυτή τη γειτονιά. Ούτε καν περνούν από αυτή τη γειτονιά, έστω τυχαία. Δεν ανήκουν εδώ. Μόνο εκείνη. Όμως δε θα το ρισκάρει· θα πεθάνει από ντροπή αν τη δούνε έτσι… Σαν καμιά άστεγη, σαν καμιά που ζει στους δρόμους. Πάντως εκείνη άστεγη νιώθει πια. Αν ο γέρος της δεν έμενε από δουλειά τότε τίποτα δε θα είχε αλλάξει στη ζωή της. Τίποτα από όσα συμβαίνουν δε θα είχαν συμβεί. Όλα θα ήταν ακόμα μια χαρά… Όμως δεν είναι. Τίποτα δεν είναι πια το ίδιο. Ο πατέρας της είναι άνεργος. Και τώρα εκείνη είναι αναγκασμένη να ζει σε αυτή τη γειτονιά, χάνοντας όλα όσα είχε κερδίσει με τόσο κόπο. Κι όμως, δεν είναι σαν κι αυτούς! Τα παιδιά αυτής της γειτονιάς ήταν πάντα φτωχά. Γι αυτό ζουν έτσι όλη τους τη ζωή. Εκείνη δεν ήταν …δική τους. Η θέση της είναι αλλού. Στην απέναντι πλευρά. Μέχρι που ο ηλίθιος γέρος της έχασε τη δουλειά του, ναι!

Πρέπει να μετακομίσουμε, της ανακοίνωσαν οι γονείς της το καλοκαίρι που πέρασε. Όχι! Φώναξε εκείνη. Να μετακομίσουμε; Να πάμε πού; Γιατί;

Πανικοβλήθηκε. Είχε δουλέψει τόσο σκληρά για να μπει επιτέλους στον κύκλο των δημοφιλών παιδιών του σχολείου της. Οι γονείς της ποτέ δε θα καταλάβαιναν το πόσα είχε κάνει για να το καταφέρει. Τι ξέρουν οι γονείς από αυτά… Πού ξέρουν οι γέροι το τι είναι σημαντικό στο σχολείο; Πόσο δούλεψε, όλα τα Σαββατοκύριακα, όλο το καλοκαίρι, να μαζεύει λεφτά, να μην ξοδεύει το χαρτζιλίκι της, να μη βγαίνει έξω, να αναγκάζεται να βουτάει μερικά ψιλά από τα ρέστα όταν την έστελναν για ψώνια, ή ακόμα κι από τις τσέπες του πατέρα της πού και πού. Όλα για να ανήκει εκεί που έπρεπε. Για να βρίσκεται εκεί που έπρεπε να βρίσκεται, εκεί που της ταιριάζει. Μαζί με τους δημοφιλείς.

Άλλαξε τα ρούχα της πρώτα απ’ όλα. Αγόρασε ένα πανάκριβο τζιν κι ύστερα ένα ακόμη ακριβότερο ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Το χαρτζιλίκι τριών μηνών της κόστισαν μόνο αυτά. Κι ύστερα η μπλούζα, το iPhone, μερικά αξεσουάρ. Όλα τα σαββατοκύριακα της περασμένης χρονιάς και όλο το καλοκαίρι πριν της είχαν κοστίσει. Μα τα είχε καταφέρει.

Ήταν επιτέλους μια από αυτούς. Και αυτό το καλοκαίρι που πέρασε, είχε μαζέψει αρκετά για να μη λείπει ποτέ από την παρέα. Να μπορεί να τους ακολουθεί. Να δίνει το μερίδιό της. Να φοράει ό,τι κι οι φίλες της.

Για να πούμε όλη την αλήθεια, το ότι ήταν καλύτερη μαθήτρια από τους περισσότερους έπαιξε μεγάλο ρόλο στην …ένταξή της στον κύκλο τους. Πέρυσι συνεχώς κουβαλούσε εργασίες συμμαθητών της σπίτι και ξενυχτούσε για να λύνει τις ασκήσεις τους και να γράφει τις εκθέσεις τους. Όλα για να κερδίσει την εύνοιά τους επιτέλους.

Μα τίποτα από όλα αυτά δεν είχε σημασία πια. Είχε κερδίσει με την αξία της τη θέση στην παρέα τους. Τη σέβονταν. Είχε μεγάλη παρέα. Την καλούσαν πλέον σε όλα τα πάρτι. Της ζητούσαν να βγουν, να πάει μαζί τους σινεμά, να κάνουν κοπάνες για καφέ, να πάνε για ψώνια.

