Παναγιώτης: Το όνειρο #2

Ο Παναγιώτης ξύπνησε μ’ ένα αλλόκοτο όνειρο ακόμα στο μυαλό του. Ήτανε λέει καπετάνιος σ’ ένα πλοίο κι αντί να κουμαντάρει το πλοίο έψηνε καφέδες σε μπρίκια που δεν είχαν καφέ μέσα, αλλά ψιλοκομμένα καρότα. Εκείνος ανακάτευε με το κουταλάκι τα καρότα και δίπλα του στεκόταν μια πουλάδα που τον κοιτούσε κι έκανε κλοκ. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο όσο ονειρευόταν, ήξερε πως κοιμόταν και σκεφτόταν «τι διάολο;», σα να καταλάβαινε πως αυτό που έβλεπε δεν είχε καμιά λογική.

Σηκώθηκε και κοίταξε την άδεια μεριά του κρεβατιού. Μα γιατί δεν μπορούσε αυτή η γυναίκα να χαλαρώσει λίγο; Ούτε που θυμόταν πια πότε ήταν η τελευταία φορά που ξύπνησε και τη βρήκε δίπλα του. Διακοπές είμαστε, γαμώτο! Ξαφνικά ένιωσε πολύ μόνος.

Ovi_greece_0617_012b.gifΜπήκε στο ντους και προσπάθησε να διώξει αυτή την παράξενη κακοδιαθεσία που του ξεζούμιζε την ενέργεια σαν παράσιτο κακό. Κάθε πρωί ξυπνούσε κουρέλι, πανάθεμά τον. Αν δε στεκόταν κάτω από το κρύο νερό για λίγα λεπτά, δεν έλεγε να συνέλθει. Ξυριζόταν κι αρωματιζόταν και φτιαχνόταν από αγγαρεία, αλλά μετά ένιωθε καλύτερα. Μόνο για λίγο όμως.

Βγήκε από το δωμάτιο και κατέβηκε τη σκάλα του ξενώνα. Βρήκε τις γυναίκες στην τραπεζαρία κι αμέσως θυμήθηκε ότι είχαν έρθει διακοπές όλοι μαζί. Για μια στιγμή ήθελε να κάνει μεταβολή, να ανέβει ξανά τη σκάλα, να χωθεί στο κρεβάτι και να ξανακοιμηθεί σε στάση εμβρύου.

«Δεν πάμε λίγες μέρες να χαλαρώσουμε, ρε Καλλιόπη; Μας έφαγαν οι δουλειές και η ρουτίνα». Μπας και δούμε και λίγη χαρά στα σκέλια μας, δηλαδή. Έκανε τη δύσκολη η Καλλιόπη στην αρχή. «Πού να τρέχουμε μωρέ τώρα, το μαγαζί μόνο του, τα παιδιά στο κυνήγι όλη μέρα»…

Τα παιδιά. Πάντα το πρόβλημα ήταν τα παιδιά. Βαρέθηκε να τα κυνηγάει, να έχει τα μάτια της σε χίλιες μεριές. Όπου και να πήγαιναν, εκείνη κουραζόταν περισσότερο αντί να χαλαρώσει και βιαζόταν να φύγουνε. «Στο σπίτι είναι αλλιώς», έλεγε. «Είναι ο χώρος τους. Τον ξέρουν. Τον έχω διαμορφώσει εγώ έτσι, ώστε να μη χρειάζεται να τρέχω. Παρόλα αυτά πάλι τρέχω, όμως πιο χαλαρά».

Έμειναν για λίγο να κοιτάζονται μουτρωμένοι, ο καθένας με τις δικές του σκέψεις που ήθελε να βγάλει από μέσα του, αλλά ταυτόχρονα δεν ήθελε να μοιραστεί. Εμείς τα κάνουμε όλα λάθος, ή όλοι τα ίδια τραβάνε;

«Αν αφήναμε…»

«Τα παιδιά στη γιαγιά τους…», είπαν και οι δυο μαζί.

«Άστο πάνω μου», του είπε κι ετοιμάστηκε να πάει στη μάνα της να της ζητήσει τη χάρη κι εκείνος το άφησε και πέρασε όλη την υπόλοιπη μέρα σφυρίζοντας. Θα κοιμάμαι και θα ξυπνάω και θα τρώω σα ζώο και θα ξανακοιμάμαι χωρίς σώβρακο, σκεφτόταν ο Παναγιώτης και δώσε τρίλιες. Όταν κοιμάμαι. Είχε να αναπληρώσει κάτι χρόνια κακού, βιαστικού και πολλές φορές κομμένου στη μέση σεξ. Ούτε μαλακία στο στρατό να βαρούσα. Το ίδιο βράδυ η Καλλιόπη τον έριξε στο κρεβάτι κι ύστερα από κάτι ώρες ζωγράφιζε κυκλάκια με το δάχτυλό της στο γυμνό στέρνο του και του ζήτησε να κατεβάσει τις αδερφές της στο κέντρο να κάνουν κάτι… ψώνια.

