Η γειτονιά μου

Απόσπασμα από βιβλίο

Πρέπει να έχουν περάσει περίπου δέκα χρόνια από τότε που ένας γιατρός σε ένα δωμάτιο με ξεπλυμένους λαχανί τοίχους, ένα άσπρο γραφείο γεμάτο χαρτιά και δύο αφίσες – την μια με ένα τεράστιο νεφρό και την άλλη με ένα βουνό λαχανικά – με κοίταξε για λίγο σκεπτικός, κοίταξε ξανά τις σημειώσεις του και μετά σχεδόν ψιθυριστά μου είπε ότι μέσα στην επόμενη δεκαπενταετία θα έχανα την όρασή μου. Δεν είπα τίποτα. Μετά από λίγο με αποχαιρέτισε με μια υπενθύμιση για το επόμενο ραντεβού μας τον ερχόμενο μήνα, και μου έσφιξε με συμπάθεια το χέρι ενώ με το άλλο μου έτριβε τον ώμο. Εγώ βγήκα από το γραφείο του σχεδόν τρέχοντας. Τρέχοντας βγήκα και από το κτίριο, σπρώχνοντας δυνατά τις εξωτερικές γυάλινες πόρτες, για να σταματήσω στη μέση του δρόμου με έναν οδηγό να με βρίζει.

Ovi_greece_0717_021s.gifΓια κάποια λεπτά ή δευτερόλεπτα μπορούσα να ακούσω το τσίριγμα των φρένων και τις βρισιές, αλλά το σημαντικό ήταν ότι μπορούσα να δω τον ήλιο. Μπορούσα να δω το πράσινο των δέντρων και μπορούσα να δω το κατακόκκινο πρόσωπο του οδηγού. Του είπα ευχαριστώ και συνέχισα στην απέναντι πλευρά που χαμογέλασα σε μια μάνα με ένα μωρό στο καρότσι που με κοιτούσε φοβισμένα.

Τα πρώτα δέκα χρόνια πέρασαν και τώρα όταν ακούω το τσίριγμα των φρένων και τις βρισιές του οδηγού δεν μπορώ να δω καθαρά το πρόσωπο. Δεν μπορώ να δω αν είναι κόκκινο, το υποθέτω. Τα δέντρα δεν μπορώ να διακρίνω αν είναι πράσινα η κίτρινα, το υποθέτω ανάλογα με την εποχή, και καμία μάνα με μωρό στο καρότσι δεν με κοιτάζει φοβισμένα. Τώρα υπάρχουν κάποιες σκιές στο πεζοδρόμιο αλλά δεν είμαι σίγουρος αν είναι άνθρωποι, θάμνοι ή κάδοι απορριμμάτων.

Έχω μάθει να ακούω. Ακούω τα φύλλα να ψιθυρίζουν και ακούω το περπάτημα του σκύλου. Ακούω το κουδούνι στον επάνω όροφο και το ψυγείο να ανοίγει στο διπλανό διαμέρισμα. Ακούω τη στεναχώρια και τη χαρά, μα πιο συχνά ακούω τη λύπη. Και θυμώνω. Θυμώνω συνέχεια. Εγώ πρέπει να λυπάμαι, όχι εσείς που με βλέπετε να τυφλώνομαι. Εσείς …με βλέπετε να τυφλώνομαι, το καταλαβαίνετε; Ε; Το καταλαβαίνετε; Με βλέπετε!

Προσπαθώ να διαβάζω όσο μπορώ πιο πολύ. Χρειάζεται να κολλήσω σχεδόν το βιβλίο στο μέτωπό μου για να δω τα γράμματα, αλλά προσπαθώ. Και ανακάλυψα ότι δεν θα έπρεπε ποτέ να κοροϊδεύω κάποια πράγματα γιατί θα ‘ρθει μια μέρα που θα είμαι ευγνώμων γι’ αυτά που κορόιδευα χτες.