Ενώ πριν… πριν την αγνοούσαν, μόνο αυτό.! Πριν ήταν απλώς μια καλή αλλά ασήμαντη μαθήτρια.

Και τώρα πάλι κινδύνευε να τα χάσει όλα. Όλα! Ο πατέρας της έμεινε χωρίς δουλειά κι αναγκάστηκαν να μετακομίσουν σε ένα παλιό ημιυπόγειο διαμέρισμα σε μια φτωχογειτονιά. Αναγκάστηκαν να πουλήσουν το τζιπ, την τεράστια τηλεόραση, ακόμα και το ενυδρείο που είχαν στο σαλόνι τους! Στο σπίτι που έμεναν δε θα χωρούσε το ενυδρείο, έτσι κι αλλιώς…

Και μύριζε μούχλα. Μούχλα που είχε ποτίσει με τα χρόνια τα ντουβάρια και το παλιό μωσαϊκό, τα σάπια κουφώματα, τον αέρα του σπιτιού. Τα κόκαλά της.

Όλα μέσα σε ένα καλοκαίρι.

Τώρα αναγκαζόταν να κυκλοφορεί με τα παλιά της ρούχα και να κουβαλάει τα καλά της στις δημόσιες τουαλέτες λίγα τετράγωνα πιο πέρα για να αλλάξει. Δυο φορές την ημέρα έπρεπε να το κάνει αυτό! Δύο! Δε γινόταν να φοράει τα καλά της όσο ζούσε εκεί, μπορεί να την περνούσαν για πλούσια και να προσπαθούσαν να την κλέψουν. Την κορόιδευαν γιατί έμοιαζε πλούσια που είχε ξεπέσει. Ήταν φτωχοί και κορόιδευαν εκείνη, εκείνη!

Το iPhone της ήταν όλο κι όλο όσα είχε και το έκρυβε καλά. Από την άλλη δε γινόταν να φοράει τα παλιόρουχα στο σχολείο, αυτό ήταν ένα παρελθόν που το είχε αφήσει πίσω της, το είχε ξεχάσει κι ευχόταν οι καινούργιοι και σημαντικοί φίλοι της να το είχαν ξεχάσει κι αυτοί.

Δεν υπήρχε περίπτωση να τα αφήσει όλα να χαθούν.

Με τίποτα.

Όταν πρωτομπήκε στον κύκλο τους έκανε πως δεν είχε καμία σχέση με τους παλιούς της φίλους. Που δεν είχε πια δηλαδή… Προσποιήθηκε ότι ποτέ δεν τους είχε γνωρίσει. Κατά κάποιον τρόπο ήταν αλήθεια. Εκείνη που ήταν είχε πεθάνει και στη θέση της είχε γεννηθεί η άλλη, η άλλη που δεν ανήκε μαζί τους. Έπρεπε να τους διαγράψει από τη ζωή της και τη μνήμη της και το έκανε. Και δεν ήταν καν δύσκολο. Οι παλιοί της φίλοι θύμωσαν τόσο πολύ με τη συμπεριφορά της, που πρώτοι της γυρνούσαν την πλάτη όταν την έβλεπαν. Ήταν πράγματι σαν να κοιμήθηκε ένα βράδυ και πέθανε και ξύπνησε το πρωί γεννημένη ξανά ως κάποια άλλη.

Μπήκε στην τουαλέτα και πάτησε το κουμπί στο πόμολο για να κλειδώσει την πόρτα. Κοιτάχτηκε για μια στιγμή στον λερωμένο καθρέφτη και γύρισε το κεφάλι της από την άλλη. Αυτή η εικόνα …ήταν παλιά. Ήταν πριν. Δεν ήταν πια εκείνη.

Δεν ήταν.

Έβγαλε το παλιό της τζιν, το φούτερ, από μέσα το μπλουζάκι της και τα παπούτσια. Έμεινε μόνο με τα εσώρουχα. Δίπλωσε προσεκτικά τα ρούχα της και τα έβαλε σε μια πλαστική σακούλα που κουβαλούσε στη σάκα της, βάζοντας από πάνω τα παπούτσια. Ύστερα πήρε τα άλλα ρούχα. Φόρεσε το καλό της, καινούργιο τζιν, το κόκκινο μπλουζάκι με τη στάμπα, το τζιν μπουφάν και τα ασημί αθλητικά μποτάκια της. Φόρεσε τζόκεϊ στο κεφάλι για να κρύψει τα άλουστα μαλλιά της. Δεν υπήρχε πάντα ζεστό νερό στο σπίτι. Καμιά φορά ούτε για ένα γρήγορο ντους. Το νερό ερχόταν από τους σωλήνες σα να φοβόταν να βγει. Αν ήταν τυχερή μπορούσε να λουστεί φυσιολογικά και να μπανιαριστεί μια φορά την εβδομάδα.