Κι αυτός εκείνη τη στιγμή έβλεπε πουλάκια να πετούν πάνω από τα κλειστά του μάτια, πουλάκια με δαντελένια νεγκλιζέ και τα μούτρα της Καλλιόπης και χωρίς να είναι ακριβώς σίγουρος για το τι του λέει, απαντάει εντάξει. Γιατί… να… η μαμά… (σ’ αυτό το σημείο η Καλλιόπη ξεροβήχει και ο Παναγιώτης παραδίνεται στην αγκαλιά του ύπνου) …θα έρθουν μαζί μας. Κι αυτό το τελευταίο δεν το άκουσε, όμως θυμόταν που μουρμούρισε ένα μμ, καλά, εντάξει.

«Να σου κάνω τη Μπιγιονσέ;» τον ρωτάει η κόρη του και χωρίς να της απαντήσει αρχίζει να χορεύει και να κουνιέται σ’ ένα ρυθμό που μόνο η ίδια ακούει στο κεφάλι της, έτσι όπως ποτέ δε θα έπρεπε να μπορεί να κουνιέται ένα κοριτσάκι της ηλικίας της. Ο γιος του βάζει το δάχτυλο στο στόμα και κάνει ότι ξερνάει. Ένα από τα ανίψια (τα πόδια της θείας Καλλιόπης μυρίζουν!) τρέχει κι αφήνει πράσινες πατούσες στα πλακάκια. «Ποιος του έδωσε τις δαχτυλομπογιές;» Τα καροτί κεφάλια (έτσι εξηγείται το όνειρο!) κουνιούνται κι αυτά στον αόρατο ρυθμό και χτυπούν παλαμάκια. Ο Παναγιώτης θέλει πολλά να πει για την ανατροφή της κόρης του, μα δε λέει τίποτα. Κι η ώρα είναι ακόμα 9 το πρωί.

«Πήρα ένα ριχτάρι για τον καναπέεεεε, ασπρόμαυρόοοοοο, άνιμάααααλ…..»

Η Καλλιόπη κάτι πλένει στο νεροχύτη. Πάλι κάτι πλένει!

«Τρεις φορές έκανα σολάριουμ για να μην έρθω έτσι, σαν το γάλα. Να το γυρίσω το φλιτζάνι ή ακόμα;».

Πήγε κοντά της και την έσφιξε από τη μέση, μετατρέποντας τα κακαρίσματα στο κεφάλι του σε βουητό από μελίσσι που πετούσε ανέμελα στα λουλουδάκια, κι όπως οι μέλισσες τρυγούν τους χυμούς των λουλουδιών, έτσι φανταζόταν κι ο Παναγιώτης να τρυγήσει τη γυναίκα του, κάποια στιγμή. Ίσως. Πριν τη Δευτέρα Παρουσία, κατά προτίμηση. Η Καλλιόπη τρόμαξε και της έπεσε το φλιτζάνι στο νεροχύτη κι έσπασε.

«…και ρίχνω που λες μια μεζούρα καφέ βανίλια και μια μεζούρα καφέ φουντούκι κι έτσι έφτιαξα τον καφέ της Μαρίας «βαντούκι», που πρέπει να τον δοκιμάσεις για να καταλάβεις πόσο τέλειος είναι».

«Αμάν ρε Παναγιώτη, όλο από πίσω μου έρχεσαι!» Από πίσω σου πρέπει να έρχομαι, την τρέλα μου γαμώ.

Ο πιτσιρικάς χώνεται στη μέση και ρίχνει μια μπουνιά στο στομάχι του πατέρα του, κόβοντάς του την αναπνοή. «Πότε θα πάμε για μπάνιο;» Κι άλλα ανίψια εμφανίζονται τρέχοντας και φοράνε σωσίβια, βατραχοπέδιλα και μάσκες.

Ένα, δύο, τρία, αναπνοή. Τέσσερα. Κάργιες. Γαμώτο. Γαμώτο.

«Παναγιώτη θα χωρέσουμε λες όλοι; Οι άλλοι πήγαν για ψάρεμα και πήραν τα αυτοκίνητα».

Πέντε, έξι, αναπνοή. Τέσσερεις αδερφές με περιφέρεια Κοζάνης, μια πεθερά, μια γυναίκα, δυο παιδιά δικά μου και τέσσερα ανίψια, κι εγώ, στο τσινκουετσέντο. Εφτά.

«Τόσα χρόνια ένα οικογενειακό αμάξι δεν κατάφερες να αγοράσεις, αλλά από ένα καφενείο, πόσα να βγάλεις;» το φαρμάκι της πεθεράς.

