Παναγιώτης: Το κοροϊδάκι της κυρίας #1

Τέσσερα καροτί κεφάλια εμφανίζονται κι ο Παναγιώτης αναστενάζει με καημό. Καθώς οι χαρωπές κυρίες με την καροτί κουπ μπαίνουν μία μία στο χιλιοταλαιπωρημένο τσινκουετσέντο τιτιβίζοντας, ο Παναγιώτης αναστενάζει ξανά και βάζει μπρος. Μέχρι να βολευτούν όλες τους το αμαξάκι γέρνει κι ύστερα έρχεται πάλι στα ίσα του. «Καλημέρα, να την κάνει ο Θεός», μονολογεί και τους χαμογελάει πλατιά μα απελπισμένα.

Οδηγεί μηχανικά και προσπαθεί να αγνοήσει το ενοχλητικό κελάηδισμα των γυναικών πίσω και δίπλα του, απαντώντας με ένα σκέτο «μμ, ναι», κάθε φορά που κάποια απ’ αυτές του απευθύνει το λόγο. Τι ήθελε και συμφώνησε να τις κατεβάσει στο κέντρο; Κι όχι μόνο συμφώνησε να κάνει τον σοφέρ, αλλά υποσχέθηκε πως θα τις περιμένει και να τελειώσουν. Τελειώνουν ποτέ οι γυναίκες από τα μαγαζιά;  Η χτεσινή βραδιά με την Καλλιόπη τον έκανε … ευάλωτο. Επίτηδες θα το έκανε, σκέφτηκε. Με ξεθέωσε μετά από ενάμιση μήνα κι ύστερα μου ζήτησε τη χάρη. «Να… είπα μήπως… Αν δεν είναι κόπος…Αφού θα πας που θα πας για τα δικά σου…Οι αδερφές μου…» Και με το δάχτυλό της ζωγράφιζε κυκλάκια στο γυμνό στέρνο του.

Ovi_greece_0617_012a.gifΤρεις ώρες αργότερα το κεφάλι του σφυροκοπά. Παρκάρει όπως όπως το κίτρινο φιατάκι, εφτά ολόκληρα τετράγωνα μακριά από εκεί που έπρεπε. Οι καροτί κυρίες πάντα κελαηδούν ανέμελα (κάργιες!) καθώς κατεβαίνουν και προχωρούν με γρήγορο βήμα χωρίς να του ρίξουν ούτε ματιά. Ο Παναγιώτης κλειδώνει το αμάξι κι είναι ήδη κουρασμένος. Ακόμα πιο κουρασμένα τις ακολουθεί και τα αναθεματισμένα παπούτσια του τον στενεύουν. Ή απλά είναι εντελώς κουρέλι από το πολύ περπάτημα. Πέμπτη φορά που κάνουν στάση. Αν δε βρουν και τώρα αυτό που ψάχνουν, ορκίζεται να τις παρατήσει και να σηκωθεί να φύγει. Αν και ξέρει πως αυτό θα σημαίνει ακόμα ενάμιση μήνα- ή και παραπάνω- σεξουαλικής αποχής από τη γυναίκα του. Σα να το ‘χε κάνει σύστημα η Καλλιόπη τώρα τελευταία, κι όποτε δε γινόταν το δικό της, έκανε αποχή. Όποτε ήθελε να ζητήσει κάτι, τον έριχνε στο κρεβάτι. Μα δεν είχε διάθεση να ασχοληθεί μ’ αυτό το θέμα τώρα.

«Γυναίκες», μουρμουρίζει καθώς τις κοιτάζει να περπατούν με τις θεόρατες φτιαξιές τους και τα μικροσκοπικά τους πόδια, σαν τις κότες στο κοτέτσι μόλις τους ρίξεις καλαμπόκι. Κλοκ- κλοκ-κλοκ. Με μια σακούλα στο χέρι η καθεμιά, ένα ζευγάρι παπούτσια για να το ταιριάξουν με το ρούχο που ακόμα δεν είχαν βρει.

