Παναγιώτης: Μια χαρά και δυο… #3

Χωρίς ακόμα να ανοίξει τα μάτια του, ο Παναγιώτης απλώνει το χέρι στην άλλη μεριά του κρεβατιού. Άδεια. Πάλι; Άνοιξε το ένα μάτι. Κοίταξε ολόγυρα και την εντόπισε να στέκεται μπροστά στον καθρέφτη με τα εσώρουχά της. Άνοιξε και το άλλο μάτι κι ύστερα μισόκλεισε και τα δυο κι έκανε τον κοιμισμένο.

Η Καλλιόπη ψαχουλεύει τα μαλλιά της και στραβομουτσουνιάζει. Φέρνει τα χέρια της κοντά στο πρόσωπό της και πασπατεύει τα νύχια της ένα προς ένα. Γυρίζει στο πλάι και τα μάτια της πέφτουν επάνω του κι εκείνος κλείνει εντελώς τα δικά του. Ύστερα από λίγο τα ξανάνοιξε. Η Καλλιόπη τώρα τσιμπάει την κοιλιά της, τη ρουφάει, τη φουσκώνει και την ξαναρουφάει και στέκεται ακίνητη, κορδωμένη σα διάνος. Του ‘ρχεται να γελάσει, μα θέλει να δει πού το πάει.

Ovi_greece_0617_012c.gifΞεφουσκώνει και κρεμάει τους ώμους της και μοιάζει με καημένο. Όλα της φαίνονται στραβά. Κάνει δυο βήματα πίσω και ξαναρχίζει τις σβούρες. Από δω πιάνει, από κει τραβάει, κάνει πάλι δυο βήματα μπροστά και κολλάει στον καθρέφτη. Περιεργάζεται τον εαυτό της από πάνω ως κάτω. Ξεφυσάει απογοητευμένη.

Ο Παναγιώτης ανοίγει τα μάτια και τεντώνεται.

«Καλημέρα», της λέει και τσεκάρει το ρολόι στο χέρι του – «Στις μία παρά τέταρτο, τέλεια!» κι η Καλλιόπη τον κοιτάζει μέσα από τον καθρέφτη.

«Βαλίτσα».

Ο Παναγιώτης ανασηκώνεται και στηρίζεται στον αγκώνα του. Ξέρει ότι έχει μια άνεση κι ένα ύφος χορτάτου θηρευτή, πράγμα που συνεχώς εκνευρίζει την Καλλιόπη, μα τι διάολο; Είναι αλήθεια. Κάθε φορά καλού σεξ τονώνει τον εγωισμό του και παρόλο που ξέρει ότι αυτή ειδικά η στιγμή είναι ακατάλληλη, δεν έχει σκοπό να αφήσει αυτή την ωραία αίσθηση να χαθεί τόσο εύκολα. Ειδικά όταν δεν έχει την πολυτέλεια να τη νιώθει τόσο συχνά.

«Ορίστε;»

Η Καλλιόπη γυρίζει και τον κοιτάζει και βλέπει τη φιλάρεσκη στάση του κι αυτός ξέρει ότι της την έχει δώσει στα νεύρα και τελικά εγκαταλείπει το ύφος του θηρευτή και ρίχνει πάνω του το σεντόνι.

«Λέω ότι μοιάζω με βαλίτσα».

«Κι εγώ λέω ότι λες μαλακίες».

Έκλεισε τα μάτια της κι ανάσανε βαθιά. Σήκωσε τα χέρια παραιτημένη.

«Κοίτα! Κοίτα χάλια!» Είναι έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Χρειάζομαι επισκευή», είπε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. «Αλλιώς πολύ σύντομα θα χρειάζομαι πέταμα», μουρμούρισε.

