Ιστορίες Παράνοιας #6 : Ο κύριος Α-πίθανος

Σπανίως πια κάνω βόλτες στα μαγαζιά. Ο λόγος είναι απλός: Δεν μπορώ να αγοράσω. Κι όταν λέμε τίποτα, εννοούμε τίποτα. Το «φάτε μάτια ψάρια» υπήρξε καλό υποκατάστατο όταν είχες να περιμένεις λεφτά και στο ενδιάμεσο ξεχαρμάνιαζες με οφθαλμόλουτρο, μέχρι να πάρεις το χρήμα και να βγεις. Τώρα είναι περισσότερο βασανιστήριο, γιατί όσο οφθαλμόλουτρο και να κάνεις, δεν υπάρχει περίπτωση να αγοράσεις. Κάνεις τη βόλτα, βλέπεις όλα αυτά τα ωραία, και τις φροτέ πετσέτες προσώπου, και το χειροποίητο ψάθινο καλάθι για τα άπλυτα, και το σετ καλλυντικών με τη χρυσόσκονη, το παπούτσι ή το τζιν ή το κινητό ή το μπλουζάκι ή το ένα ή το άλλο ή το παράλλο και απλά λες «καλά, εσύ επτώχευσες νωρίς».

Ovi_greece_0617_031a.gifΗ αγορά βογκάει. Οι απίθανοι πελάτες βογκάνε (απίθανοι ναι, γιατί δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν πιθανοί), οι μαγαζάτορες βογκάνε, οι μεν θέλουν αλλά δεν μπορούν, οι δε κρέμονται από τις εισπράξεις κάθε μέρας γιατί το «δώσε» δεν περιμένει να εισπράξεις αλλά έχεις δεν έχεις πρέπει να το δώσεις και αν δεν έχεις συσσωρεύεται και φτάνει ως το άπειρο (ή ως την απόφαση να το κλείσεις. Και μετά; Άλλο θέμα αυτό).

Κατά κάποιον παράξενο τρόπο, μαγαζάτορες κι απίθανοι πελάτες έγιναν ξαφνικά οχτροί. Κοιτιούνται με μισό μάτι, λοξά, έτοιμοι να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλο. Ο απίθανος πελάτης κοιτά με μίσος όλα αυτά που θέλει αλλά δεν μπορεί (ακόμα και αυτά που έχουν περάσει από το «θέλω» στο «χρειάζομαι» κι αυτό είναι ακόμα χειρότερο – τι θα πεις στο παιδί σου, κόφ’τα δάχτυλά σου να μη μεγαλώνει το πόδι σου; Τι θα κάνεις, δε θα περπατάς για να μη χαλάσεις ΠΟΤΕ τα παπούτσια σου ώστε να μη χρειαστείς άλλο ζευγάρι;), ο μαγαζάτορας κοιτάει με μίσος αυτόν από τη διάθεση και δυνατότητες του οποίου είναι απόλυτα εξαρτημένο το μέλλον της επιβίωσής του, και κάπως έτσι λοξά και με το μίσος να ξεχειλίζει από τους πόρους των μεν και δε, προσπερνάει ο ένας τον άλλο …μέχρι την επόμενη φορά.

Ξαφνικά, ο απίθανος πελάτης βάζει έναν τεράστιο γρύλλο στο μυαλό του και δουλεύει: Γιατί αυτό να κάνει τόσο; Γιατί δεν πέφτουν οι τιμές; Γιατί στη λαϊκή ή στο κινέζικο είναι στη μισή τιμή; Γιατί δεν κάνει παραπάνω έκπτωση; Αν ο Χ πουλάει 10ε, ο Ψ γιατί πουλάει το ίδιο 20ε; Άρα παίρνει να ρίξει την τιμή. Μήπως είναι κινέζικο; Μήπως από μένα θέλουν να βγάλουν τα σπασμένα; Μήπως είναι ελέφαντας; Μήπως η γη είναι επίπεδη; Ο καημένος κύριος Απίθανος δεν έχει και δεν του φτάνουν και λίγο θέλει να παρηγορηθεί σαν την αλεπού με τα κρεμαστάρια.

Ξαφνικά, ο μαγαζάτορας βάζει κι αυτός έναν τεράστιο γρύλλο να δουλεύει στο μυαλό του, όμως τον κυνηγάει και το τέβε, τον κυνηγάνε και τα πάγια εις διπλούν (μαγαζί και σπίτι όμπβιουσλι) και βγάζει και λίγη καφρίλα προς τα έξω, αδυνατώντας να την κρατήσει μέσα του και να παραμείνει στο γρύλλο: Καλά, φοράει παντελόνι Ντίζελ και τσιγκουνεύεται το εικοσάρικο για μια μπλούζα; Με ολόκληρο Οκτάβια δεν μπορεί να δώσει 30 για ένα φόρεμα; Με 15ε στην τσέπη ήρθες κυρά μου να αγοράσεις φουστάνι για το γάμο; Καλά, ένας φυσιολογικός πελάτης ΔΕ θα μπει εδώ μέσα; Ο καημένος μαγαζάτορας, συνεταιράκι με την εφορία μόνο που η εφορία τζαστ τα παίρνει και κάθεται. Γιατί; Δεν του φτάνουν κι όλοι ζητάνε, κι αν περιμένει από τον απίθανο πελάτη σώθηκε.