Έχω μόνιμη συντροφιά ένα μαγνητόφωνο – δεν τα λένε έτσι σήμερα αλλά έτσι τα έμαθα εγώ – που παίζω ηχογραφημένα βιβλία. Φίλοι μου κατεβάζουν από το διαδίκτυο ό,τι μπορούν, τα βάζουν σε CD και μετά εγώ μπορώ να τα ακούσω. Μετά από τέσσερεις δεκαετίες άκουσα, αυτή τη φορά, Αγκάθα Κρίστι και το απόλαυσα. Μετά δεν μπορούσα να κρατήσω τα δάκρυά μου. Άκουγα κάποιον να μου διαβάζει ένα βιβλίο. Στο τέλος έκλαιγα με αναφιλητά. Μετά έβαλα το επόμενο CD και «άκουσα» Τζερόμ Κ. Τζερόμ. Τρείς άντρες σε μια βάρκα και ένας σκύλος.

Την ίδια εποχή μετακόμισα. Το σπίτι που έμενα ήταν ακατάλληλο για τις ανάγκες μου. Έτσι είπαν όλοι, εκτός από εμένα. Αλλά μετακόμισα. Σε ένα διαμέρισμα κατάλληλο για τις ανάγκες μου. Δυστυχώς τώρα γνωρίζω κι εγώ τις ανάγκες μου και με έχουν τρομάξει. Φοβάμαι αλλά δεν το δείχνω. Απλά μετακομίζω. Ή καλύτερα με μετακομίζουν. Εγώ, με μια μεγάλη στάση σε ένα εστιατόριο και μετά ένα καφέ, πέρασα από την καρέκλα μου δίπλα στο παράθυρο που σχεδόν ήξερα τι είχε απ’ έξω, στην καρέκλα μου δίπλα στο παράθυρο που δεν ξέρω τι έχει απ’ έξω.

Τις πρώτες μέρες προσπάθησα να δω. Δεν τα κατάφερα. Μου είπαν ότι επειδή το διαμέρισμα είναι ισόγειο θα έπρεπε να βλέπω τον κόσμο που περνάει μπροστά από το παράθυρό μου. Δεν είχα καταλάβει ότι οι σκιές που έβλεπα ήταν κόσμος, άνθρωποι ζωντανοί που περπατούσαν μπροστά από το παράθυρό μου. Νόμιζα ότι ήταν οι κουρτίνες που χορεύουν με τον αέρα.

Μετά μου είπαν ότι είναι επικίνδυνο να κάθομαι όλη την ώρα στο παράθυρο και να κοιτάζω τον κόσμο σαν να μη τους βλέπω. Δεν ξέρεις τι μπορεί να σκεφτεί κάποιος. Έτσι έμειναν οι κλειστές κουρτίνες να χορεύουν σπάνια με τον αέρα. Εγώ φανταζόμουν ότι είναι άνθρωποι που περπατούσαν μπροστά από το παράθυρό μου.

Και στο καινούργιο μου διαμέρισμα σιγά-σιγά έμεινε το βιβλικό σκότος. Δεν χρειαζόμουν πια φως. Αφού δεν έβλεπα τον ήλιο τι να το κάνω το φως; Τα βράδια άναβα τη λάμπα μόνο στην κουζίνα γιατί, όπως μου είχαν πει όλοι, καλό θα ήταν να υπάρχει ένα φως να τρομάζει τους επίδοξους κλέφτες.

Αλλά όπως λέει και η Βίβλος, στην αρχή ήταν το σκότος, μετά ήρθε το φως. Και το δικό μου φως είχε ονοματεπώνυμο. Θα σας πω κάποια άλλη φορά πώς γνώρισα την Χριστίνα. Χριστίνα Μελέτη το όνομά της και κάποια στιγμή μου είπε ότι έχει κόκκινα μαλλιά αν και το φυσικό της χρώμα είναι καστανό. Δεν ξέρω πώς της πάνε τα καστανά αλλά τα κόκκινα ταιριάζουν πολύ με τη φωνή της. Κόκκινα της φωτιάς όπως εγώ τα φανταζόμουν.