Έβαλε στα γρήγορα λίγο μέικαπ, μάσκαρα, λιπ γκλος. Τράβηξε το ξασπρισμένο της τσουλούφι έξω από το καπέλο και το ίσιασε με τα δάχτυλά της να πέφτει όμορφα μπροστά στα μάτια της, ύστερα έκανε ένα βήμα πίσω να κοιταχτεί καλύτερα στον καθρέφτη. Μια χαρούλα. Κανείς δε θα μάντευε ποτέ την αλήθεια. Έβγαλε από την τσάντα της ένα φθηνό αποσμητικό που είχε βουτήξει από τη μάνα της και ψεκάστηκε για σιγουριά. Η μούχλα έμοιαζε να έχει τρυπώσει από τους πόρους της και να τη σκέπασε ολόκληρη, μέχρι και τα κόκαλά της. Τη μυρωδιά της μούχλας φοβόταν περισσότερο μην την προδώσει παρά οτιδήποτε άλλο.

Τη δικαιολογία της την είχε έτοιμη ήδη: -Ο μπαμπάς επιμένει να με φέρνει σχολείο, γι αυτό δε με βλέπετε στο σχολικό τον τελευταίο καιρό. -Μπα, κι από πότε; -Από τότε που άλλαξαν τα ωράρια στη δουλειά του. -Και πού είναι; -Του είπα να σταματήσει λίγα τετράγωνα πιο μακριά. -Μα γιατί; Το τζιπάκι σας είναι και γαμώ. -Μπα, είναι απλώς ένα αμάξι. Δε μ’ αρέσει να κάνω επίδειξη, το ξέρεις.

Δεν υπήρχε ούτε τζιπ, ούτε οποιοδήποτε άλλο αυτοκίνητο. Όχι πια. Μα οι φίλοι της δε θα το μάθαιναν αυτό. Δε θα γυρνούσε πίσω στο παρελθόν και την ασημαντότητά της. Δε θα ήταν ποτέ ξανά η αόρατη.

Βλέπει τους φίλους της καθώς μπαίνει στο σχολείο και τους χαιρετά, μα εκείνοι γυρνούν τα κεφάλια τους ακριβώς τη στιγμή που σηκώνει το χέρι της. Δεν τη βλέπουν. Περπατά πιο γρήγορα για να τους φτάσει, το κουδούνι χτυπάει και όλοι πηγαίνουν προς τις τάξεις τους. Ακολουθεί κι εκείνη χαμογελαστή, σαν τίποτα να μην έχει αλλάξει, σαν όλα να είναι όπως πριν, σα να μην είναι αλήθεια αυτό που συμβαίνει με τη ζωή της.

Φτάνει στο θρανίο που μοιράζεται με τη Μοίρα, αλλά εκείνη, το δεξί χέρι της Αλεξάνδρας που είναι και η αρχηγός της παρέας, σπρώχνει την καρέκλα προς τα μέσα και με το βλέμμα δεν την αφήνει να καθίσει. Η Αλεξάνδρα που κάθεται ακριβώς από πίσω, γυρίζει στη διπλανή της και κάτι μουρμουρίζουν. Τα αγόρια στην απέναντι σειρά χαχανίζουν. Ξαφνικά νιώθει τα μάτια όλων των φίλων της επάνω της. Πάνω στα ρούχα της, πάνω στα κρυμμένα, άλουστα μαλλιά της. Προσπαθεί να μυρίσει τον αέρα γύρω της, μήπως η μούχλα έχει ξεγλιστρίσει από τη φθήνια του αποσμητικού της και τη μυρίζουν όλοι.

Ξέρουν. Κάπως, κάπου, κάποιος την είδε. Κάπως τα έμαθαν όλα.

Οι παλιοί της φίλοι στην άλλη άκρη της αίθουσας, αποκομμένοι κι απομονωμένοι από τους δημοφιλείς, παραδομένοι στην άτυπη ιεραρχία που δημιουργείται σε κάθε σχολείο, κάθε χρόνο, σε κάθε άκρη του κόσμου, την κοιτούν κι αυτοί. Άλλοι αδιάφορα· άλλοι με θυμό· άλλοι με τη λύπη στα μάτια τους. Το ήξεραν ότι αργά ή γρήγορα θα γινόταν αυτό. Δεν μπορείς να είσαι για πολύ αυτό που δεν είσαι. Μπορείς να προσποιηθείς, μπορείς να φανταστείς, μπορεί να νομίζεις, αλλά ό,τι κι αν κάνεις δεν μπορείς να αλλάξεις το ποιος είσαι. Κι εκείνη, δεν ήταν μια από αυτούς. Ποτέ δεν ήταν.

