Οι γερμάδες

Είχα σταματήσει στο σουπερμάρκετ να πάρω κανένα φρούτο και θυμήθηκα τον Κωνσταντάρα σε εκείνη την ταινία που κάνει τον σπαγγοραμένο και παζαρεύει το μισό πεπόνι. Γιατί, τι διάολο αγροτοπαραγωγική και φρουτοπαραγωγική χώρα είμαστε όταν ένα πεπόνι μια σταλιά στοιχίζει όσο ένα δαχτυλίδι από τον Λαλαούνη;

«Συγνώμη βρε άνθρωπέ μου, με το κιλό τα πουλάτε ή με τις ανταύγειες χρυσού;»
«Δεν είναι η εποχή τους.»
«Δηλαδή οι γερμάδες θα πρέπει να είναι πιο φτηνοί που είναι η εποχή τους;»
«Τσου.» Με την χαρακτηριστική κίνηση του κεφαλιού.
«Γιατί;»
«Γιατί είναι εισαγόμενοι».

Ovi_greece_0617_025a.gifΚαι με αυτό το τελευταίο κι εμένα κοκκαλωμένο να κοιτάει το καφάσι τους γερμάδες, έφυγε.

Τελικά εκτός από μαλάκες τι άλλο παράγουμε σε αυτή τη χώρα; Αυτό το είπα από μέσα μου.

«Ωραίες γυναίκες,» μου απάντησε ο φίλος μου ο Γιάννης όταν τον συνάντησα μετά από λίγο για καφέ. «Και παραλίες».
«Το ξέρεις ρε Γιάννη ότι κάποτε είμασταν η μεγαλύτερη χώρα εξαγωγής γερμά και ροδάκινου;»
«Έλα ρε, εγώ νόμιζα ότι εξαγάγαμε μόνο λάδι.»
«Και λάδι εξαγάγαμε, αλλά να ξέρεις, στη Γερμανία δεν φτιαχνόταν χυμός και μαρμελάδα χωρίς ελληνικό ροδάκινο.»
«Παλιές δόξες.»
«Γιατί παλιές ρε Γιάννη; Άλλαξε η γη και φόρεσε τα ρούχα της αλλιώς; Ή μήπως γίναμε ξαφνικά βιομηχανική χώρα κι όπου κι αν γυρίσεις θα δεις κι ένα εργοστάσιο;»
«Σοβαρέψου Θόδωρε. Τα εργοστάσια κλείνουν.»
«Η γη όμως δεν έκλεισε, εμείς την κλείσαμε.»
«Έλα μωρέ, ξέρεις πόση δουλειά έχει το χωράφι;»
«Επειδή αυτό το ακούω χρόνια τώρα, ξέρεις πόση δουλειά έχει το εργοστάσιο;»
«Δεν είναι το ίδιο.»
«Γιατί ρε Γιάννη, σκληρή δουλειά η μια, σκληρή δουλειά κι άλλη.»
«Ναι αλλά πληρώνεσαι κάθε πρώτη και δεκαπέντε Θόδωρε και ξέρεις τι εννοώ.»
Και σιώπησα γιατί εκεί έχει δίκιο. Στο χωράφι και δεν πληρώνεσαι κι όταν πληρώνεσαι παίρνεις όσα θέλει ο έμπορας αλλιώς όλος ο κόπος σου θα πάει στη χωματερή και με δικά σου έξοδα.

«Και τι θα φέρουν οι παραλίες και ο τουρισμός ρε Γιάννη; Πόσα περισσότερα από όσα φέρνουν;»
«Τον Τομ Χανκς και την γυναίκα του Ρούνεϊ».
«Ποιος είναι αυτός;»
«Ποδοσφαιριστής της Μάντσεστερ.»
«Και τι φέρανε αυτοί ρε Γιάννη, αρκετά να ξεχρεώσουμε;»
«Μη γίνεσαι υπερβολικός. Δίνουν δουλειά σε κοσμάκη που είναι άνεργος».
«Δουλειά σε σκλάβους δίνουν. Τα αφεντικά παίρνουν τα λεφτά, ο κοσμάκης δουλεύει σαν σκυλί για πενταροδεκάρες.»
«Φέτος θα κάνουμε πάλι ρεκόρ τουρισμού, το ξέρεις;»
«Και;»
«Αυτό σημαίνει ΦΠΑ, σημαίνει φόρους, όλο και κάτι θα μπει στον κουμπαρά.»
«Χέσε μας ρε Γιάννη, λες και ζεις στη Σουηδία. Σιγά μην δηλώσουν στην εφορία όσα εισπράξουν».
«Ας μην ήταν σφάχτης η εφορία και θα είμασταν κι εμείς Σουηδοί.»
«Οι Σουηδοί πληρώνουν 40% στην εφορία …τουλάχιστον.»
«Ναι αλλά έχουν ένα σύστημα υγείας …να τρελαίνεσαι.»
«Τρελαίνομαι Γιάννη.»

Την επόμενη όπως κάθε πρωί πήγα στο εργοστάσιο και πριν ανέβω στο γραφείο μου έκανα μια βόλτα στους χώρους εργασίας. Άνθρωποι όλων των ηλικιών, άντρες και γυναίκες, σκυμμένοι πάνω σε μηχανές να κάνουν αυτόματα την ίδια δουλειά για ώρες. Για ώρες, για μέρες, για βδομάδες. Είχαν να πάρουν αύξηση πέντε χρόνια αλλά κανένας δεν μιλούσε. Γιατί αν μιλούσε θα έμενε χωρίς δουλειά. Ο επόμενος περίμενε έξω από το εργοστάσιο.

Και τότε θυμήθηκα πάλι τους γερμάδες και τον Κωνσταντάρα στον Μαυρογιαλούρο.

Θόδωρος Νάσος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s