Η Χριστίνα γρήγορα κατάλαβε ότι το αγαπημένο μου πρωινό είναι τρία τσιγάρα, ότι κρατάω τον ίδιο καφέ μέχρι το μεσημέρι και δεν θέλω κανέναν να μου φτιάξει καινούργιο και ότι τα βράδια μ’ αρέσει να ανάβω την πίπα μου και να ακούω τους ήχους από τα άλλα διαμερίσματα σιωπηλός. Ακόμα κατάλαβε ότι στις ξαφνικές σιωπές μου εγώ διαβάζω μέσα στο μυαλό μου και πάντα ακούω. Όλα αυτά έκαναν τη σχέση μου με την Χριστίνα μια πολύ δυνατή φιλία.

Εκείνη μου μιλούσε για τους φίλους της, για δυο ξαδέλφια από το χωριό και για όλες τις χώρες που θα ήθελε να επισκεφτεί. Για τη μέρα της ανάμεσα στο μαγαζί και το διάβασμα, για το τι σκεφτόταν να μαγειρέψει την επομένη. Μου μιλούσε για τις κρυφές της ελπίδες και τα όνειρά της κι εγώ ελπίζω να ήμουν καλός φίλος γιατί έκανα το μόνο που μπορούσα να κάνω. Άκουγα.

Και σιγά-σιγά η Χριστίνα άρχισε να μου περιγράφει τη γειτονιά μου. Αυτές τις πανέμορφες σκιές που σαν τη κουρτίνα μου όταν χορεύει στον αέρα, περνάνε μπροστά από το παράθυρό μου. Με κοιτάνε και δεν ξέρουν ότι δεν τους βλέπω.

* * * * *

Νάτος. Ακριβώς στην ώρα του. Αυτή τη φορά τον περίμενα. Είμαι στο μπαλκόνι και κρύβομαι πίσω από την καλαμωτή. Τον παρατηρώ προσεκτικά. Είναι Κυριακή και όπως κάθε Κυριακή τέτοια ώρα διασχίζει το δρόμο και πηγαίνει σε μια από τις διπλανές πολυκατοικίες. Δεν μπορώ να δω σε ποια απ’ όλες, όμως χάνεται και σε πέντε λεπτά ξαναεμφανίζεται με ένα κατάξανθο πιτσιρίκι που τον κρατάει από το χέρι και πηγαίνουν απέναντι, στην παιδική χαρά.

Αν είναι πάνω από 30, δεν του φαίνεται καθόλου. Είναι πολύ νέος για μπαμπάς. Και το παιδάκι αυτό νομίζω ότι το έχω ξαναδεί με τη μαμά του. Σε κείνη μοιάζει. Μάλλον.

Η γειτονιά μας είναι από τις καλές… Όσο καλή τέλος πάντων μπορεί να είναι μια γειτονιά μεγαλούπολης. Οι παλιές, θεόρατες και κακάσχημες πολυκατοικίες είναι αρκετά μακριά, μπροστά μας έχουμε ένα μεγάλο πάρκο.

Τους βλέπω που πηγαίνουν στο πάρκο, το παιδάκι κάτι του λέει ενθουσιασμένο κουνώντας τα χέρια του κι εκείνος προσπαθεί να συμμεριστεί τον ενθουσιασμό του. Όμως εγώ βλέπω κάτι από μακριά που το παιδί δεν βλέπει. Ή βλέπει κι έχει πια συνηθίσει. Πάντως δε φαίνεται να το νοιάζει.

Σταματάνε όπως κάθε φορά πριν ανοίξουν την πράσινη καγκελόπορτα του πάρκου, πηγαίνουν στο περίπτερο ακριβώς δίπλα και αγοράζουν πατατάκια με ρίγανη και ένα κουτάκι χυμό. Το αγόρι με το σακουλάκι στο χέρι πηγαίνει στο κόκκινο τρενάκι και ζητάει ένα κέρμα από τον πατέρα του. Έχει ακόμη μια άμαξα με ένα ξεβαμμένο άλογο και μια μεγάλη βάρκα με οθόνη. Το παιδί κοιτάει βιαστικά τη βάρκα, εκεί η βόλτα κοστίζει διπλά. Ξέρει ότι δεν μπορεί να ανέβει.

