Το χρονικό ενός αυγουστιάτικου πρωινού φόνου

Με το πρώτο φως της ημέρας συνήθιζε εδώ και χρόνια να πίνει τον καφέ της στην αυλή, μόνη της, χαζεύοντας τη φύση. Καθόταν στο τραπέζι, άπλωνε τα πόδια της στην καρέκλα και βούρκωναν τα μάτια της καθώς σκεπτόταν την ζωή της που πέρασε  χωρίς να νιώσει ουσιαστικά συναισθήματα ποτέ.

Ovi_greece_0817_015a.gifΣκεπτόταν και συνειδητοποιούσε κάθε μέρα και πιο πολύ ότι ζούσε φυλακισμένη σε ένα χρυσό κλουβί πολυτελείας με έναν ανύπαρκτο σύζυγο που καθημερινά τον μοιράζονταν και με διαφορετική γυναίκα. Με τον καιρό σταμάτησε να την πειράζει και αυτό όπως πολλά άλλα.

Ίσως το χρήμα του να την τύφλωνε και να της έκλεινε το στόμα. Εκείνη προ πολλού φανταζόταν μια άλλη ζωή. Ελεύθερη και απαλλαγμένη από τον πλούσιο σύζυγό της.

Φανταζόταν ταξίδια σε ωκεανούς μακρινούς και ήρεμες θάλασσες, ήθελε να επιστρέψει διακαώς στους αληθινούς ανθρώπους αλλά δεν ξέρω κατά πόσο μπορούσε πια. Ήθελε να ταξιδέψει σε κόσμους πρωτόγνωρα όμορφους, ήθελε να βρει κάποιον να την περιμένει και να την λαχταράει.

Βυθιζόταν όμως στην θλίψη μόλις γυρνούσε στην πραγματικότητα που μόνη της επέλεξε νομίζοντας πως θα είναι ευτυχισμένη, πόνταρε στην πλασματική ευτυχία του χρήματος. Έτσι όπως ήταν πλέον τα πράγματα ή θα την έσωζαν ή θα την κατέστρεφαν ολοκληρωτικά.

Εκεί λοιπόν πότε χαμογελούσε επικίνδυνα και πότε γινόταν πολύ σοβαρή, όμως στο μυαλό της στροβιλίζονταν μια φράση, η φυγή της από την εικονική ευτυχία. Δεν ήθελε να το πει στον σύζυγό της, τον φοβότανε, όμως τελικά κατέληξε ότι θέλει να φύγει από αυτόν χωρίς να χάσει την πολυτέλειά της. Τόσα χρόνια μέσα σε αυτήν τη ζωή δύσκολα την αποχωρίζεσαι.

Όταν άρχισε να νυχτώνει, η εσωτερική της φωνή είχε βάλει μπροστά το σχέδιο υλοποίησης της φυγής της. Ήθελε να φύγει από εκείνον, από το χρυσό κλουβί, μακριά από όλα εκτός από το χρήμα που το ήθελε δικό της.

Απόψε είχε διώξει όλο το προσωπικό της βίλας από νωρίς και πολύ προσεκτικά είχε ετοιμάσει εκείνη το φαγητό στον σύζυγό της, μαζί με όλα τα απαραίτητα. Ήταν μυστηριώδης και πανέμορφη μέσα στο κόκκινο δαντελωτό πανάκριβο φόρεμά της. Δεν την απασχολούσε τίποτα άλλο παρά μόνο να πετύχει το σχέδιό της.

Η βαλίτσα της ήταν έτοιμη από νωρίς με τα απαραίτητα, θυρίδες, κοσμήματα, χρήματα όλα έτσι όπως πρέπει, τα αεροπορικά της εισιτήρια είχαν προορισμό την Βραζιλία.

Ο σύζυγός της ανυποψίαστος για το τι θα επακολουθούσε απόψε, δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ομορφιά της και τη γοητεία της. Την χάιδεψε και την έσφιξε επάνω του μετά το δείπνο τους. Η νύχτα  για λίγο γέμισε αγοραίο έρωτα, ήταν λίγες ώρες πριν εκείνος ξεψυχήσει. Αποκοιμήθηκε στον καναπέ και δεν ξύπνησε ποτέ.

Εκείνη  περπατούσε λίγα ακόμη βήματα προς το μέσον της ελευθερίας της. Έδεσε την ζώνη ασφαλείας της, ήπιε δυο γουλιές πρωινό καφέ, ανανέωσε το κατακόκκινο κραγιόν της, έβαλε λίγο άρωμα στον λαιμό της και στους καρπούς της, σήκωσε το κεφάλι της και βρισκόταν ήδη στα έξι χιλιάδες πόδια.

Μια στιγμιαία σκέψη στον μακαρίτη, ένα χαμόγελο στα χείλη της και αυτό ήταν όλο.

Επόμενος σταθμός Βραζιλία, εκείνη ζάμπλουτη, όσο για εκείνον, ούτε λεπτομέρειες δεν έμαθε ποτέ της.

Μαρύσα Παππά (2#x_2)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s