Η ελευθερία της Σούλας

Ο πατέρας μου συχνά μου έλεγε: μην αφήνεις το στόμα σου να προηγείται του μυαλού σου. Εκείνος το έλεγε, εγώ το άκουγα, αλλά στην πράξη πάντα το στόμα μου με προλάβαινε.

“Αχ, ωραίο πράγμα η ελευθερία, κύριε Νάσο μου.”
“Γιατί ρε Μήτσο, φυλακισμένο σε είχαν και δεν το ξέραμε;” “Αχαχούχα, πλάκα έχεις κύριε Νάσο. Πήγε η γυναίκα στο χωριό με τα παιδιά για να δουν την μάνα της.”
“Κι εσύ νιώθεις ελεύθερος τώρα, Μήτσο;”
“Λίγο το ‘χεις κύριε Νάσο; Ησυχία.”

Αυτά τώρα είναι πρωινή συζήτηση μετά καφέ στην μικρή πίσω αυλή του εργοστασίου. Ο Ιούλιος στην επίθεση, οι βάρδιες μισές, ο καύσωνας ολόκληρος και η παραγωγή όπως πάντα πεσμένη. Το εργοστάσιο κλείνει το μεγαλύτερο μέρος του Αυγούστου κι έτσι οι περισσότεροι παίρνουμε την άδειά μας εκείνες τις μέρες. Λέω οι περισσότεροι γιατί κάποιοι μένουν πάντα, η βάρδια ασφαλείας, έτσι την λέμε, μην έρθει καμιά επείγουσα παραγγελία ή κάτι συμβεί.

Αλλά όπως και στην περίπτωση του Μήτσου, υπάρχουν πολλοί με παιδιά και γιαγιά – παππού στο χωριό κι έτσι άλλοτε με την μητέρα κι άλλοτε – αν δουλεύει κι εκείνη – χωρίς την μητέρα, η μισή οικογένεια φεύγει για μερικές βδομάδες στο χωριό. Το ξέρω το συναίσθημα, το έχω νιώσει κι εγώ και σας βεβαιώ ότι το μόνο που δεν ένιωσα ήταν ότι ήμουν ελεύθερος. Μου έλειπε η κόρη μου, μου έλειπε η φασαρία της και η φωνή της από το κάθε δωμάτιο, ακόμα και στο γραφείο που λογικά δεν ήταν ποτέ εκεί.

Άπλωσε λοιπόν την αρίδα του ο Μήτσος και κοίταξε τον ουρανό με χαζό χαμόγελο και τραβώντας βαθιές ρουφηξιές από το τσιγάρο του.

