Τζωρτζ Όργουελ

O Έρικ Άρθουρ Μπλαιρ (Eric Arthur Blair), γνωστός περισσότερο με το συγγραφικό του ψευδώνυμο Τζωρτζ Όργουελ, γεννήθηκε στο Μοτιάρι της Βρετανοκρατούμενης Ινδίας, στις 25 Ιουνίου του 1903. Συγγραφέας, λογοτέχνης και δημοσιογράφος, ο Τζωρτζ Όργουελ συγκαταλέγεται στους Άγγλους συγγραφείς του 20ου αιώνα, που άσκησαν με το έργο τους τεράστια επιρροή. Μέσα από την καθαρότητα του λόγου του, τη συνειδητότητα των κοινωνικών ανισοτήτων, την αντίθεσή του στα ολοκληρωτικά καθεστώτα και την αφοσίωσή του στον δημοκρατικό σοσιαλισμό, ο Όργουελ θεωρείται για τη γενιά του, ως ένας από τους σημαντικότερους χρονικογράφους της αγγλικής κουλτούρας.

Ovi_greece_0616_032a

Γιος κατώτερου διοικητικού υπαλλήλου της Ινδικής Δημόσιας Υπηρεσίας στο Τμήμα Οπίου, ο Όργουελ είχε καταγωγή από παππού και προπάππου που έφεραν τίτλους ευγενείας, με παράλληλη μεγάλη οικονομική ευμάρεια. Οι τίτλοι κληροδοτήθηκαν στις επόμενες γενιές, δεν συνέβη όμως το ίδιο και με την ευμάρεια. Ο ίδιος ο συγγραφέας, περιγράφοντας την οικογένειά του, έλεγε πως ήταν “το κατώτερο μέρος της ανώτερης και μεσαίας τάξης”.

Έναν χρόνο μετά τη γέννησή του, το 1904, η μητέρα του εγκαταστάθηκε με τα παιδιά της στο Όξφορντσαϊρ της Αγγλίας και ο Όργουελ ξαναείδε τον πατέρα του, το 1912. Από το  ημερολόγιο που διατηρούσε η μητέρα του, διαπιστώνεται μία ανατροφή με έντονη κοινωνική δραστηριότητα και πολλές καλλιτεχνικές ανησυχίες. Επιθυμία της μητέρας του ήταν ο γιος της να φοιτήσει σε ιδιωτικό σχολείο, αλλά αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στα δίδακτρα. Με υποτροφία που κέρδισε υποβοηθούμενος από τον θείο του, το 1911 εγγράφηκε στο σχολείο του Αγίου Κυπριανού με μειωμένα δίδακτρα, κάτι το οποίο δεν πληροφορήθηκε ποτέ, παρόλο που είχε αντιληφθεί ότι προερχόταν από μη εύπορη οικογένεια. Ο Όργουελ μισούσε το σχολείο και πολλά χρόνια αργότερα, έγραψε ένα δοκίμιο που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, με τίτλο Such, Such Were the Joys, με θέμα τα χρόνια του εκεί.

Πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οικογένεια μετακόμισε στο Σίπλεϊκ και ο Όργουελ συνδέθηκε φιλικά με την οικογένεια Μπάντικομ, ειδικά με την κόρη τους, Υακίνθη. Με την Υακίνθη διάβαζαν και έγραφαν ποίηση και ονειρεύονταν να γίνουν διάσημοι συγγραφείς.

Δύο ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν σε τοπική εφημερίδα του Όξφορντσαϊρ ως μέρος σχολικών εργασιών, του χάρισαν από κριτική εξωτερικού σχολικού αξιολογητή υποτροφίες για τα κολλέγια του Ουέλλινγκτον και του Ήτον, όπου φοίτησε από το 1917 ως τον Δεκέμβριο του 1921. Στην παιδική του φίλη Υακίνθη, ο Όργουελ έγραφε, ότι στο Ήτον ένιωθε “ευτυχισμένος και σε πνευματική εγρήγορση”.

Οι επιδόσεις του όμως δεν ήταν αρκετά καλές, ώστε να του προσφέρουν κι άλλη υποτροφία για να συνεχίσει τις σπουδές του και οι γονείς του δεν είχαν τους οικονομικούς πόρους να τον στείλουν στο πανεπιστήμιο. Έτσι, η οικογένεια αποφάσισε ότι θα έπρεπε να καταταγεί στην Αυτοκρατορική Αστυνομία, πρόδρομο της Ινδικής Αστυνομίας και ο Όργουελ, περνώντας επιτυχώς τις εξετάσεις, εντάχθηκε στην Ινδική Αυτοκρατορική Αστυνομία. Το 1922, επιβαίνοντας στο S.S. Herefordshire, έπλευσε μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και της Κεϋλάνης προς την Μπούρμα (Βιρμανία), όπου τοποθετήθηκε ως πρωτοδιοριζόμενος.

Μετά από διάφορες μεταθέσεις, το 1924, τοποθετήθηκε σε μια περιοχή κοντά στο Ρανγκούν και ο Όργουελ επισκεπτόταν όσο συχνότερα μπορούσε την πλησιέστερη μεγάλη πόλη, “για να ξεφυλλίσει βιβλία στο βιβλιοπωλείο, να φάει καλομαγειρεμένο φαγητό και να ξεφύγει από τη βαρετή ρουτίνα της αστυνομικής ζωής”.