Από μακριά τις βλέπει που μπαίνουν σε ένα κατάστημα. Αρπάζει την ευκαιρία και κάθεται σ’ ένα παρκαρισμένο μηχανάκι, ελπίζοντας να μην τον κυνηγήσει κανείς. Αλλά κι αυτό να γίνει, όταν εξηγήσει την κατάσταση θα τον καταλάβουν. Αρκεί να μην ανήκει σε γυναίκα το μηχανάκι. Βγάζει το πακέτο με τα τσιγάρα από την κωλότσεπη και βιαστικά χώνει ένα στο στόμα, το ανάβει και ρουφάει λες και θέλει να το μασήσει και να το καταπιεί. Απόλαυση. Ρουφάει και ξαναρουφάει μέχρι που κόντεψε να φάει τη γόπα. Το ένα από τα καροτί κεφάλια ξεπροβάλλει από την πόρτα και τον ψάχνει. «Εδώ!» της κάνει με το χέρι. Άιντε ξεκίνα Παναγιώτη.

«Σε περιμέναμε», του λέει το καρότο νούμερο ένα. «Πάλι κάπνιζες;» Τι διάολο; Θα μετράω και τα τσιγάρα μου τώρα; «Έλα. Χρειαζόμαστε και τη δική σου γνώμη σ’ αυτό.» Ο Παναγιώτης πανικοβλήθηκε. Αυτό ΔΕΝ ήταν στη συμφωνία! «Τη γνώμη μου; Μα τι ξέρω εγώ από ρούχα, ρε Μαρία;» Η κουνιάδα του κούνησε το κεφάλι της αποδοκιμαστικά. «Όλες οι γυναίκες ντύνονται για να τις βλέπουν οι άντρες», του είπε και τον τράβηξε μέσα στο κατάστημα. Γυναίκες, όχι γαλοπούλες! «Και γιατί δε ρωτάτε τους δικούς σας άντρες;» Το καροτί κεφάλι κακάρισε κάτι που έμοιαζε με γέλιο. «Αχ, μωρέ Παναγιώτη, οι άντρες ποτέ δεν πάνε για ψώνια με τις γυναίκες τους. Ούτε αυτοί θέλουν, ούτε κι εμείς». Ξαφνικά ο Παναγιώτης ένιωσε πως πιάστηκε μεγάλο κορόιδο. Η Καλλιόπη τον ξεγέλασε.

Ακολούθησε τη Μαρία μουρμουρίζοντας. Η δροσιά του κλιματιστικού είναι τόσο ανακουφιστική, που σχεδόν ξεχνάει το τι τράβηξε τόσες ώρες και αναρωτιέται αν έκανε βλακεία τελικά που περίμενε κάθε φορά έξω ή μέσα στο αυτοκίνητο.

Ένα σωρό ρούχα είναι αραδιασμένα εδώ κι εκεί. Πότε πρόλαβαν κι ανακάτεψαν τον τόπο; Εμπριμέ σύνολα και μονόχρωμα σύνολα και παντελόνια και μπλούζες και καμιά τους δε μοιάζει να έχει αποφασίσει το τι θα πάρει τελικά. Η πωλήτρια προφανώς έχει εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια να συνεννοηθεί μαζί τους και τις έχει παρατήσει να αλωνίζουν και να ανακατεύουν, ενώ κάθεται στην καρέκλα της πασχίζοντας να συνεχίσει τη λύση του σταυρολέξου μπροστά της. Κάθε τόσο μασουλάει το φθηνιάρικο μπικ στυλό της και τους ρίχνει φαρμακερές ματιές. Ακόμα και τον Παναγιώτη αγριοκοίταξε. 

Όχι, δεν έχω καμία σχέση μαζί τους… σχεδόν. Γαμώτο. Απαρατήρητος περνάει πια. Τόσο πολύ ξεθώριασε η μπογιά του; Κάποτε οι γυναίκες του έριχναν ματιές γεμάτες νόημα. Κάποτε. Μετά έγινε σύζυγος. Γαμπρός. Πατέρας. Βαστάζος και κουβαλητής. Βαρετός. Κουρασμένος.

«Πώς σου φαίνεται αυτό, Παναγιώτη;» ρώτησε η μία. Ο Παναγιώτης ανασήκωσε τους ώμους του. Σαν πώς να του φανεί; Σαν τρία μέτρα ύφασμα να τυλίγουν ένα μικρό κήτος. «Καλό, καλό».