Οχτώ. Το γαμώ το σόι μου περνάει σε άλλη διάσταση.

«Μαμά!» η Καλλιόπη.

«Μαμά, θα πάμε στη θάλασσα;» ο γιος.

«Μαμά, αυτόν να τον αφήσουμε εδώ!» η κόρη.

«Μαμά, πήρε τη μάσκα μου!» ο ανιψιός.

«Μαμά, περπατάει δίπλα μου!» η ανιψιά.

«Μαμά, ανασαίνει στο αυτί μου!» ένα από όλα τα ανίψια.

Εννιά. Άμα πάθω εγκεφαλικό θα στραβώσει η μούρη μου;

«Άμα με άκουγες και το πουλούσες τότε που εμφανίστηκε εκείνο το κορόιδο από το πουθενά κι έβαζες και κάτι, θα είχες ένα αμάξι της προκοπής. Αλλά…» (Σηκώνει τα χέρια) «Δεν ανακατεύομαι, δε μου πέφτει λόγος».

Δέκα. Αυτό ήταν. Δε θα περάσω την υπόλοιπη ζωή μου με στραβή μουτσούνα.

«Περπάτα, Καλλιόπη», και την τραβάει από το χέρι, τη γυρίζει μια σβούρα και της λύνει την ποδιά. Το γεγονός ότι στις διακοπές κουβάλησε ποδιά για να κάνει δουλειές σ’ έναν ξενώνα που πληρώνει  ο ίδιος για να έχει καμαριέρα- δωματιέρα, πώς διάολο τη λένε, το αφήνει ανεπεξέργαστο σε μια γωνιά του εγκεφάλου του κι αρνείται να σπαταλήσει μισό εγκεφαλικό κύτταρο για να το αναλύσει.

«Πού…;» Σάστισε η Καλλιόπη.

«Πού;» τσιρίζουν οι γυναίκες.

«Θα με δει κανείς που κάνω τη Μπιγιονσέ;» η κόρη.

«Πάμε θάλασσα;» ο γιος.

«Δεν έχουμε μπάλα!» ο ανιψιός.

«Μερέντα!» οι πράσινες πατούσες.

«Δεν είπα εγώ να ανακατευτώ, εσείς ξέρετε τι κάνετε και κάνετε το κουμάντο σας. Αλλά..! (Σηκώνει τα χέρια πάλι) Στο θέμα του αυτοκινήτου έκανες βλακεία, γαμπρέ». Η πεθερά.

Ο Παναγιώτης είναι έτοιμος να ουρλιάξει.

«Σπίτι! Πάμε σπίτι.»

«Θα φύγουμε κιόλας;»

«Πληρώσαμε προκαταβολικά!»

«Δε θα πάμε θάλασσα;»

«Μα οι άλλοι δε γύρισαν ακόμα!»

«Μπάλα πήραμε τελικά;»

«Αν είχαμε τώρα ένα μπιλίγκο μια χαρά θα χωρούσαμε όλοι».

Ο Παναγιώτης αισθάνεται το στόμα του να τραβιέται σ’ ένα γέλιο που δε θέλει, αναρωτιέται αν έτσι παθαίνει ο κόσμος τα εγκεφαλικά, γελάει υστερικά  και τους δείχνει τα ούλα του και το μάτι του γυαλίζει και νιώθει τρελός, ευτυχισμένα τρελός, ένας τρελός που μπορεί να σκοτώσει με απερίγραπτη χαρά γιατί είναι τρελός και κεφάλια πετάγονται από το χτύπημα της ματσέτας και πέφτουν σαν τα ψιλοκομμένα καρότα στ’ όνειρό του μέσα σε μπρίκια κι εκείνος ανακατεύει και ψήνει καφέδες και δίπλα του μια πουλάδα τον κοιτάει και κάνει κλοκ, και θυμάται τον Τζακ στη φωλιά του κούκου και σκέφτεται ότι μάλλον οι φάτσες τους μοιάζουν πολύ αυτή τη στιγμή .

«ΕΣΕΙΣ, θα μείνετε εδώ», δείχνει τις γυναίκες.

«Εσείς, το ίδιο», δείχνει τα παιδιά.

«Εσύ θα έρθεις μαζί μου», δείχνει την Καλλιόπη.

«ΕΓΩ φεύγω. Πάω διακοπές στο σπίτι μου.»

Κατερίνα Χαρίση

************************************************

Το βιβλιο της Κατερίνα Χαρίση: Παναγιώταρος: Σύζυγος Καλλιόπης
Μπορειτε να το κατεβασετε εντελώς ΔΩΡΕΑΝ: ΕΔΩ!

Ovi_greece_0417_033a

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s