Σαββάτο απόγευμα

Τα Σάββατα τα απογεύματα είναι σχεδόν ιερά για μένα και κάνω κάτι κάθε Σαββάτο με θρησκευτική ευλάβεια ότι κι αν συμβαίνει. Παίρνω δυο σαββατιάτικες εφημερίδες, αυτές που έχουν το ίδιο βάρος με οκταόροφη βιβλιοθήκη και πηγαίνω για καφέ στην πλατεία. Αράζω κάτω από τις ομπρέλες και ψευτοδιαβάζοντας την εφημερίδα μου, πίνω το καφεδάκι μου και παρατηρώ τους γύρω μου. Ή καλυτέρα ακούω τους γύρω μου. Είναι πολύ αστείο το τι λένε όλοι νιώθοντας περίεργα απομονωνόμενοι σε μια καφετέρια, σε μια πλατεία με εκατοντάδες άτομα να κυκλοφορούν παντού γύρω τους.

Ovi_greece_0617_036a.gifΆντρας γύρω στα τριανταπέντε κάθεται στο διπλανό τραπέζι με εξάχρονο κοριτσάκι. Έχω δει ήδη την μητέρα να τους αφήνει για να κάνει κάτι «γρήγορα» ψώνια μόνη της και ενώ ο πατέρας έχει παραγγείλει φραπέ, η μικρή έχει ζητήσει δυο μπάλες παγωτό, μια σοκολάτα και μια φράουλα. Η μητέρα πριν φύγει και κουνώντας το δάχτυλο είχε ενημερώσει πατέρα και κόρη ότι μια μπάλα ήταν αρκετή, αλλά ο πατέρας ελπίζοντας ότι θα εξαγοράσει την ησυχία του είχε υποχωρήσει στις δυο μπάλες.

Η μικρή τρώει λαίμαργα το παγωτό έχοντας βαφτίσει τραπέζι και μπλουζάκι και στην φράουλα και στην σοκολάτα αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να παρατηρεί τον πατέρα της που έχει ανάψει τσιγάρο και χαζοκοιτάει κάτι παιδιά που παίζουν μπάλα στην πλατεία.

«Μπαμπά…»
«Έλα; Έχει κάτι το παγωτό;»
«Καλό είναι αλλά έχω ερώτηση». Από το βλέμμα του φάνηκε αμέσως ότι η μικρή ήταν στην περίοδο των ερωτήσεων, των πώς και των γιατί που οι μεγάλοι τις περισσότερες φορές δεν μπορούν να απαντήσουν και προσεύχονται να μην ξεκινήσουν γιατί για περίεργο λόγο δεν σταματάνε.

«Τι είναι;» Ανόητε, ακόμα δεν έμαθες πώς να ξεφεύγεις από ένα εξάχρονο.
«Το ξέρεις ότι έχεις πολλές άσπρες τρίχες στα γενιά σου;» Ασυναίσθητα ο πατέρας χάιδεψε το γένι του.
«Μάλλον έτσι θα είναι. Αφού το λες εσύ που το βλέπεις.»
«Γιατί;»
«Γιατί, τι;»
«Γιατί έχεις άσπρες τρίχες;» Ο πατέρας σκέφτοταν αλλά το είδα στο μάτι του που ξαφνικά γυάλισε ότι είχε ιδέα να ξεφύγει από το θέμα.
«Γιατί κάθε φορά που κάνεις κάτι που με στεναχωρεί βγαίνει και μια καινούργια άσπρη τρίχα.»
Η μικρή έμεινε με το κουταλάκι στον αέρα και ο πατέρας την κοίταξε εμφανώς ανήσυχος μήπως το παράκανε.
«Κατάλαβα,» μουρμούρισε η μικρή και γύρισε στο παγωτό της. Βαθιά ανάσα ο πατέρας και σε στιγμή αυτοσιγουριάς και αυτοκαταστροφής γυρίζει και ρωτάει: «Τι κατάλαβες Ελένη;»
«Γιατί η γιαγιά, η μαμά σου έχει τόσο άσπρα μαλλιά.»

Δεν άντεξα. Όσο κι αν ήθελα να προσποιηθώ ότι δεν άκουγα, έσκασα στα γέλια.

«Δεν μπορεί ρε παιδί μου να μένει ακόμα μαζί σας».
«Και τι να κάνω; Αφού τη μια είναι άνεργος και την άλλη παίρνει πενταροδεκάρες. Αφού τα ξέρεις.»
«Τι να ξέρω; Να πάει σε καμία αποθήκη να κουβαλάει κούτες. Δεν μπορείτε να τον ταΐζετε πια εσύ με την σύνταξη σου.»
«Του τα λέω, δεν του τα λέω…»
«Ολόκληρος άντρας είναι πια, εμείς στην ηλικία του…»
«Άσε εμάς…»
«Πόσων χρονών είναι τώρα ο γιος σου;»
«Τριανταδύο.»

Πού να αντέξω ο δυστυχής με τόση βλακεία;

«Τι να σου πω βρε Τασία μου, και να σκεφτείς ότι έχει τρία παιδιά.
«Πόσα αγόρια;»
«Κανένα».
«Κορίτσια;»

Τι άλλο να σας πω; Καταλαβαίνετε τώρα γιατί λατρεύω τόσο πολύ τα Σάββατά μου στην καφετέρια;

Θόδωρος Νάσος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s