Βλέπω τη θλίψη μέσα του. Του ξεφεύγει κάθε φορά που το παιδί δεν τον κοιτάει. Είναι ο μπαμπάς του Σαββατοκύριακου.

Είναι ο μπαμπάς που βλέπει το παιδί του να μεγαλώνει μέσα από ένα Κυριακάτικο απόγευμα, πάνω στο κόκκινο τρενάκι και στο ξύλινο παγκάκι μέσα στο πάρκο. Το αγοράκι τρέχει, παίζει με την άμμο, σκαρφαλώνει και του ζητάει κάθε τόσο να το βοηθήσει να πιαστεί από το μονόζυγο. Εκείνος κάνει ό,τι του ζητήσει, παίζουν μαζί με την άμμο, το κυνηγάει και παίζουν κρυφτό. Δεν πρέπει να είναι πάνω από 4-5 χρονών.

Κάθε τόσο τον αφήνει και παίζει με άλλα παιδάκια. Τότε εκείνος κάθεται στο παγκάκι και το παρατηρεί. Καμιά φορά γυρίζει το βλέμμα του προς τα πάνω και τότε κρύβομαι καλύτερα πίσω από την καλαμωτή. Ντρέπομαι που τον κοιτάζω. Δε θέλω να το καταλάβει.

Τέτοια εποχή όλοι στη γειτονιά μας περνάνε την ώρα τους στα μπαλκόνια, ο ήλιος έχει γυρίσει και δεν κάνει πια τόση ζέστη. Κάποια μπαλκόνια έχουν κρυφτεί εντελώς πίσω από ψηλές καλαμωτές και ίσα που διακρίνονται φιγούρες που πηγαινοέρχονται. Καμιά φορά μοιάζουμε όλοι με ένα παράξενο θέατρο σκιών. Κρυβόμαστε ο ένας από τον άλλο. Βλέπουμε αλλά δε θέλουμε να κοιτάμε ή να μας κοιτάνε. Παράξενο δεν είναι;

Προσπαθώ να καταλάβω τι να σκέφτεται και πώς μπορεί να νιώθει. Δεν μπορώ. Όμως ο πόνος του αιωρείται από πάνω του και μερικές φορές νιώθω να πιέζει και το δικό μου στήθος. Δε θα ήθελα να είμαι στη θέση του όταν η μέρα τελειώσει και το αγόρι του κάνει την ίδια ερώτηση, όπως κάθε Κυριακή: «Γιατί δεν θες να έρθεις στο σπίτι;» Δε θα ήξερα τι να του απαντήσω. Ούτε κι εκείνος μάλλον. Το χειρότερο θα είναι που θα πρέπει να απαντήσει κάτι που είναι ψέμα: «Δεν μπορώ», ή «Δεν γίνεται».

Από πότε τα παιδιά μπορούν να κατανοήσουν το ότι οι γονείς μπορεί και να μη ζούνε πια μαζί; Από τα πέντε; Δέκα; Είκοσι; Μάλλον ποτέ. Εγώ ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί οι δικοί μου δεν μπόρεσαν απλά να τα καταφέρουν. Γιατί δεν προσπάθησαν κι άλλο. Αυτό το νόημα δεν έχει η αγάπη; Να κάνεις τα πάντα; Πόσες ενοχές θα νιώθει άραγε αυτό το ξανθό αγοράκι; Εγώ δεν έπαψα ποτέ να νιώθω ενοχές. Όλα τα παιδιά νομίζουν ότι εκείνα φταίνε όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά. Είναι ένα γιατί που σέρνουμε πίσω μας για πάντα.

Μοιράζονται τα πατατάκια και το χυμό. Χαζογελάνε και μοιάζουν τόσο ευτυχισμένοι μαζί. Κάθε τόσο εκείνος αγκαλιάζει το αγοράκι σφιχτά και βγαίνει η ψυχή του όλη σε αυτή την αγκαλιά.

