Βιβλίο και σινεμά

Ο Johannes Gutenberg ανακάλυψε την τυπογραφία, πότε;

Κλωθογύριζε την ιδέα από το 1440 ή περίπου εκεί. Το πάλεψε αρκετά και  στα 1455 τύπωσε για πρώτη φορά, σχεδόν με τις σημερινές προδιαγραφές όσον αφορά το τελικό αποτέλεσμα (βασικά τυπωμένες μπρος πίσω οι σελίδες, μέχρι τότε οι εκτυπώσεις που έκανε ήταν μιας όψης), τύπωσε μια βίβλο σε καμιά 200αριά αντίτυπα, κάποια σε κοινό χαρτί και κάποια σε χαρτί πολυτελείας. Κάποιοι θεωρούν πως αυτή η βίβλος είναι το αρτιότερο, τεχνικά, βιβλίο που τυπώθηκε ποτέ.

Αυτό βέβαια είναι σα να λες πως το Pentium I με τα windows 95 της εποχής του …plug and pray, είναι το πιο τέλειο κομπιούτερ που κατασκευάστηκε ποτέ!
Οπότε δε θα το σχολιάσω.

Ovi_greece_0517_020e.gifΉ, θα μπορούσε να πει κάποιος, πως το κινητοσκόπιο (μηχανή προβολής φτιαγμένη στα εργαστήρια του Tomas Edison, από τον William Kennedy Dickson και όχι απ’ τον ίδιο τον Edison, ο οποίος θεώρησε τότε την εφεύρεση ήσσονος σημασίας, μηχανή που είχε τη δυνατότητα να προβάλει κάτι σαν κινηματογραφική ταινία, την οποία ο θεατής παρακολουθούσε από μια μικρή …τρύπα), ήταν η αρτιότερη, τεχνικά, μηχανή προβολής που υπήρξε ποτέ!

Το θέμα μας όμως εδώ είναι, πως το 1891, 436 χρόνια μετά από την πρώτη εκτύπωση βιβλίου από τον Johannes, ένας άλλος τύπος, ο William, κατάφερε φωτογραφίζοντας διαδοχικές εικόνες, και  βασιζόμενος σε μια ατέλεια του ματιού, που ονομάζεται μετείκασμα ή μεταίσθημα,* να κάνει τις επί μέρους ακίνητες φωτογραφίες να αποκτήσουν ζωή!

Δυο τύποι με απόσταση σχεδόν μισής χιλιετίας, με τον δεύτερο να βασίζεται στην ενδιάμεση στάση της «ανακάλυψης» της φωτογραφίας από τον Nicéphore Niépce, το 1826, έβαλαν τις βάσεις για να μπορέσουν να τυπωθούν οι ιστορίες που γεννά το ανθρώπινο μυαλό, ώστε να είναι προσβάσιμες στο ευρύ κοινό με την πρώτη εφεύρεση,  και με τη δεύτερη να πάρουν ζωή σα να έχουν συμβεί στην πραγματικότητα.

Ήταν τόσο εξόφθαλμη η σχέση που είχαν αυτές οι δύο εφευρέσεις, που το να συνδυαστούν δεν άργησε και πολύ. Το 1924, 29 χρόνια μετά την προβολή σε παγκόσμιο επίπεδο, της πρώτης ταινίας σε αίθουσα στο Παρίσι, από τ’ αδέρφια Auguste and Louis Lumière, οι οποίοι είχαν φυσικά βασιστεί στην εφεύρεση του κινητοσκόπιου για τη δική τους εφεύρεση, κι αφού οι κινηματογραφιστές πέρασαν μια αρκετά μεγάλη περίοδο γυρίζοντας σκόρπιες slapstick (χονδροειδείς) «κωμικές» ταινιούλες, μαθαίνοντας-εφευρίσκοντας τους βασικούς κανόνες που θα επέτρεπαν την ανάπτυξη του νέου μέσου, ο σκηνοθέτης Erich von Stroheim προσπάθησε να κάνει μια πιστή κινηματογραφική προσαρμογή στη νουβέλα του Frank Norris με τίτλο Mc Teague που ήταν γραμμένη το 1899, με την ταινία του, που είχε τίτλο Greed (απληστία).

Το αποτέλεσμα ήταν ένα φιλμ που διαρκούσε 9½ ώρες!

(Ούτε ο Andy Warhol στην ταινία του Empire, του 1964, δεν κατάφερε να ξεπεράσει αυτή τη διάρκεια, σε μια ταινία που η κάμερα έχει καδράρει ακούνητη επί 485 ολόκληρα λεπτά, 8 ώρες και κάτι ψιλά δηλαδή, το Empire state Building και που φυσικά δεν είχε βασιστεί σε κανένα βιβλίο, παρά μόνο στην τρέλα που πουλούσε ο Andy στους νεόπλουτους …βλάχους Αμερικάνους!)

