Της κούπας το ανάγνωσμα

Όλα ξεκίνησαν ένα απόγευμα που η Στέλλα είχε έρθει στο σπίτι μου μετά τη δουλειά για ένα καφέ. Έβαλα την καφετιέρα να δουλεύει με αρωματικό κολομπίνικο καφέ και άνοιξα το ντουλάπι για να πιάσω δυο κούπες, όταν…

– Στέλλα, η κούπα σου θέλεις να είναι λευκή με την Μίνι Μάους ή γαλάζια με μεγάλα κύματα;
– Ό,τι να ‘ναι. Φώναξε η Στέλλα από το σαλόνι αλλά εγώ είχα χαθεί. Το ντουλάπι ήταν γεμάτο από κούπες καφέ σε διαφορετικά μεγέθη και σχήματα, με διαφορετικά χρώματα και ζωγραφιές.
– Τι κάνεις τόση ώρα; Κόκκαλα έχει ο καφές; Φώναξε μετά από λίγο η Στέλλα αλλά εγώ εκεί, καρφωμένη να κοιτάζω τις κούπες στο ντουλάπι αναποφάσιστη.

Ovi_greece_0517_021a.gifΜετά από λίγα λεπτά και μην παίρνοντας καμία απάντηση, η Στέλλα ήρθε στη κουζίνα να δει αν είμαι ακόμα εκεί ή έχω πάει στη Κολομβία να μαζέψω καφέ.

– Τι κάνεις εκεί μωρή; Με ρώτησε, πάντα ευγενικά η Στελίτσα κοιτώντας με να στέκομαι μπροστά στο τραπέζι της κουζίνας με 18 διαφορετικές κούπες απλωμένες μπροστά μου.
– Κοίτα.
– Τώρα αποφάσισες να καθαρίσεις το ντουλάπι;
– Κοίτα ρε Στέλλα.
– Τι να δω; Ορίστε, έχεις πολλές κούπες.
– Και δεν βλέπεις τίποτα παράξενο;
– Ναι μερικές είναι πολύ κιτς αδερφούλα μου. Από την λαϊκή τις πήρες;
– Είναι 18 και τρεις ακόμα στο πλυντήριο.
– Το εμπεδώσαμε ότι έχεις πολλές κούπες. Το πρόβλημα πού είναι;
– Ρε συ Στέλλα, κοίτα κι εδώ. Και της έδειξα το ντουλάπι. Στο δεύτερο ράφι υπήρχε ένα πολύ όμορφο σετ με φλυτζάνια για τον καφέ, με μια λεπτή χρυσή γραμμή στο λαιμό. Μετά άνοιξα ένα άλλο ντουλάπι που υπήρχε ένα ακόμα σετ φλυτζάνια του καφέ, πολύχρωμο αυτή τη φορά στυλ νοτιοαμερικανικό. Και στο τέλος άνοιξα ένα ακόμα ντουλάπι με ένα ακόμα σετ με φλυτζάνια του καφέ, ολόλευκο που μάλιστα συνοδευόταν από ζαχαριέρα και γαλατιέρα.
– Δώρο της θείας μου στο γάμο μου, είπα καθώς έβγαζα ένα φλυτζάνι από το ντουλάπι για να το χαϊδέψω.
– Να μας ζήσετε βρε, να σας θυμόμαστε.
– Σοβαρέψου.
– Ωραία, έχεις τρία σετ φλυτζάνια και αρκετές κούπες. Το πρόβλημα δεν καταλαβαίνω πού είναι.
– Ρε συ Στέλλα θυμάσαι όταν είμασταν μικρές;
– Ήμουν μικρότερή σου και θα θυμάσαι περισσότερα.
– Άσε την πλάκα. Θυμάσαι όταν η μάνα σου είχε φιλενάδες της στο σπίτι;
– Θολά, αλλά τα μάγουλά μου το θυμούνται με σιγουριά. Είχαν αυτή τη μανία να μου τσιμπάνε τα μάγουλα.
– Θυμάσαι τη μάνα σου να σερβίρει καφέ σε κούπα με σήμα ασφαλιστικής; Της έδειξα κούπα μπλε στο τραπέζι με σήμα ασφαλιστικής και με μεγάλα λευκά γράμματα «για σίγουρα γηρατειά».

Η Στέλλα κοίταξε το λευκό φλυτζάνι που κρατούσα στο χέρι μου και τις κούπες στο τραπέζι και δεν είπε τίποτα.