Όταν οι δικοί μου χώρισαν, δεν είχα καταλάβει τίποτα. Δεν ένιωσα καμία απουσία. Ήμουν 11 χρονών. Ο πατέρας μου ήταν απών για μένα όσο ζούσε μαζί μας, το ίδιο απών ήταν κι όταν έφυγε. Άλλαξε τόπο και ζωή.

Το κενό άρχισα να το καταλαβαίνω πολλά χρόνια μετά. Και τότε με επισκέφτηκαν και οι ενοχές. Άρχισα να πιστεύω πως αιτία ήμουν εγώ. Κι αυτό γιατί η μαμά κι ο –εξαφανισμένος- μπαμπάς φαινόταν πως ζούσαν πολύ καλύτερα χωριστά, κάτι που δε συνέβαινε ποτέ όσο ήταν μαζί. Δεν μπορούσα να μην πιστέψω ότι εγώ ήμουν η αιτία που δεν ήταν οι γονείς μου ευτυχισμένοι.

Έτσι την πατάνε όλα τα παιδιά. Συνέχισα να παρακολουθώ τον μπαμπά του Σαββατοκύριακου με το γιο του.

Πριν από κάποιες Κυριακές, η πρώην του εμφανίστηκε ξαφνικά και άρχισε να μιλάει έντονα μαζί του και να χειρονομεί. Του πήρε το παιδί από τα χέρια κι άρχισε να απομακρύνεται. Εκείνος είχε σκύψει το κεφάλι και κοιτούσε το παιδί που έκλαιγε, ανήμπορος να κάνει κάτι.

Δεν κατάλαβα τότε τι το προκάλεσε όλο αυτό. Το Δεσποινιώ από δίπλα – που όταν είναι στις καλές της μέρες και θυμάται (και ξέρει τα πάντα για όλους, αρκεί να τους θυμάται), είπε ότι ο μπαμπάς του Σαββατοκύριακου λεγόταν Στέφανος. Είχε μπλέξει.
Είχε και παλιότερα ακουστεί κάτι τέτοιο στη γειτονιά, λέει. Η γυναίκα του τον πέταξε έξω όταν ανακάλυψε ότι το αυτοκίνητό της δεν είχε κλαπεί κάποιο βράδυ όπως νόμιζε, αλλά λίγες μέρες μετά έμαθε πως ο Στέφανος το πούλησε για λίγα λεφτά… Μάλλον για τη δόση του. Τώρα το πώς το ανακάλυψε δεν ήξερε, αλλά έτσι έγινε, έτσι είπε.

Είμαι τόσο θυμωμένη μαζί του. Μα τον λυπάμαι. Λυπάμαι γι αυτόν. Ό,τι και να έκανε, όσο κακός και να ήταν, όταν τον βλέπω με το γιο του βλέπω μόνο αγάπη και τον πόνο του. Ίσως να πονά τόσο από την απουσία του παιδιού, ίσως από τύψεις που δεν μπορεί να είναι μαζί του. Άραγε αναρωτιέται ποτέ το μέλλον του; Τι θα σκέφτεται εκείνο όταν μεγαλώσει; Πώς θα νιώθει;

Περπατάνε χέρι με χέρι γύρω στο πάρκο και μιλάνε. Το αγόρι τον ακούει με προσοχή. Τι μπορεί να του λέει; Πόσο λυπάται; Πόσο το αγαπά; Πώς να του εξηγήσει; Πώς μπορεί ένα παιδάκι τόσο μικρό να καταλάβει;

Το πάρκο είναι όμορφο τέτοια εποχή. Σε όλη την έκτασή του γύρω- γύρω είναι γεμάτο πρασινάδα και αγριολούλουδα. Μαργαρίτες και παπαρούνες. Πού και πού λίγες μολόχες, με μεγάλα μωβ λουλούδια. Τον βλέπω να σκύβει και κόβει λουλούδια, το αγοράκι με ενθουσιασμό κάνει το ίδιο.

