Η απελευθέρωση των Σερρών

“Εν ονόματι του βασιλέως των Ελλήνων Κωνσταντίνου, απελευθερώ τας Σέρρας από του ζυγού των βαρβάρων και ειδεχθών επιδρομέων, καταλαμβάνω την πόλιν, προσκαλώ δε πάντας του κατοίκους ανεξαρτήτως φυλής, γλώσσης και θρησκεύματος να επανέλθωσιν εις τας ειρηνικάς αυτών ασχολίας”…

Ovi_greece_0616_097a.gifΜε αυτήν την ανακοίνωση, στις 29 Ιουνίου του 1913, ο διοικητής της 7ης Μεραρχίας συνταγματάρχης Ναπολέων Σωτήλης κατέλαβε επίσημα την πόλη των Σερρών, απελευθερώνοντάς την από τη βουλγαρική κατοχή. Το ίδιο βράδυ, με τηλεγράφημά του απευθυνόμενο προς το Στρατοδικείο, περιέγραφε την καταστροφή που είχε υποστεί η πόλη, ως εξής…

“Πόλις Σερρών εκάη ολόκληρος εξαιρέσει Τουρκικής και Εβραϊκής συνοικίας. Αγορά εκάη επίσης. Πληθύς γυναικοπαίδων ευρέθησαν φονευμένα ή απανθρακωμένα εντός οικιών. Πόλις στερείται άρτου. Απόλυτος ανάγκη ληφθώσι μέτρα συντόνως προς το διατροφήν πληθυσμού. Άστεγοι υπερβαίνουσι 20.000”.

Η απελευθέρωση της πόλης των Σερρών, τρεις μέρες μετά από την απελευθέρωση της Καβάλας και μόλις μία, πριν από την ιστορική σφαγή του Δοξάτου Δράμας, αποτελεί από τα κορυφαία ιστορικά γεγονότα της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, με συνεπακόλουθη την κατά πολύ καθυστερημένη ενσωμάτωση σημαντικών πόλεων της Ανατολικής Μακεδονίας, στο νεοελληνικό κράτος.

Στις 16 Ιουνίου του 1913 ξέσπασε ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, με συνδυασμένη επίθεση της Βουλγαρίας κατά της Ελλάδας και της Σερβίας, που από τις 19 Μαΐου, είχαν συνάψει μεταξύ τους συνθήκη συμμαχίας εναντίον της. Στο ελληνοβουλγαρικό μέτωπο, ο βουλγαρικός στρατός αρχικά επιτέθηκε κατά της Νιγρίτας, αιφνιδιάζοντας το Γ’ Σύνταγμα Ιππικού, το οποίο και εγκατέλειψε την περιοχή για να μην αιχμαλωτιστεί και η περιοχή καταλείφθηκε. Στις 20 Ιουνίου, έχοντας πρώτα εκκαθαρίσει από τους εναπομείναντες Βουλγάρους την πόλη της Θεσσαλονίκης, ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε την ολοσχερώς κατεστραμμένη από τους Βουλγάρους, Νιγρίτα. Οι σφαγιασμένοι πληθυσμοί και τα πυρπολημένα σπίτια της όμορφης σερραϊκής κωμόπολης αποτελούσαν δείγμα αυτού που επρόκειτο να ακολουθήσει μια εβδομάδα αργότερα, στις Σέρρες.

Στις 21 Ιουνίου, η άμυνα των Βουλγάρων είχε εξασθενίσει, γεγονός το οποίο, ήδη από την επομένη, 22 Ιουνίου, τους έθεσε σε διαδικασία σταδιακής αποχώρησης από τις Σέρρες. Τελευταία γραμμή άμυνας για τους Βουλγάρους υπήρξε το Ντεμίρ Χισάρ (σημερινό Σιδηρόκαστρο), όπου διεξήχθη διήμερη μάχη, στις 26 και 27 Ιουνίου, πρώτες ημέρες απελευθέρωσης της γειτονικής πόλης Καβάλας. Οι Βούλγαροι, πριν από την τελική αποχώρησή τους από την περιοχή, προέβησαν σε άγριες σφαγές των πληθυσμών του Σιδηροκάστρου.

Ovi_greece_0616_097bΚαι ενώ αυτά συνέβαιναν περιφερειακά της πόλης των Σερρών, οι βουλγαρικές αρχές της υπό κατοχή πόλεως, είχαν αρχίσει τις συλλήψεις επιφανών πολιτών της, ήδη από τις 20 Ιουνίου. Μεταξύ των ομήρων, που αργότερα βρέθηκαν κατακρεουργημένοι, υπήρξαν ο γυμνασιάρχης Λεωνίδας Παπαπαύλου, ο γιατρός Αναστάσιος Χρυσάφης, ο φαρμακοποιός Νέστωρ Φωκάς, ο αρτοποιός Γεώργιος Βλάχος και ο τραπεζίτης Κωνσταντίνος Σταμμούλης, ενώ ο Μητροπολίτης Σερρών, Απόστολος, είχε τεθεί σε κατ’ οίκον περιορισμό κι η κυκλοφορία των πολιτών είχε απαγορευθεί. “Εβδομάς Παθών των Σερραίων Ελλήνων”, έγραφε αργότερα, στα απομνημονεύματά του, ο Μητροπολίτης.