Πίσω στο «Greed». Το στούντιο παραγωγής επέμενε να κοπεί η ταινία για να έχει μικρότερη διάρκεια, ο Erich von Stroheim ενέδωσε κι έτσι προέκυψε μια νέα εκδοχή της με χρονική διάρκεια 4 ωρών, οι οποίες προφανώς εξακολουθούσαν  να είναι απαγορευτικές για να προβληθεί στις αίθουσες.

Οπότε το στούντιο ξανάκοψε την ταινία, ερήμην του σκηνοθέτη αυτή τη φορά, στις 2 ώρες. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν μια ταινία που ήταν σε μεγάλο βαθμό ασυνάρτητη!
Συμβολικός ο τίτλος της ταινίας, ο Erich με …απληστία θέλησε να μην αφήσει ούτε μια οξεία έξω απ’ τη μεταφορά της νουβέλας και του βγήκαν στο τέλος περί τα τρία …Ben Hur!

Για όσους δεν γνωρίζουν την …κινηματογραφική «γλώσσα», οι σινεφίλ (και όχι μόνο θα έλεγα), έτσι λένε μια πολύ μεγάλη σε διάρκεια ταινία.

Ως αστείο θα μπορούσες να το πεις αυτό πχ και για μια πολύ μεγάλη και βαρετή ίσως διαφήμιση.

Γιατί το Ben Hur διαρκεί 212 λεπτά, δηλαδή 3,5 ώρες και κάτι ψιλά!

Σημειωτέον έχει κι αυτή βασιστεί σε βιβλίο, την ομώνυμη νουβέλα του Lew Wallach, γραμμένη το 1880. Η ταινία, μια που την αναφέραμε, κέρδισε 11 Όσκαρ, είχε προταθεί για 12, και είναι μια απ’ τις μεγαλύτερες επικές ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Για τις ανάγκες της ταινίας κατασκευάστηκε πιστό αντίγραφο της αρχαίας Ρώμης! Η ταινία παραμένει στη λίστα των πιο επιτυχημένων παραγωγών όλων των εποχών.
Το Χόλιγουντ, ονειρευόμενο μια νέα παρόμοια επιτυχία, κάνει το ριμέικ της ταινίας πέρσυ, το 2016, δαπανώντας 100 εκ. δολάρια.
Και πιάνει πάτο!

Τι είναι αυτό λοιπόν που κάνει μια μεταφορά ενός βιβλίου στην οθόνη πετυχημένη; Υπάρχει συνταγή;

Μπα…

Τα πάντα εξαρτώνται από αυτό που κάνει τον άνθρωπο ως ον, να διαφέρει απ’ όλα τα υπόλοιπα όντα του πλανήτη.

Τον εγκέφαλο.

Την απίθανη συνδυαστική ικανότητα  που έχει αυτό το ελαφροβαρές όργανο των 1000-1400 γραμμαρίων, το οποίο έχει καταφέρει να κάνει τόσο απίστευτα, και εν πολλοίς αντιφατικά πράγματα, από το απόλυτο κακό ως το απόλυτο καλό, από τότε που πήρε μπροστά τα τελευταία 100 χιλιάδες; χρόνια.

Συνταγές υπάρχουν για πάρα πολλά πράγματα.

Συνταγές για την επιτυχία, ειδικά στα θέματα της τέχνης, μάλλον όχι!

Άσχετο ίσως επιφανειακά, αλλά νομίζω σχετικό επειδή έχει να κάνει με τις συνταγές που λέμε:
Ο μέγας ζωγράφος Van Gogh δεν πούλησε εν ζωή ούτε έναν πίνακα. Εξακολούθησε, μέχρι να φύγει …αυτοβούλως-αφού στην ουσία αυτοκτόνησε-απ’ το μάταιο τούτο κόσμο, να ζωγραφίζει χρησιμοποιώντας την ίδια, μαγική, ιδιοφυή, που αντιγράφεται μέχρι της μέρες μας, συνταγή.

Που για κάποιο λόγο (ήταν χρόνια μπροστά;) ούτε να την φτύσουν δεν ήθελαν οι σύγχρονοί του.

Πέθανε με την «ρετσινιά» του ατάλαντου μπογιατζή.
Η τέχνη του και η τεχνική του αποθεώθηκε μόλις 10 χρόνια μετά το θάνατό του. Κορυφαίο παράδειγμα «παρεξηγημένου» καλλιτέχνη.

