Λογοτεχνία και Λογοκρισία: Μια Βρώμικη Ιστορία

Προς το τέλος του 2012, ο Μο Γιαν, νικητής του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, έσπειρε τη διχόνοια στο λογοτεχνικό κόσμο, λέγοντας πως η λογοκρισία είναι απαραίτητη. Κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης τύπου στη Στοκχόλμη, είπε πως η λογοκρισία δεν πρέπει να στέκεται εμπόδιο στην αλήθεια, όμως οι φήμες ή η δυσφήμιση «πρέπει να λογοκρίνονται».

Ovi_greece_0617_027c.gifΣυνεχίζοντας ακάθεκτος, πρόσθεσε ότι ήλπιζε «η λογοκρισία, καθ’ αυτή, πρέπει να έχει την υψηλότερη αρχή.» Λαμβάνοντας υπόψη τις πολιτικές του πεποιθήσεις και τη στάση του απέναντι στα ανθρώπινα δικαιώματα, οι απόψεις του περί λογοκρισίας ως αναγκαίο κακό μπορεί να μην προκαλούν έκπληξη, όμως είναι ανησυχητικές. Η ειρωνεία είναι επίσης πολύ προφανής για να την αγνοήσει κανείς, όταν ο Γιαν μιλάει για την αναγκαιότητα της λογοκρισίας με το ίδιο πάθος που ισχυρίζεται πως «ήμουν και είμαι πάντα ανεξάρτητος. Αν κάποιος με αναγκάζει να κάνω κάτι, απλά δεν το κάνω».

Όταν ένας λογοτέχνης του 21ου αιώνα δημιουργεί συγγένεια μεταξύ της λογοκρισίας και των ελέγχων ασφαλείας στα αεροδρόμια, προκαλεί ερωτήματα σχετικά με την καταλληλότητά του για μια τιμή της οποίας προηγούμενοι παραλήπτες υπήρξαν εικονοκλάστες όπως οι Ράσελ, Σαρτρ, Σω, Μπέκετ και Μόρισον. Με τη στάση του περί ευφημισμού της λογοκρισίας, ο Γιαν έχει προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις από πολλούς συγγραφείς, συμπεριλαμβανομένης της βραβευμένης με Νόμπελ Λογοτεχνίας Χέρτα Μίλερ, και του Σάλμαν Ρούσντι – συγγραφέας που έχει αντιμετωπίσει πολύ σκληρά τη λογοκρισία στο έργο του, έχοντας επικηρυχθεί μάλιστα μετά τη δημοσίευση των περίφημων Σατανικών Στίχων. Το βιβλίο απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες, όπως η Νότια Αφρική, η Σρι Λάνκα, η Σιγκαπούρη, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, το Σουδάν και η Ταϋλάνδη. Πάντως, αν σκεφτεί κανείς τον πόλεμο που δέχτηκε ο Ρούσντι για τους Σατανικούς Στίχους, είναι πολύ παράξενο που, παρόμοια βιβλία της Δύσης και με ύφος ακόμα αντίστοιχο με εκείνο των Σατανικών Στίχων, αγνοήθηκαν τελείως από τους λογοκριτές.

Ακόμα πιο παράξενο είναι πως μια ιταλική οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων ζήτησε πρόσφατα να αφαιρεθεί η Θεία Κωμωδία του Δάντη από τις σχολές και τα πανεπιστήμια, αιώνες μετά την αρχική δημοσίευση, θεωρώντας το έργο ως αντι-ισλαμικό, αντι-σημιτικό και ομοφοβικό. Σύμφωνα με την οργάνωση, οι φοιτητές δεν είναι αρκετά ώριμοι ώστε να κατανοήσουν το κείμενο και τη θέση του, έτσι θα πρέπει να τους απαγορευτεί η ανάγνωσή του. Με αυτή τη λογική, οι Μίλτον, Μπλέικ και Μποτιτσέλι μεταξύ των περισσοτέρων λογοτεχνών, ποιητών και καλλιτεχνών στον κόσμο, θα πρέπει να απαγορευτούν γιατί πιθανότατα θίγουν κάποιον με τα έργα τους.

Ενώ είναι απόλυτα λογικό σε προσωπικό είτε συλλογικό επίπεδο να υπάρχει διαφωνία σχετικά με τις απόψεις κάποιου, το να του αφαιρείς το δικαίωμα να τις εκφράσει δεν είναι μόνο λάθος, αλλά και μάταιο. Αντίπαλες θέσεις και απόψεις, δεν απειλούν παλιότερες σταθερές, αλλά ανοίγουν το χώρο για διάλογο και σκέψη. Αντίθετα με το τι πιστεύουν πολλοί, παρόλο που τα έργα του Δάντη θίγουν κάποιες ευαισθησίες, ποτέ δεν έβλαψαν πραγματικά ούτε προκάλεσαν αντιδράσεις στην πράξη εναντίον τους. Ακόμα και πιο προοδευτικοί όπως ο Όσκαρ Ουάιλντ και ο Χάρολντ Μπλουμ, θαύμαζαν το έργο του Δάντη, παρόλο που εναντιωνόταν στις δικές τους θέσεις.

Εξάλλου για τον Ουάιλντ, η λογοκρισία δεν ήταν κάτι άγνωστο. Κατηγορήθηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα για το έργο του. Το Πορτραίτο Του Ντόριαν Γκρέι, η επιτομή του αισθητισμού, καταδικάστηκε ως «αηδιαστικό», αναγκάζοντάς τον να αλλάξει πολλά από τα κεφάλαια. Κι όμως, πάνω από ολόκληρο αιώνα αργότερα, ο κόσμος εξακολουθεί να θεωρεί τη λογοκρισία ως απαραίτητο μέτρο προστασίας. Οι απολογητές, θεωρώντας τη λογοκρισία εξίσου απαραίτητη με τους ελέγχους ασφαλείας στα αεροδρόμια, αγνοούν τον πλούτο της λογοτεχνίας που στερούν από τον κόσμο. Η λογοκρισία είναι αντιπαραγωγική στην τέχνη. Ο καλλιτέχνης δημιουργεί, η λογοκρισία καταστέλλει.

Αν και η λογοκρισία στο πέρασμα του χρόνου έχει αποδειχθεί ως μάταιο μέσο εξουδετέρωσης ιδεών και απόψεων, έχει στιγματίσει συγγραφείς και το έργο τους με τέτοιον τρόπο, που δύσκολα θα ξεφύγουν. Για πολλούς, η Λολίτα του Ναμπόκοφ θα παραμείνει για πάντα μια ιστορία παιδεραστίας και σεξουαλικής παρέκκλισης, όμως για τους πιο διεισδυτικούς αναγνώστες, το έργο αυτό είναι κάτι πολύ περισσότερο από τις «ανωμαλίες ενός γέρου». Η πρόθεση του Ναμπόκοφ δεν ήταν ποτέ να γράψει πορνογραφία και μάλιστα είχε αηδιάσει με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε το έργο του, πολεμώντας σκληρά με τους εκδότες που δημοσίευσαν τη Λολίτα ως πορνογραφία, βάζοντας μια έφηβη στο εξώφυλλο.

Asa Butcher

********************************************

To κείμενο του Asa Butcher,
συμπεριλαμβάνεται στο έκτο τεύχος του ArsOvi
που μπορείτε να βρείτε, πάντα ΔΩΡΕΑΝ, ΕΔΩ!

Ovi_greece_0617_002a

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s