Στις 24 Ιουνίου και ενώ τμήματα του βουλγαρικού στρατού υποχωρούσαν προς το Βορρά, με υπόδειξη του Μητροπολίτη, συγκροτήθηκε ένοπλη πολιτοφυλακή για την προστασία των κατοίκων των Σερρών, αποτελούμενη από χίλια άτομα, Χριστιανούς και Οθωμανούς, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Αγκιά Μπέη, Τούρκο με καταγωγή από τις Σέρρες. Αυτή η πολιτοφυλακή κατόρθωσε να απωθήσει κάποια βουλγαρικά αποσπάσματα, το βράδυ όμως της 27ης Ιουνίου, δύναμη του βουλγαρικού στρατού κατέλαβε τα γύρω υψώματα και από το πρωί της επόμενης μέρας, άρχισε ο βομβαρδισμός των Σερρών. Οι ανεκπαίδευτοι πολιτοφύλακες ήταν εύκολη λεία για το βουλγαρικό ιππικό, που εισέβαλε στην πόλη, σκορπίζοντας τρόμο και όλεθρο.

Πρώτος στόχος υπήρξαν τα 150 άτομα που είχαν αναζητήσει άσυλο στο Προξενείο της Αυστροουγγαρίας, τα οποία και απήχθηκαν μαζί με τον υποπρόξενο και απελευθερώθηκαν μόνο μετά την καταβολή λύτρων. Το ίδιο συνέβη και με τον πρόξενο της Ιταλίας και τα 600 άτομα, μεταξύ αυτών και πολλά γυναικόπαιδα, που είχαν καταφύγει στο ιταλικό Προξενείο.

Μεσημέρι της 28ης Ιουνίου, ο διευθυντής της τοπικής βουλγαρικής Αστυνομίας εξέδωσε εντολή, να πυρποληθεί το κέντρο της πόλης. Περίπου 4.000 σπίτια και 1.000 καταστήματα πυρπολήθηκαν, ενώ ανήμποροι, ηλικιωμένοι και γυναικόπαιδα κείτονταν απανθρακωμένοι μέσα στα ερείπια. Τα θύματα της φωτιάς υπολογίζονται σε 100.

Την επόμενη μέρα, στις 29 Ιουνίου, η πόλη απελευθερώθηκε από ελληνικά στρατεύματα της 7ης Μεραρχίας. Κατά τη διάρκεια του εορτασμού της απελευθέρωσης, στον Άγιο Γεώργιο τον Κρυονερίτη, ο Μητροπολίτης Σερρών, Απόστολος, τόνισε χαρακτηριστικά: “Σήμερα καταργείται για πάντα η δουλεία και τελείται το εθνικό Πάσχα των Σερραίων”. Πρώτος φρούραρχος της πόλης ανέλαβε ο ταγματάρχης Κωνσταντίνος Μαζαράκης, ο καπετάν Ακρίτας του Μακεδονικού Αγώνα.

Η καταστροφή της πόλης των Σερρών απασχόλησε κατά το επόμενο διάστημα, τόσο τον ελληνικό, όσο και τον ξένο Τύπο. Ο Ιταλός δημοσιογράφος Ρομπέρτο Λάργκο, σε ανταπόκρισή του της 18ης Ιουλίου του 1913, στην ιταλική εφημερίδα Κοριέρε ντέλα Σέρα, έγραφε:

“Οι στρατιώται και αξιωματικοί επεδόθησαν εις πράξεις ανηκούστου βαρβαρότητας. Εισήρχοντο βιαίως εις τας οικίας και διέτρεχον απειλητικοί τας οδούς. Τους μεν εβασάνιζαν, τους δε γέροντας και ασθενείς έδερον και μετέδιδον το πυρ εις όλα τα καταστήματα και εις τα μέγαρα. Επετέθησαν και κατά του ελληνικού νοσοκομείου και έρριξαν εκτός αυτού τους ασθενείς εις τινα κήπον. Έπειτα επυρπόλησαν το φιλανθρωπικόν τούτο καθίδρυμα. Οι βούλγαροι διέτρεχον τας οδούς φέροντες μεθ’ εαυτών δοχεία βενζίνης και πετρελαίου, βρέχοντες δε τας οδούς και ραντίζοντες τας οικίας, έθετον ακολούθως πυρ. Αυτός ο αρχηγός της Χωροφυλακής εθεάθη περιφερόμενος ανά την πόλιν και μεταδίδων το πυρ. Αι Σέρραι ήταν πλουσία πόλις, έχουσα 30.000 κατοίκους. Τώρα είναι σωρός ερειπίων”.

Ο Κύπριος δημοσιογράφος Χρήστος Παντελίδης, τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, έγραφε στην εφημερίδα της Λεμεσού, Σάλπιγγα:

“Θα ανεγνώσατε πολλάς περιγραφάς των καταστροφών εις αθηναϊκάς εφημερίδας. Σας βεβαιώ, ότι δεν αποδίδουν ουδέ κατά προσέγγισιν το μέγεθος της συμφοράς. Είναι όλοι κατώτεραι της πραγματικότητας. Δεν θα αναλάβω να σας το περιγράψω εγώ, διότι ωρισμένως θα υστερήσω πολύ περισσότερον. Φαντασθήτε μόνον μίαν πλουσίαν πόλιν με μεγαλοπρεπείς οικοδομάς, με πλούσια καταστήματα, μεταβαλλόμενην αίφνης εις έναν άμορφον σωρόν ερειπίων. Εκ των 24 εκκλησιών, μόνον 3 διασώθηκαν. Όλη η ελληνική συνοικία είναι κατεστραμμένη. Μόνο μέρος της τουρκικής σώζεται, όπου κατέφυγαν και οι λοιποί”.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s