Έντβαρντ Γκριγκ

Ο Έντβαρντ Χάγκερουπ Γκριγκ (Edvard Hagerup Grieg) γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου του 1843, στο Μπέργκεν της Νορβηγίας. Διακεκριμένος μουσουργός, από τους ιδρυτές της Εθνικής Νορβηγικής Σχολής, μαζί με τον δραματουργό Ερρίκο Ίψεν και τον ζωγράφο Έντβαρντ Μουνκ, αποτελούν τους τρεις διασημότερους πολιτιστικούς πρεσβευτές της χώρας τους.

Ovi_greece_0616_047aΟ Γκριγκ μεγάλωσε σε μια οικογένεια με ρίζες από τη Σκωτία και με στενές σχέσεις με τη μουσική. Ο πατέρας του, αν και καμία σχέση επαγγελματικά, υπήρξε λάτρης της καλής μουσικής. Η μητέρα του, ποιήτρια και πιανίστα, ήταν η πρώτη από την οποία έλαβε τα πρώτα του μαθήματα στο πιάνο, σε ηλικία μόλις έξι ετών.

Ο ίδιος ωστόσο δεν έδειχνε καμία διάθεση για την πειθαρχία που χρειάζεται η μουσική. Απέφευγε τη μελέτη των ασκήσεων και προτιμούσε να παίζει δικές του, εντελώς άναρχες συνθέσεις, τακτική την οποία συνέχισε και αργότερα, κατά τη διάρκεια των σπουδών του.

Το ταλέντο του στη μουσική, διέκρινε πρώτος ο βιρτουόζος βιολονίστας Όλε Μπουλ, όταν ο Γκριγκ ήταν 15 ετών. Εκείνος τον ώθησε να ασχοληθεί σοβαρά με τη μουσική και έτσι, το 1859, ο νεαρός τότε Έντβαρντ, εστάλη από την οικογένειά του για σπουδές στο περίφημο Ωδείο της Λειψίας, στη Γερμανία.

Το 1862, ο 19χρονος Γκριγκ, μόλις απόφοιτος από το Ωδείο, επέστρεψε στη χώρα του, για να ξεκινήσει τη σταδιοδρομία του ως συνθέτης. Η πρώτη του εμφάνιση στο Μπέργκεν είχε μεγάλη επιτυχία, σύντομα όμως ένιωσε ότι είχε ήδη ξεπεράσει κατά πολύ το πολιτισμικό κίνητρο που μπορούσε να του προσφέρει η ιδιαίτερη πατρίδα του. Έτσι, το 1863, έστρεψε και πάλι την προσοχή του στο εξωτερικό, αυτήν τη φορά προς την Κοπεγχάγη, πρωτεύουσα της Δανίας. Θεωρώντας ότι ο καλύτερος τρόπος έμπνευσης για έναν νέο συνθέτη ήταν η επαφή με διαφορετικές πολιτισμικές επιρροές, κατ’ αρχάς δεν έδωσε βαρύτητα στη γνώση της δικής του πολιτισμικής κληρονομιάς.

Αυτό άρχισε να συμβαίνει, όταν το 1864, ο Γκριγκ γνωρίστηκε με έναν άλλο νεαρό μουσικό από τη Νορβηγία, τον Ρίκαρντ Νόρντραακ. Εκείνος του μετέδωσε τον ενθουσιασμό, για να συνθέσει πάνω στο πνεύμα και τη λαϊκή νορβηγική παράδοση, στοιχείο που αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό του συνθετικού του έργου στη συνέχεια.

Εξακολουθώντας να θέλει να γνωρίσει τις μεγάλες μουσικές πρωτεύουσες της Ευρώπης, ο Γκριγκ ταξίδεψε στην Ιταλία, το 1866. Εξάλλου, εκτός από συνθετικό του έργο, διακρίθηκε και ως πιανίστας. Ηχογραφήσεις σε γραμμόφωνο της εποχής του 1903 στο Παρίσι, αποτελούν τα βασικά διασωθέντα δείγματα της δεξιοτεχνίας του στο πιάνο, ενώ οι περιοδείες του στα μεγάλα μουσικά κέντρα της Ευρώπης συνεχίστηκαν, ερμηνεύοντας ο ίδιος τα έργα του.

Οι πρώτες του μουσικές επιρροές φέρουν την υπογραφή των έργων του Μέντελσον και του Σούμαν, ενώ στενή φιλία τον έδενε με τον Λιστ και τον Τσαϊκόφσκι, που υπήρξαν ένθερμοι θαυμαστές του έργου του. Από τα πλέον αντιπροσωπευτικά δείγματα λυρισμού και  ρομαντισμού της μουσικής του Γκριγκ, με ρίζες στην παράδοση της πατρίδας του, αποτελούν οι σουίτες του Νο 1 & Νο 2, Πέερ Γκιντ (Peer Gynt), έργο του 1874, που ανατέθηκε στον συνθέτη από τον Ερρίκο Ίψεν για το ομώνυμο θεατρικό του έργο, καθώς και το Κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα σε λα ελάσσονα, έργο που συγκαταλέγεται μεταξύ των διασημότερων του διεθνούς ρεπερτορίου.

Παρόλο που ταξίδεψε πολύ, ο Γκριγκ ξαναγυρνούσε πάντα στη Νορβηγία. Το 1877 ανακάλυψε την ιδανικότερη για την έμπνευσή του γωνιά, σε μια μικρή μοναχική αγροικία του Λόφτχους, ενός λαμπερού φιόρδ, όπου δέσποζε ο όγκος ενός παγετού. Το 1885, σε ηλικία 42 ετών, θεωρώντας ότι ως μεσήλικας έπρεπε να εγκατασταθεί κάπου, έχτισε το σπίτι του στην εξοχή του Τρόλντχαουγκεν, όπου συνέθεσε τα λυρικότερα έργα του.

Από τις κορυφαίες στιγμές της σταδιοδρομίας του υπήρξε η διοργάνωση ενός φεστιβάλ νορβηγικής μουσικής, που θα γινόταν ταυτόχρονα με το φεστιβάλ τέχνης και βιοτεχνίας της γενέτειράς του, του Μπέργκεν. Η φήμη που είχε αποκτήσει, του απέφερε πολλές τιμητικές διακρίσεις από ακαδημαϊκά ιδρύματα της Ευρώπης. Η υγεία του όμως, ευαίσθητη σε όλη του τη ζωή από πνευμονία που τον είχε ταλαιπωρήσει από την εποχή της νεότητάς του, επιδεινώθηκε ραγδαία κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1900. Το 1907 ήταν ήδη τόσο άρρωστος, που δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε καμία υποχρέωση. Ωστόσο, το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, αποδέχθηκε μια πρόσκληση στο περίφημο Φεστιβάλ Λιντς, όπου δεν κατάφερε να παρευρεθεί, καθώς απεβίωσε στις 4 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, σε ηλικία μόλις 64 ετών.

Ο Έντβαρντ Γκριγκ κηδεύτηκε στη γενέτειρά του, παρουσία 40.000 ανθρώπων, ενώ στη χώρα κηρύχθηκε εθνικό πένθος. Η κηδεία του τελέστηκε υπό του ήχους του Πένθιμου Εμβατηρίου του Σοπέν και του δικού του Πένθιμου Εμβατηρίου, που έγραψε για την κηδεία του φίλου του Ρίκαρντ Νόρντραακ, κατόπιν προσωπικής του επιθυμίας.

 

Στο link που ακολουθεί, το Κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα σε λα ελάσσονα:

https://www.youtube.com/watch?v=Ozn4C3AmEi0

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s