Τους κοιτάζει έναν προς έναν, ο πανικός στα μάτια της, η χλεύη στα δικά τους, όλοι γυρνούν το κεφάλι τους μόλις το βλέμμα της συναντά το δικό τους, κάποιοι όμως επιμένουν να την κοιτούν και με τα μάτια της λένε όσα δε χρειάζεται το στόμα να πει: Ποτέ δε θα γίνεις μια από μας. Ποτέ δεν ήσουν.

Κάνει μερικά βήματα πίσω· ακόμα προσπαθεί να χωνέψει αυτό που γίνεται. Στα δευτερόλεπτα που περνούν προσπαθεί να σκεφτεί το πώς να το αντιμετωπίσει. Τι να κάνει. Πώς θα τους ξαναδεί. Όχι, δεν μπορεί να ξαναγυρίσει, όχι σε αυτό το σχολείο ξανά. Ποτέ. Είχε εξευτελιστεί ανεπανόρθωτα. Πρέπει να φύγει, να φύγει, να τρέξει μακριά!

Γυρίζει την πλάτη της κι αρχίζει να τρέχει, πέφτοντας άτσαλα πάνω στον καθηγητή που μόλις έχει μπει στην τάξη κι ετοιμάζεται να κλείσει την πόρτα. Τραβάει το τζόκεϊ από τα λαδωμένα της μαλλιά, βγάζει το τζιν μπουφάν της και το πετάει πίσω της, τρέχει. Τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί. Ο καθηγητής απορημένος κλείνει τα γέλια στην τάξη του. Η τσάντα της χοροπηδάει πάνω στον ώμο της.

Τρέχει μακριά από τον ίδιο τον εαυτό της.

Να φύγω, σκέφτεται. Θέλω μόνο να φύγω.

Φτάνοντας ξέπνοη πίσω στις δημόσιες τουαλέτες, μπαίνει με φόρα και χτυπά την πόρτα να κλείσει πέφτοντας πάνω της με την πλάτη της. Απέναντί της ο εαυτός της στον καθρέφτη την κοιτά. Το κόκκινο μπλουζάκι είναι σκισμένο από τα χέρια της που το τραβούσαν σ’ όλο το δρόμο με μανία. Η μάσκαρα τρέχει αυλάκια μαύρα κάτω απ’ τα μάτια της. Τα μαλλιά της κολλημένα άχαρα πάνω στο κεφάλι της, πατικωμένα από το τζόκεϊ που είχε φορέσει για να τα κρύψει λίγο νωρίτερα. Ποιον κοροϊδεύω; Ο καθρέφτης δεν της απαντά. Έβγαλε το μπλουζάκι και το άφησε να πέσει στα λιγδωμένα πλακάκια. Έβγαλε τα ασημί μποτάκια της και πάτησε πάνω στο μπλουζάκι με τις κάλτσες. Ύστερα έβγαλε το ακριβό της τζιν παντελόνι και το έριξε στο πάτωμα κι αυτό. Ανάγκασε τον εαυτό της να μείνει έτσι για λίγο· γυμνή, κρύα, ταπεινωμένη. Να κοιτά τον καθρέφτη και το είδωλό της βαθιά στα μάτια. Να τον γνωρίσει. Να το πάρει απόφαση πως αυτή είναι, αυτή. Αυτή, απέναντί της στον καθρέφτη. Φόρεσε ξανά τα παλιά της ρούχα. Τα ρούχα της. Όλα τα υπόλοιπα τα στρίμωξε στο μικρό καλάθι σκουπιδιών δίπλα στη λεκάνη.

Βγήκε κι άρχισε να περπατά, σέρνοντας τα βήματά της.

Στο δρόμο κλωτσά μικρά πετραδάκια και καπάκια μπουκαλιών με τα λερωμένα σταράκια της. Ψιλόλιγνο κορμί χωρίς καμπύλες· ξεθωριασμένο τζιν στα γόνατα· φούτερ με κουκούλα κατεβασμένη στα μάτια. Χέρια που μοιάζουν να κρέμονται στις πίσω τσέπες και μια ξασπρισμένη τούφα να πέφτει στο πρόσωπό της. Αν την κοιτάς από μακριά μπορεί και να σε μπερδέψει. Δεν μοιάζει ούτε πολύ με κορίτσι, ούτε πολύ με αγόρι.

Αλλά αυτή είναι.

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s