«Εδώ, εδώ, να. Μήπως τονίζει;» ρώτησε η άλλη.  Πλάκα μου κάνεις;; «Όχι, μωρέ. Μια χαρά είσαι.» Σα φαλαινοκαρχαρίας τυλιγμένος σε αθερινόδιχτο.

«Κράτα λίγο την τσάντα μου και πήγαινε πιο πίσω να με δεις». Α ρε Καλλιόπη, α ρε Καλλιόπη! Θα γίνω φονιάς. «Ωραία, ωραία η φούστα». «Παρεό είναι!» «Αυτό». Τι Λωζάνη, τι Κοζάνη.

«Για δες βρε Παναγιώτη, μήπως θέλει λίγο κόντεμα, να έρθει το ύφασμα ίσα με το τακούνι;» Ορίστε;; «Σα να είναι λίγο μακρύ». Όχι, εσύ είσαι 1 και 30. «Καλό είναι, ξέρω γω;»

«Παναγιώτη, αυτό το μπλε είναι ίδιο με αυτό το μπλε;» «Παναγιώτη, πες της ότι όταν φοράς εμπριμέ από κάτω, από πάνω θέλει μονόχρωμο!» Παναγιώτη, εκρού ή κίτρινο;» «Παναγιώτη, πες της ότι με τέτοιο στήθος απαγορεύεται το στράπλες!» «Παναγιώτη, πες κάτι, σε δυο μέρες φεύγουμε για διακοπές κι ακόμα δεν έχουμε ψωνίσει τίποτα!»

Γαμώ και τις διακοπές μου και το σόι σας και τη μέρα που καψουρεύτηκα την αδερφή σας, γαμώ. Όταν είπα για οικογενειακές διακοπές, δεν εννοούσα αυτό! Εννοούσα… Εννοούσα… Τη δική μου οικογένεια, γαμώτο! Όχι όλο το σόι, όχι όλο το σόι! Α, ρε Καλλιόπη, α, ρε Καλλιόπη με τις ιδέες σου! Εσύ κανόνιζες να μείνουν τα παιδιά στη γιαγιά τους κι εγώ κανόνιζα να σου χαρίσω τον ουρανό με τ’ άστρα. Μέχρι που ήρθα στο κέντρο να αγοράσω καινούργια σώβρακα, απ’ αυτά τα σεξουαλικά. Και κατέληξα να κουβαλώ τις γυναίκες να ψωνίσουν για τις διακοπές που θα κάνουμε όλοι μαζί και σώβρακα δεν πήρα. Πώς σε τουμπάρισαν έτσι;

Ύστερα από μια ατέλειωτη και βασανιστική ώρα, οι γυναίκες πληρώνουν. Ο Παναγιώτης χωρίς να θέλει αλλά ξέροντας ότι πρέπει- προτιμά να το κάνει από μόνος του, παρά να του το ζητήσουν με το ξινό τους ύφος – «Παναγιώτη, ένα χεράκι;» – πηγαίνει στο ταμείο κι αρχίζει να φορτώνεται σακούλες. Η πωλήτρια του χαμογελάει ειρωνικά. «Μενέλαος», της λέει. «Χρυσάνθη», λέει κι αυτή. Οι κουνιάδες κοιτούν σαστισμένες. Ο Παναγιώτης της  χαμογελάει τρεις τόνους πιο ειρωνικά. «Οχτώ κάθετα, βασιλιάς της Σπάρτης. Τέταρτο γράμμα έψιλον. Και ολόκληρο το στυλό να φας, Λεωνίδας δε θα ταιριάξει ποτέ».

Γύρισε την πλάτη του και προχώρησε με ύφος θριαμβευτικό και το κεφάλι ψηλά, φορτωμένος με τις σακούλες. Γκιόσες. Μάλλον είναι η πρώτη φορά που βλέπει αυτιά ανθρώπου να κοκκινίζουν. Πολύ το φχαριστήθηκε.

Κατερίνα Χαρίση

************************************************

Το βιβλιο της Κατερίνα Χαρίση: Παναγιώταρος: Σύζυγος Καλλιόπης
Μπορειτε να το κατεβασετε εντελώς ΔΩΡΕΑΝ: ΕΔΩ!

Ovi_greece_0417_033a

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s