Το ίδιο λοιπόν ισχύει και στην 7η τέχνη. Το ίδιο και στη λογοτεχνία. Το ίδιο κι όταν παντρεύεται η λογοτεχνία τον κινηματογράφο.

Εκατοντάδες (μάλλον χιλιάδες τελικά) τα βιβλία που έχουν μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη. Και σ’ αυτή τη μεταφορά, έχουν συμβεί τα πάντα νομίζω. Όλες οι πιθανές και απίθανες συνταγές. Μέτρια βιβλία που έγιναν εξαιρετικές ταινίες. Καταπληκτικά βιβλία που πάτωσαν όταν επιχειρήθηκε να προσαρμοστούν σ’ ένα σενάριο.
Κορυφαίο παράδειγμα της τελευταίας πρότασης, η μεταφορά του βιβλίου «Ακόμα και οι καουμπόισσες μελαγχολούν» («Even cowgirls get the blues») του μέγιστου, Αμερικανού, συγγραφέα, Tom Robbins.

Γιατί άραγε;

Ας το δούμε από λίγο πιο κοντά.

Συντελεστές:
Σκηνοθέτης Gus Van Sant («Το δικό μου Αϊντάχο», «ο Ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ», «Milk»). Η προσαρμογή του βιβλίου σε σενάριο έγινε απ’ τον ίδιο το σκηνοθέτη.
Ηθοποιοί: Uma Thurman, Lorraine Bracco, Pat Morita, Angie Dickinson, Keanu Reeves, John Hurt, Rain Phoenix, Ed Begley, Jr., Carol Kane, Victoria Williams, Sean Young, Crispin Glover, Roseanne Arnold, Buck Henry, Grace Zabriskie, and Treva Jeffryes.
Ο ίδιος ο Tom Robbins ήταν αφηγητής στην ταινία!
Λαμπρό καστ, δε νομίζετε;

Λοιπόν δεν ξέρω για άλλες περιπτώσεις.

Εδώ όμως υπάρχει μια πάρα πολύ εύλογη εξήγηση.
Απλή.

Το βιβλίο είναι λογοτεχνία. Υψηλής ποιότητας.
Απόσπασμα από το βιβλίο (Εκδόσεις Aquarius 1985, μετάφραση, Γιάννης Κωστόπουλος, Γιώργος Μπαρουξής):

«38
Ο εγκέφαλος, αν μη τι άλλο, είναι ένα εκπαιδευτικό παιχνίδι. Είναι αλήθεια βέβαια ότι είναι ένα παιχνιδάκι που σε εκνευρίζει-εκεί που νομίζεις ότι έχεις μάθει να το παίζεις καλά, αυτό σου τη σκάει-παρόλα αυτά όμως είναι ένα παιχνίδι πάντα συναρπαστικό, που συχνά σου δημιουργεί εκπλήξεις, πότε πότε σε ανταμείβει για τον κόπο σου, και είναι ήδη συναρμολογημένο: δε χρειάζεται να το μοντάρεις εσύ το πρωί των  Χριστουγέννων. Το πρόβλημα που γεννιέται όταν έχεις ένα τόσο ωραίο παιχνίδι, είναι ότι θέλουν να το παίξουν και οι άλλοι. Μερικές φορές μάλιστα, προτιμούν να παίζουν με το δικό σου παρά με το δικό τους. Ή έχουν, αντίρρηση όταν εσύ παίζεις με το δικό σου με διαφορετικό τρόπο απ’ ό, τι παίζουν αυτοί με το δικό τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι μέσα από ένα πλήθος δυνατότητες (ολόκληρο παιχνιδάδικο εδώ που τα λέμε) υπάρχουν λίγα παιχνίδια που παίζονται παντού και επαναλαμβάνονται ασταμάτητα. Αν δε θέλεις να παίξεις το παιχνίδι που παίζουν κάποιοι άλλοι, τότε σου λένε ότι «σου έχει στρίψει η βίδα» χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι η Κινέζικη ντάμα, για παράδειγμα, μπορεί να είναι ένα πολύ ωραίο παιχνιδάκι για να περνάς την ώρα σου, αλλά κάποιος άλλος μπορεί να γουστάρει να παίξει άλλα παιχνίδια με το δικό του εγκέφαλο, από ντόμινο, σκάκι, στριπ-πόκερ, τελίτσες, τρίλιζα, μέχρι και Ρώσικη ρουλέτα.»