Χαμογελάω πίσω από την κρυψώνα μου. Εγώ δεν έκανα ποτέ τέτοια πράγματα με τον πατέρα μου. Γενικά δεν έκανα και πολλά σαν παιδί. Τους γονείς μου ενδιέφεραν μόνο οι βαθμοί μου. Από κει ξεκινούσαν και τελείωναν όλα. Έπαιρνα άριστα, έπαιρνα δώρο. Οτιδήποτε κάτω από αυτό σήμαινε ένα ολόκληρο λογύδριο περί απογοήτευσης και ντροπής. «Ξέρεις τι έκανες;» με ρωτούσε η μαμά όταν κοιτούσε τον έλεγχο του τριμήνου κι έβλεπε έστω ένα 9. «Μια τρύπα στο νερό, αυτό έκανες». Αυτή ήταν η δική της αντίδραση. Μια κουβέντα και μου γυρνούσε την πλάτη. Μου κρατούσε μούτρα για μέρες. Ο πατέρας μου από την άλλη λάτρευε να μιλά. Του άρεσε να βγάζει λόγους. Ξεκινούσε να λέει για τον περιβόητο «κόσμο των μεγάλων», πόσο σκληρός ήταν, πόσοι καλύτεροι από μένα θα κυνηγάνε την ίδια δουλειά, μπλα, μπλα, μπλα, πάντα με μια ανεπαίσθητη ειρωνεία στη φωνή του. Ή έτσι μου φαινόταν τότε.

Νευρίασα και πήγα μέσα στην κουζίνα να βάλω ένα ποτήρι νερό. Όταν βγήκα, για λίγο τους έχασα, όμως νάτοι, σκυμμένοι και οι δυο μες τα χόρτα και τα λουλούδια. Κρατάνε από ένα μεγάλο μπουκέτο. Μα τι θα τα κάνουν; Στεφάνι Πρωτομαγιάτικο;

Φυσικά και φτιάχνουν Πρωτομαγιάτικο στεφάνι. Η πρωτομαγιά είναι λίγες μέρες μετά, όμως εκείνος έχει μόνο μια Κυριακή.

Έχει αρχίσει να σουρουπώνει και σύντομα θα πρέπει να γυρίσει το παιδί σπίτι. Δουλεύουν πυρετωδώς και οι δυο, καθισμένοι στο παγκάκι και τα κεφάλια τους αγγίζονται. Δίπλα στα πόδια τους ένας μικρός σωρός από κοτσάνια.

Φαίνονται τόσο συγκεντρωμένοι σε αυτό που κάνουν, σχεδόν έχουν φύγει όλοι από το πάρκο. Έχω αρχίσει να αγχώνομαι για την ώρα που θα πρέπει να αφήσει το παιδί στο σπίτι του. Φαίνεται ότι κάθε φορά για κάποιο λόγο η πρώην του το περιμένει έξω. Νομίζω πια πως το κάνει περισσότερο για να του σπάσει τα νεύρα.

Τι γελοίο πράγμα να προσπαθούν να πληγώσουν ο ένας τον άλλο βάζοντας στη μέση το παιδί. Λυπάμαι γι’ αυτό το παιδί. Μου θυμίζει τον εαυτό μου κατά κάποιο τρόπο. Πολλές φορές θυμάμαι τη μαμά να κατηγορεί τον πατέρα μου σε μένα, λες και ήμουν η φίλη της που θα συμφωνούσε μαζί της και θα της συμπαραστεκόταν. Πώς θα μπορούσα να συμφωνήσω; Ήταν ο μπαμπάς μου. Μπορεί να μην ήταν ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου, όμως ήταν αυτό που ήταν και όλα αυτά που μου έλεγε η μαμά δεν μπορούσα να τα καταλάβω. Από την άλλη, πώς μπορούσα και να διαφωνήσω; Εκείνος είχε εξαφανιστεί. Μαζί της ήμουν. Έπρεπε να είμαι με το μέρος της. Για να τα λέει όλα αυτά δίκιο θα είχε. Αν ήταν τόσο καλός δε μας άφηνε. Δε θα άφηνε εμένα. Ή μήπως πάλι έφταιγα εγώ;