“Αχ, ελευθερία,” αναφώνησε ο Μήτσος.
“Δεν μου λες ρε Μήτσο,” το στόμα που πάει πριν το μυαλό που λέγαμε. “Τι κάνεις κάθε μέρα στο σπίτι σου;”
“Ξέρω ‘γω;” Με κοίταξε περίεργα ο Μήτσος μην καταλαβαίνοντας την ερώτηση.
“Πες μου τι έκανες προχτές που ήταν εδώ η γυναίκα σου και τα παιδιά σου.”
“Πώς;”
“Το πρωί, τι έκανες το πρωί;”
“Ήρθα στη δουλειά.”
“Πριν έρθεις στη δουλειά. Ξύπνησες, έκανες μπάνιο, έφαγες πρωινό;”
“Ε, με ξύπνησε η Σούλα και αφού ντύθηκα, πλύθηκα και πήγα στην κουζίνα που μου είχε έτοιμο τον καφέ.”
“Η Σούλα.”
Ovi_greece_0717_006a.gif“Ε, ποιος άλλος;
“Σωστά,” και μετά ρε Μήτσο;
“Ε, έφαγα λίγο από το κέικ που είχε φτιάξει η Σούλα το προηγούμενο βράδυ και έκανα και δυο τσιγάρα.”
“Α, και κέικ για το πρωινό η Σούλα.”
“Να γλείφεις τα δάχτυλά σου κύριε Νάσο. Σιροπιαστό.”
“Μετά Μήτσο;”
“Μετά ήρθα στη δουλειά. Ξέρετε, κάποιος πρέπει να βάλει το ψωμί στο τραπέζι.”
“Κι όταν σχόλασες Μήτσο; Πήγες σπίτι;”
“Ε, πού αλλού να πάω κύριε Νάσο μεσημεριάτικα;”
“Και;”
“Φάγαμε.”
“Τι φάγατε ρε Μήτσο;”
“Γεμιστά. Φτιάχνει κάτι γεμιστά η Σούλα κύριε Νάσο, να χρειάζεσαι ολόκληρο το ταψί για να χορτάσεις γεύση.”
“Η Σούλα; Τι έκανε η Σούλα όλο το πρωί που ήσουν εσύ στη δουλειά;”
“Ξέρω ‘γω; Πήγε τα παιδιά στο πάρκο, πήγε στο σουπερμάρκετ και στο μαγαζί με τα υλικά γιατί χρειάζομαι εγώ κάτι για να βάψω ένα δωμάτιο…”
“Μπογιά;”
“Μπογιά και μια βούρτσα.”
“Σου πήρε η Σούλα την μπογιά;”
“Αφού εγώ ήμουνα εδώ.”
“Και υποθέτω ότι η Σούλα δεν έχει αυτοκίνητο.”
“Παίζεις με τον πόνο μου κύριε Νάσο, ένα έχουμε κι ακόμα το χρωστάμε.”
“Τι άλλο έκανε η Σούλα;”
“Έφτιαξε μεσημεριανό για τα παιδιά, τα έβαλε για ύπνο για καμιά ώρα και εκείνη έβαλε σίδερο γιατί με δυο παιδιά σ’ αυτήν την ηλικία, άστα κυρ Νάσο μου, βουνό τα ρούχα κάθε μέρα.”
“Αυτά;”
“Ε, πήγε τα παιδιά πάλι στο πάρκο γιατί βαριούνται μέσα στο σπίτι όλη την ώρα και μετά έκανε κάτι ψώνια ακόμα για τις διακοπές και γύρισε σπίτι να μαγειρέψει και να μαζέψει πριν γυρίσω εγώ.”
“Γιατί πριν γυρίσεις εσύ ρε Μήτσο;”
“Γιατί κύριε Νάσο, ξέρεις πώς κάνουν τα παιδιά το σπίτι το πρωί όταν δεν έχουν σχολείο; Χάος. Πλεϊμπομπίλ και αυτοκινητάκια παντού. Μια φορά κόντεψα να σπάσω το κεφάλι μου που πάτησα ένα από αυτά τα διαολεμένα τουβλάκια.”
“Και μετά Μήτσο;”
“Α, εγώ μετά χρειάζομαι μια ώρα ύπνο. Η κούραση από το εργοστάσιο κύριε Μήτσο, τότε μου βγαίνει.”
“Η Σούλα τι κάνει εκείνη την ώρα;”
“Φροντίζει τα παιδιά να μην κάνουν φασαρία για να ξεκουραστώ.”
“Κι όταν ξύπνησες Μήτσο;”
“Καφεδάκι, ένα κομμάτι κέικ και ηρεμία για να ξυπνήσω.”
“Το καφεδάκι η Σούλα φαντάζομαι.”
“Ε μα…”
“Ασ’ το. Και μετά, τι έκανες μετά;”
“Α, μετά πήγα στην καφετέρια για καφέ με τα παιδιά.”
“Τα παιδιά σου;”
“Όχι βέβαια, κάτι φιλαράκια που κάνουμε παρέα χρόνια τώρα.”
“Α, αυτά τα παιδιά.”
“Ε τι νόμιζες κύριε Νάσο;”
“Έλα ντε, τι να νόμιζα; Και η Σούλα;”
“Νομίζω ότι πήγε στο πάρκο με τα παιδιά και στο σουπερμάρκετ γιατί χρειαζόταν κάτι. Α, πήγε και στο μαγαζί γιατί η βούρτσα που πήρε για το βάψιμο δεν μου έκανε.”
“Γιατί δεν ήρθε στην καφετέρια;”
“Μα τι λες τώρα κύριε Νάσο; Και ποιος θα μείνει με τα παιδιά;”
“Σωστά.”
“Και τι ώρα γύρισες από την καφετέρια Μήτσο;”
“Ε, δεν θα ήταν εννέα; Καλοκαιράκι κύριε Νάσο, το τραβάει το έξω.”
“Κι όταν γύρισες;”
“Τηλεόραση κύριε Νάσο, τι άλλο να κάνεις; Δεν είναι καιρός για έξοδα.”
“Η Σούλα;”
“Η Σούλα είχε πολύ δουλειά ακόμα, να μπανιάρει τα παιδιά, να τα βάλει για ύπνο και να ετοιμάσει κάτι για το κολατσιό μου στην δουλειά.”
“Εσύ τηλεόραση.”
“Είχε και μπάσκετ.”
“Και μετά;”
“Ε, κατά τις δώδεκα πήγα και ξάπλωσα.”
“Με την Σούλα;”
“Η Σούλα ήρθε αργότερα γιατί ήθελε να απλώσει κάτι εφημερίδες στο δωμάτιο που θα βάψω.”
“Πάλι καλά που δεν την έστειλες πίσω με τον πεντάκιλο τενεκέ με το χρώμα.”
“Όχι, το χρώμα ήταν καλό.”
“Ρε συ Μήτσο, δεν είσαι εσύ που ελευθερώθηκες, η σκλάβα η Σούλα ήταν, αλλά …” και έφυγα για μην πω κάτι και το μετανιώσω ύστερα.

 

Θόδωρος Νάσος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s