Καμιά φορά, ο απίθανος πελάτης που κρατάει το τελευταίο του πενηντάρικο και που με αυτό πρέπει να περάσει ως το τέλος του μήνα (και ω θεοί, ο μήνας έχει ακόμα άλλο τόσο να τελειώσει) μπαίνει μέσα στο μαγαζί, μήπως – ΜΗΠΩΣ και ξεγελαστεί, μήπως και με τα μισά κατάφερνε να βρει κάτι. Κάτι. Τι απ’ όλα;

Ο μαγαζάτορας κοιτάει. Κοιτάει τον απίθανο πελάτη και σκέφτεται το ρεύμα που καίει, τον κλιματισμό, τα φώτα. Σκέφτεται το ενοίκιο και ότι πρέπει να βάλει συναγερμό κάποια στιγμή και να βάψει το μαγαζί. Σκέφτεται τα λεφτά του απίθανου πελάτη. Σκέφτεται ακόμα ένα δωδεκάωρο χωρίς νόημα.

Ο απίθανος πελάτης προσπαθεί να βρει τον πιο απίθανο τρόπο να χωρέσει μέσα σε μισό πενηντάρικο όλα όσα θέλει να αγοράσει, που δεν τα θέλει απλώς αλλά τα χρειάζεται: Ένα παντελόνι, ένα ζευγάρι αθλητικά για το παιδί, ένα πουκάμισο του συζύγου, τέλειωσε και το τυρί, τέλειωσε και το απορρυπαντικό, κι έχει και πέντε πλυντήρια μαζεμένα που πρέπει να βάλει …χθες.

Ο μαγαζάτορας βλέπει τον απίθανο πελάτη να γυρίζει γύρω γύρω, του λέει καλημέρα αλλά εκείνος δεν απαντά – μα πώς να στριμώξεις όλα όσα χρειάζεσαι σε μισό πενηντάρικο; – ζοχαδιάζεται, ο απίθανος πελάτης ανακατεύει και κοιτάζει κάθε πράγμα εξονυχιστικά λες και εμπορεύεται διαμάντια, ψάχνει στο κάθε τι να βρει την τιμή, παίρνει κάτι, βλέπει κάτι άλλο, αλλάζει γνώμη, το αφήνει, τα νεύρα του μαγαζάτορα κρόσσια, δε φτάνουν όλα, θα έχει κι επιπλέον ένα μαγαζί κώλο να τακτοποιήσει μετά.

Ο απίθανος πελάτης νιώθει λίγο άσχημα – τι ήθελε και μπήκε; Δε γίνονται αυτά τα μαθηματικά. Με μισό πενηντάρικο μόνο να σκέφτεσαι μπορείς – αλλά η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία και ίσως – ΙΣΩΣ αν έκοβε κάτι από το μεσημεριανό τραπέζι για δυο βδομάδες, ίσως να μπορούσε να αγοράσει τα παπούτσια του παιδιού και ίσως να έβρισκε κανένα πουκάμισο σε κάποιο καλάθι με ελαττωματικά. Αλλά… το παιδί χαλάει τα παπούτσια του κάθε μήνα, μήπως να έπαιρνε παπούτσια από το καλάθι και ένα καλύτερο πουκάμισο; Αλλά όχι και από καλάθι τα παπούτσια του παιδιού, μη στραβώσουν και τα πόδια του, μη βγάλει και μύκητες. Ο θειός του απίθανου πελάτη κάποτε είχε τρία χρόνια με ονυχομυκητίαση από παπούτσι καλαθιού. Όχι, όχι, θα το πάρει το ζευγάρι, θα αφήσει το πουκάμισο.

Ο μαγαζάτορας ξεφυσά με τρόπο που να δείχνει ότι η υπομονή του έχει εξαντληθεί. Ακόμα ένας τζαμπατζής που περιμένει με το τίποτα να τα αγοράσει όλα. Ακόμα ένας ανακατωσούρας που έκανε το μαγαζί άνω κάτω για το τίποτα. Ας φύγει επιτέλους να πάει στο διάολο, δεν πρόκειται να αγοράσει τίποτα, να πάει κι ο μαγαζάτορας να συνεχίσει το σταυρόλεξό του ή το κουτσομπολιό ή το σήριαλ που έχει στο pause τόση ώρα. Ο απίθανος πελάτης καταλαβαίνει ότι είναι ανεπιθύμητος. Ο μαγαζάτορας δεν πρόκειται να ασχοληθεί για μισό πενηντάρικο. Κοιτιούνται λοξά και με μίσος. Ο απίθανος πελάτης που για μια στιγμή υπήρξε πιθανός κι έτοιμος να θυσιάσει το μισό του πενηντάρικο, αυτό με το οποίο πρέπει να περάσει άλλο μισό μήνα, αποφασίζει ότι τέτοιος μαγαζάτορας με τέτοια μουτρα δεν αξίζει τέτοια θυσία.

Γυρίζει την πλάτη του, φεύγει. Από πίσω τον ακολουθεί μια μούντζα και ένα γαμοσταυρίδι κι ένα σχόλιο του τύπου «πού πας μωρή σαλούφα, δε βλέπεις πώς είσαι θες και ρούχα», ή «τράβα σε κανένα παζάρι να ψωνίσεις μια ντουλάπα ρούχα με δέκα ευρώ».

Η μέρα τελειώνει, ο κύριος Απίθανος κρατά σφιχτά το πενηντάρικο στα χέρια, άλλη μια μέρα που άντεξε να μην το σπάσει σκέφτεται, ο μαγαζάτορας κατεβάζει ρολά και σκέφτεται τους λογαριασμούς που έληξαν ήδη, κάτι τιμολόγια κι ένα ΦΠΑ, γυρίζουν στα σπίτια τους, και η ιστορία θα επαναληφθεί την επόμενη μέρα.

Κατερίνα Χαρίση

*************************************

Ιστορίες Παράνοιας #1#2#3#4#5#6

Advertisements

9 σκέψεις σχετικά με το “Ιστορίες Παράνοιας #6 : Ο κύριος Α-πίθανος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s