Το 1927, μετά από βαριά ασθένεια για την οποία του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια και μετέβη στην Αγγλία, ο Όργουελ επαναπροσδιόρισε τη ζωή του και αποφάσισε να παραιτηθεί από την Ινδική Αυτοκρατορική Αστυνομία και να γίνει συγγραφέας. Το μυθιστόρημά του Μπούρμα (1934), καθώς και τα δοκίμιά του Η Κρεμάλα (1931) και Πυροβολώντας έναν ελέφαντα (1936), είναι εμπνευσμένα από τις εμπειρίες που έζησε ως αστυνομικός στη Βιρμανία.

Έκτοτε έζησε για καιρό φτωχική ζωή στο Παρίσι και το Λονδίνο, αλλάζοντας περιστασιακά επαγγέλματα και συναναστρεφόμενος με περιθωριακούς. Επρόκειτο για μια συνειδητή απόρριψη του αστικού τρόπου ζωής, που συνοδεύτηκε από την πολιτική του ωρίμανση. Ο ίδιος χαρακτήριζε τον εαυτό του αναρχικό.

Στην Αγγλία, αρχικά εγκαταστάθηκε στο σπίτι της οικογένειας στο Σάουθγουολντ, όπου ξαναήρθε σε επαφή με παλιούς του φίλους και με τον παλιό του δάσκαλο, Gow, τον οποίο συμβουλεύτηκε για το πώς να γίνει συγγραφέας. Αρχές φθινοπώρου του 1927, μετακόμισε στο Λονδίνο, όπου εγκαταστάθηκε στην οδό Πορτομπέλλο, που ακόμα σήμερα φέρει προς τιμήν του, πινακίδα με το όνομά του. Τα βιβλία του Οι αλήτες του Παρισιού και του Λονδίνου (1933), Μέρες της Μπούρμα (1934), Η κόρη του παπά (1935) και Ο δρόμος προς την αποβάθρα του Γουίγκαν (1937), δίνουν το χρονικό της περιόδου αυτής και καταγράφουν την εξέλιξη των ιδεών του.

Από τις κορυφαίες στιγμές της ζωής του ήταν η συμμετοχή του στον ισπανικό Εμφύλιο. Στρατευμένος στη δημοκρατική πολιτοφυλακή, πολέμησε και τραυματίστηκε, για να συγκρουστεί αργότερα με τους κομμουνιστές. Στο βιβλίο του Πεθαίνοντας στην Καταλονία (1938), αποτύπωσε μοναδικά τις εμπειρίες και τη δράση του.

Με την έκρηξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου τοποθετήθηκε διευθυντής της Ινδικής Υπηρεσίας του BBC, απ’ όπου αποχώρησε το 1943. Στη συνέχεια, ως λογοτεχνικός συντάκτης της εφημερίδας Tribune, διαμόρφωσε πολιτικές θέσεις με σοσιαλιστική κατεύθυνση, διαφοροποιημένος ωστόσο από την επίσημη γραμμή των Εργατικών.

Ο Όργουελ έγραψε κριτικές λογοτεχνίας, ποίηση, μυθιστορήματα και πολεμικές ανταποκρίσεις. Έγινε διάσημος με το μυθιστόρημά του 1984, μια αριστουργηματική όσο και εφιαλτική σκιαγράφηση του ολοκληρωτικού καθεστώτος, όπου τα πάντα εξελίσσονται υπό την παρακολούθηση του “Μεγάλου Αδελφού” και την πολιτική του αλληγορία Η Φάρμα των Ζώων (1945), εμπνευσμένη από τη Ρωσική Επανάσταση και τη σταλινική περίοδο στην ΕΣΣΔ, που εκτός από διάσημο τον έκανε και πλούσιο. Το βιβλίο του Φόρος Τιμής στην Καταλονία (1938), είναι μία καταγραφή των εμπειριών του από τον Ισπανικό Εμφύλιο και είναι ευρέως αναγνωρισμένο, όπως και τα πολυάριθμα δοκίμιά του πάνω σε θέματα πολιτικής, λογοτεχνίας, γλώσσας και πολιτισμού. Το 2008, οι Times, τον κατέταξαν δεύτερο στη λίστα με τους 50 κορυφαίους Βρετανούς συγγραφείς από το 1945.

Το έργο του συνεχίζει να επηρεάζει τη μαζική και πολιτική κουλτούρα και ο όρος “οργουελικός”, περιγραφικός ολοκληρωτικών και απολυταρχικών πρακτικών, εντάχθηκε στο λεξιλόγιο μαζί με αρκετούς από τους νεολογισμούς του, συμπεριλαμβανομένων των: Ψυχρός Πόλεμος, Μεγάλος Αδελφός, Αστυνομία Σκέψης, Δωμάτιο 101, Διπλή Σκέψη, Έγκλημα Σκέψης. Ο αντικομμουνισμός του έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε το 1949, παρέδωσε στη βρετανική κυβέρνηση 38 ονόματα συμπαθούντων την Αριστερά, μεταξύ αυτών και τον Τσάρλι Τσάπλιν.

Το 1950, λίγο πριν το θάνατό του στις 21 Ιανουαρίου και σε ηλικία μόλις 47 ετών, ο συγγραφέας απαγόρευσε ρητά τη συγγραφή της βιογραφίας του, κάτι που τελικά δεν τηρήθηκε από τους πολυάριθμους βιογράφους του.

Το 1958, η χήρα του Σόνια σε συνεργασία με τον Ίαν Άνγκους επιμελήθηκε και εξέδωσε σε τέσσερις ογκώδεις τόμους το σύνολο σχεδόν των δοκιμίων, των άρθρων, των βιβλιοκρισιών, των επιστολών, αλλά και των ημερολογίων που ο ίδιος είχε κρατήσει κατά διαστήματα.

Το σπίτι των προγόνων του στο Μοτιάρι της Ινδίας έχει ανακηρυχθεί ιστορικό διατηρητέο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s