Τώρα αυτό, πώς το μεταφέρεις σε σενάριο;
Θα μου πείτε ο ίδιος ο Tom Robbins ήταν ο αφηγητής στην ταινία.
Οπότε, υποθέτω πως θέλετε να πείτε, τον βάζεις να το διαβάσει.
Μα όταν περισσότερο απ’ το μισό βιβλίο είναι γραμμένο έτσι;
Τι θα κάνεις; Από τα 120 λεπτά μιας ταινίας τα 60 θα κινηματογραφήσεις τον …αφηγητή να διαβάζει ένα κείμενο;

Μπα…

Να λοιπόν γιατί δεν έχει προσαρμοστεί κανένα άλλο βιβλίο αυτού του, εξαιρετικού, λογοτέχνη σε σενάριο για να γίνει ταινία.
Μπορεί να φανεί απόλυτο, αλλά προσωπικά πιστεύω πως η πραγματική λογοτεχνία, όπως την κατανοώ εγώ δηλαδή, δεν μεταφέρεται στο πανί.
Φαντάζει αιρετικό και μονόχνοτο αυτό, και μπορεί να κάνω λάθος, άλλωστε εδώ καταθέτω, ατάκτως ειρημένες, προσωπικές απόψεις και μόνο, δεν προσπαθώ να δρέψω δάφνες κριτικού ή ειδικού περί της λογοτεχνίας ή ακόμα και του κινηματογράφου, παρόλο που έχω δει χιλιάδες ταινίες πολύ περισσότερες βέβαια, απ’ όσα βιβλία έχω διαβάσει.
Όταν διαβάσεις ένα βιβλίο και πεις:
-«Πω, πω, τι ωραίο σενάριο που θα γινόταν!», αυτό που μόλις διάβασες δεν είναι ακριβώς λογοτεχνία.
Μα θα μου πείτε, πάρα πολλά βιβλία κορυφαίων πωλήσεων (best seller επί το …ελληνικότερον) έχουν γίνει εξαιρετικές ταινίες. Συγγραφέων αναμφισβήτητα μεγάλου βεληνεκούς και εγνωσμένου κύρους. Δε μιλάμε για ανθρώπους που έχουν γράψει …Άρλεκιν.
«Το όνομα του Ρόδου» του Umberto Eco, ας πούμε.
Ε, ναι. Η ταινία δεν ήταν κακή, αλλά ήταν σα να έβλεπες τη …σκιά του βιβλίου. Υπήρχε και η επιβλητικότητα του μεγάλου Sean Connery, που επηρέαζε προς το «καλή ταινία αυτή», γεγονός αναμφισβήτητο. Αλλά το ίδιο το βιβλίο απογειώνει.
Μπορείς, κατά την ταπεινή μου άποψη, να κάνεις ποίηση με εικόνες, ακόμα και με κινούμενες.
Δεν μπορείς να κάνεις όμως εικόνες, την ποίηση.
Κι ας είναι μια εικόνα χίλιες λέξεις.

Ας αρκεστούμε λοιπόν σε μεταφορές στο σινεμά βιβλίων όπως το «The Hunt for Red October» σε σκηνοθεσία John McTiernan, σενάριο των Larry Ferguson & Donald E. Stewart, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Tom Clancy.
Είναι λογοτεχνία το συγκεκριμένο βιβλίο;
Συγνώμη, δεν θα απαντήσω σ’ αυτό!
Απαντήστε κι εσείς σε κάτι…

*********************************************

Υ.Γ.
Η πρώτη Ελληνική προσπάθεια μεταφοράς στην οθόνη βιβλίου είναι η βουβή ταινία «Δάφνις και Χλόη» σε σκηνοθεσία του Ορέστη Λάσκου το 1931. Το «Δάφνις και Χλόη» είναι μία ιστορία αγάπης που έγραψε ένας από τους πρώτους μυθιστοριογράφους του κόσμου, ο Έλληνας Λόγγος, συγγραφέας του 3ου μ.Χ. αιώνα.
Βλέπουμε λοιπόν, πως δεν άργησε ο Ελληνικός κινηματογράφος να ακολουθήσει μεταφέροντας ένα βιβλίο στη μεγάλη οθόνη.
Επτά χρόνια, κι εκείνη την εποχή, την εποχή των απαλών ονύχων του κινηματογράφου, δεν είναι και μεγάλο διάστημα.
Και με τι διαφορά μέσων!
Μάλιστα, πρώτος από κάθε άλλο Ευρωπαίο σκηνοθέτη του κινηματογράφου, ο Λάσκος παρουσίασε γυμνό ηθοποιό, γι’ αυτό και όταν η ταινία βγήκε στις αίθουσες είχε χαρακτηριστεί από ορισμένους ως «πορνογράφημα»!

*μια οπτική οφθαλμαπάτη της κίνησης που συμβαίνει εξ αιτίας του φαινομένου διατήρησης της εικόνας στο μάτι, επί 1/12 του δευτερολέπτου.

Γιώργος Καλατζής

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s