Ο Παναγιώτης ειλικρινά δε θέλει να της τη χαλάσει, αλλά θα της τη χαλάσει γιατί κι αυτή του τη χαλάει, που μετά από χρόνια και για πρώτη φορά βρίσκονται οι δυο τους σπίτι, μόνοι. Εντελώς μόνοι. Χωρίς ξυπνητήρια, χωρίς σχολεία και μαγαζιά, και το κυριότερο, χωρίς κανέναν από κανένα σόι. Μόνοι. Ευτυχία. Ω, η ευτυχία μπορεί να είναι τόσο απλή. Την τραβάει κοντά του κι εκείνη αποτραβιέται και σηκώνεται όρθια.

«Βρε Καλλιοπίτσα μου, βρε Πιπίτσα μου, γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου, μου λες;» Και σε μένα θέλει να ρωτήσει, αλλά αυτό δεν το λέει. «Τι σε πιάνει κάθε φορά και χαλάς τις λίγες καλές στιγμές που περνάμε μαζί;» Την ώρα κιόλας που τελειώνουν; Άκου καλημέρα στη μία παρά τέταρτο! Έχω να το πω αυτό, μπορεί και 25 χρόνια.

Η Καλλιόπη γούρλωσε τα μάτια κι άνοιξε το στόμα κι ο Παναγιώτης ξέρει ότι τώρα θα αρχίσει να μιλάει και θα σταματήσει μετά από ένα αργό και βασανιστικό τέταρτο που θα τελειώσει με μια ερώτηση στην οποία ό,τι και να απαντήσει θα είναι η λάθος απάντηση.

Αποκλείεται.

«Είσαι κουκλάρα, είσαι θεά, είμαι ερωτευμένος και το μόνο που σκέφτομαι είναι να κάνω τα ακατανόμαστα μαζί σου στο κρεβάτι και αλλού- συμπεριλαμβανομένου και του τραπεζιού, του πλυντηρίου, του πάγκου της κουζίνας και της κουζίνας της ηλεκτρικής. Γιατί δε σου φτάνει;»

Κοιτάχτηκαν στα μάτια για λίγο κι αναμετρήθηκαν, ξέροντας και οι δυο πως αυτή ήταν μια μάχη χαμένη. Απ’ έξω ακούγονται φωνές. Ό, τι κι αν ήταν να πουν, έχει ειπωθεί. Το σόι επέστρεψε.

«Καλύτερα να βάλω να φάμε, τα παιδιά θα πεινάνε», ήταν το μόνο που του είπε και φόρεσε τα ρούχα της. Βγήκε από την κρεβατοκάμαρα κι ο Παναγιώτης την είδε που απέφυγε να κοιτάξει τον καθρέφτη.

Γυναίκες. Η γκρίνια είναι η δεύτερη φύση τους. Η αυτομαστίγωση είναι στο αίμα τους. Ακόμα κι όταν τους λες ότι τις αγαπάς και τις λατρεύεις, δε σε πιστεύουν κι είναι ικανές να κάνουν τα πάντα για να σου αποδείξουν ότι δεν το αξίζουν πραγματικά. Κοιτούν λεπτομέρειες που κανείς άλλος δεν προσέχει και μετράνε τις τρίχες τους.

Τρίχες.

Η μοναξιά ξαναπήρε μορφή και στάθηκε δίπλα του και ξέρει ότι μόνο με ένα κρύο ντους θα τη διώξει για λίγο. Ακούει την πόρτα να ανοίγει και τις γνωστές αγαπημένες φωνές των παιδιών του και μαζί τις γνωστές ανεπιθύμητες φωνές των υπολοίπων, που εμφανίζονται πάντα τη χειρότερη στιγμή. Τρέχει στο ντους.