Καμιά φορά οι γονείς μου μιλούσαν στο τηλέφωνο, αλλά μόνο για να μαλώσουν. Έκαναν πολλά χρόνια να πάρουν διαζύγιο, μόνο και μόνο γιατί από εγωισμό κάποιος από τους δυο κάθε φορά αρνιόταν να υπογράψει. Ήμουν 16 χρονών την τελευταία φορά που με βάλανε στη μέση.

Ο πατέρας μου είχε έρθει στο σπίτι απαιτώντας να πάρει κάποια πράγματα που όπως έλεγε του ανήκαν. Μετά από τόσα χρόνια που έλειπε, αυτό είχε βρει για να πληγώσει τον άνθρωπο με τον οποίο έζησε 20 χρόνια. Η μαμά δεν ήθελε να του δώσει τίποτα. Μάλωναν για αρκετή ώρα και φωνάζανε πάνω από το κεφάλι μου. «Πες στη μάνα σου ότι τυπικά μου ανήκει το μισό σπίτι».

«Πες του πατέρα σου ότι τίποτα πια δεν του ανήκει από δω μέσα».

Κάποια στιγμή πέταξα το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης και πετάχτηκα όρθια.

«Δε με νοιάζει τι ανήκει και σε ποιον! Για καναπέδες και τραπέζια μιλάτε τόση ώρα!

Όποιος και να τα κρατήσει μπορεί ο άλλος να αγοράσει καινούργια! Δε σας πιστεύω ότι το μόνο που σας ενδιαφέρει να διεκδικήσετε είναι τα έπιπλα του σπιτιού και κανείς από τους δυο δεν έχει μιλήσει για μένα!»

Τους κοιτάζω που σηκώνονται από το παγκάκι και το παιδάκι κρατάει όλο χαρά το μεγάλο στεφάνι που έφτιαξε με τον μπαμπά του. Είναι πολύ όμορφο, στ’ αλήθεια. Πιασμένοι χέρι-χέρι ανοίγουν την πράσινη καγκελόπορτα του πάρκου κι αφήνουν ακόμα ένα Κυριακάτικο απόγευμα πίσω τους.

Θλιβερό για έναν πατέρα να έχει αναμνήσεις από το γιο του που μεγαλώνει στο πάρκο της γειτονιάς. Άραγε το χειμώνα πώς θα συναντιούνται; Τι θα θυμάται το αγόρι από τον πατέρα του όταν μεγαλώσει;

Πλησιάζουν προς τη μητέρα του που περιμένει κι εκείνος σταματά λίγο πιο μακριά και αγκαλιάζει σφιχτά το γιο του. Κάτι του λέει όμως το παιδί μοιάζει θυμωμένο και κουνάει το κεφάλι του αριστερά και δεξιά με δύναμη.

«Θέλω να έρθεις στο σπίτι!» του φωνάζει ανάμεσα στους λυγμούς του. Οι μικροί του ώμοι τραντάζονται και τα χέρια του κρέμονται στο πλάι. Τους κοιτάζω κι ένας κόμπος ανεβαίνει στο λαιμό μου. Η μητέρα του περιμένει, αλλά αυτή τη φορά δε λέει ούτε κάνει τίποτα. Την προηγούμενη φορά που το αγοράκι αντέδρασε έτσι το φώναξε να πάει γρήγορα κοντά της.

Θυμωμένο πετάει το στεφάνι κάτω στο δρόμο και μικρά λουλουδάκια κόβονται και σκορπάνε. «Τι να το κάνω; Εσένα θέλω!» του λέει. Εκείνος προσπαθεί να το ηρεμήσει, μα δε θέλω πια να δω άλλα και μπαίνω μέσα.

Περίμενα τη γυναίκα να βγει για το στεφάνι μα δεν το έκανε. Το μάζεψα εγώ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s