Αφήνει το νερό να τρέξει και σαπουνίζεται κι αρωματίζεται και προσπαθεί να σφυρίξει μα δεν του βγαίνει. Σκουπίζεται και ξυρίζεται και παρατηρεί τον εαυτό του στον καθρέφτη. Ώρα είναι να αποκτήσω κι εγώ τέτοιες ανασφάλειες, σκέφτεται και κοιτάζει τα μαλλιά του που γκριζάρισαν στα πλάγια και πιάνει τα μούτρα του με τα δυο χέρια και τα τραβάει μια πάνω- μια κάτω και το μόνο που καταφέρνει είναι να βάλει τα γέλια με τις γελοίες γκριμάτσες του. Ε, δεν είμαι πια είκοσι. Και τι έγινε;

Η Καλλιόπη γυρίζει μετανιωμένη για τη χαζή σκηνή που του έκανε νωρίτερα, μα είναι πράγματα που οι άντρες δεν πρόκειται να καταλάβουν ποτέ. Καμιά φορά δεν έχει σημασία το τι πιστεύουν εκείνοι για τις γυναίκες τους, αλλά το τι βλέπουν οι ίδιες στον εαυτό τους. Κι αυτό που βλέπει η Καλλιόπη την απογοητεύει κι ό,τι κι αν της λέει ο Παναγιώτης δεν την παρηγορεί. Μα τον βλέπει από την μισάνοιχτη πόρτα του μπάνιου να χαζογελάει μπροστά στον καθρέφτη κάνοντας ηλίθιες γκριμάτσες και κάνει αμέσως μεταβολή, νιώθοντας ακόμα χειρότερα από πριν. Αναίσθητο γαϊδούρι, μουρμούρισε. Τι να καταλάβεις;

«Για ποιο καβούρι έλεγες;» μπήκε στην κουζίνα και από συνήθειο πήγε να την αγκαλιάσει από τη μέση, μα την είδε να πετσοκόβει ένα μαρούλι με μανία και σκέφτηκε πως καλύτερα να το αφήσει για άλλη φορά. Οι υπόλοιποι έχουν ήδη πάρει τις θέσεις τους. «Μπαμπά!» φωνάζουν τα πιτσιρίκια και πέφτουν πάνω του. «Αγάπες μου!»Το τραπέζι είναι στρωμένο και το φαγητό στα πιάτα. Μα πότε προλαβαίνει και τα κάνει όλα αυτά;

«Περάσατε καλά;»

«Μα να φύγετε έτσι στα καλά καθούμενα;»

«Μπαμπά, ο θείος έπιασε ένα ψάρι, τόοοοοοοοοοοοσο!»

«Ναι, καλά, και του ‘φυγε πριν το τραβήξει έξω».

«Δε μου ‘φυγε, το άφησα».

«Μπαμπά, ο Αντώνης έτρωγε πέτρες!»

«Και ζωγράφισε το αμάξι του θείου Γιάννη με τις δαχτυλομπογιές».

«Και το δωμάτιο ζωγράφισε και καθαρίζαμε τρεις ώρες».

Η Καλλιόπη από τη φούρια της έχει ιδρώσει και σκουπίζει το μέτωπό της και το μαχαίρι στο χέρι της γυαλίζει στο φως. Ο Παναγιώτης ανοίγει το ψυγείο, παίρνει ένα κουτάκι μπίρα και κάθεται στο τραπέζι. «Άσε μας, ρε Παναγιώτη», του λέει κι αφήνει μπροστά του μια πιατέλα γκαζόν.

Όλα τα ζευγάρια μάτια τους κοιτάζουν. «Τι πάθατε ρε παιδιά;»

Ο Παναγιώτης κοιτάζει την πιατέλα και χαμογελάει κι αποφασισμένος να την κερδίσει αυτή τη μονίμως χαμένη μάχη,  ψάχνει με το βλέμμα του το πιρούνι που δεν είναι πουθενά και φέρνει το γκαζόν κοντά του, χώνει τα μούτρα του μέσα κι αρχίζει να τρώει.

«Μιαμ μχαράμ μείμαστε», λέει και χαμογελάει και τα δόντια του είναι πράσινα. Τα παιδιά γελάνε. «Τέμλεια μπεράμσαμεμ», τους λέει μασουλώντας.

Κατερίνα Χαρίση

************************************************

Το βιβλιο της Κατερίνα Χαρίση: Παναγιώταρος: Σύζυγος Καλλιόπης
Μπορειτε να το κατεβασετε εντελώς ΔΩΡΕΑΝ: ΕΔΩ!

Ovi_greece_0417_033a

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s