Μου αρέσουν πολύ οι κούπες. Μου αρέσει που το χέρι σου τυλίγει την κούπα και το ζεσταίνει, που δεν το κρατάς με το ένα δάχτυλο και το άλλο να πετάγεται σε στιλ γιόγκα στον αέρα. Μου αρέσουν γιατί μπορείς να βάλεις όσο καφέ και όσο γάλα θέλεις, μου αρέσουν γιατί μοιάζουν σαν να ταιριάζουν δίπλα σε ένα βιβλίο το βράδυ. Αλλά από το μου αρέσουν οι κούπες μέχρι το 18 συν 3 διαφορετικών μεγεθών, χρωμάτων και σχημάτων …πού βρέθηκαν όλες αυτές οι κούπες στο ντουλάπι μου; Γιατί έχω κούπα ασφαλιστικής δίπλα σε κούπα που λέει «η καλύτερη μαμά στον κόσμο» και παραδίπλα άλλη με το λογότυπο του λόττο;

– Κοίτα, είναι που δεν τις αγοράζεις. Κάποιος στην έδωσε και την έβαλες στο ντουλάπι και μετά άρχισες να την χρησιμοποιείς και ξέχασες το σήμα της ασφαλιστικής που έχει μπροστά της.
Η κούπα της ασφαλιστικής είχε κάνει εντύπωση και στις δυο μας.
– Να δες, αυτή είναι από το νες καφέ, από κανένα σουπερμάρκετ θα την πήρες, προσφορά. Κι αυτήν για την καλύτερη μαμά του κόσμου ο Άρης θα στην πήρε δώρο κάποια γιορτή της μητέρας.
– Κι αυτή για διακοπές στην Πάτμο, ποιος μου την έφερε;
– Δεν έχεις πάει ποτέ στην Πάτμο;
– Τσου.
– Κακώς, πολύ κακώς. Αυτή με τα αρκουδάκια είναι αστεία.
– Την είχα πάρει για το βαφτιστήρι μου αλλά μετά δεν μου άρεσε και δεν του την έδωσα.
– Βλέπεις; Αν το σκεφτείς λιγάκι θα δεις ότι όλες αυτές οι κούπες μπήκαν στο ντουλάπι γιατί εσύ τις έβαλες.
– Ναι, αλλά ούτε μια ζευγάρι; Δεν έχω πάει ποτέ να αγοράσω κούπες;
– Αυτή από το μουσείο του Λονδίνου, σίγουρα την αγόρασες.
– Και γιατί πήρα μόνο μια; Γιατί δεν πήρα δυο;
– Είναι αναμνηστικό.
– Μα τη χρησιμοποιώ.
– Κούπα είναι ρε Λουκία, σιγά μην την βάλλεις σε μια βιτρίνα με μην αγγίζετε κολλημένο μπροστά.

Έτσι πήρα εγώ την κούπα με τα αρκουδάκια και η Στέλλα την κούπα της ασφαλιστικής που της φάνηκε αστεία και αφού τις γεμίσαμε καφέ και γάλα πήγαμε στο σαλόνι.

Εγώ σιωπηλή να κοιτάζω γύρω μου.
– Τι έπαθες τώρα;
– Πόσες άλλες κούπες βλέπεις;
– Εδώ μέσα;
– Δεν εννοώ αυτό ρε Στέλλα, πόσα άλλα πράγματα που έχουν κάπως μπει στο σπίτι μας από το παράθυρο, σαν τις κούπες.
Κοίταξε η Στέλλα, κοίταξα κ εγώ αλλά δεν μπορούσαμε να δούμε κάτι συγκεκριμένο.
– Το πιάτο της γλάστρας; Ρώτησε η Στέλλα και οι δυο μας κοιτάξαμε την γλάστρα όλο απορία.
– Πόσο καιρό είναι εκεί;
– Ιδέα δεν έχω.

Αργότερα το ίδιο βράδυ και αφού πέταξα την κούπα με το σήμα της ασφαλιστικής στα σκουπίδια, επέστρεψα όλες τις κούπες στο ντουλάπι. Εντάξει, ήταν μια πολύχρωμη παρέα που δεν ξέρω πώς βρέθηκε στο σπίτι μου, αλλά παρατηρώντας τις ένιωσα ότι η κάθε μια είχε και μια ιστορία να πει. Όπως αυτή με τα αρκουδάκια και αυτομάτως ένιωσα κάτι οικείο γι’ αυτές, που δεν είχα νιώσει ποτέ με τα φλυτζάνια δώρο της θείας για το γάμο μου. Και ίσως αυτή η πολυχρωμία να είναι καλό, να είναι συμβολικό για τη ζωή που αλλάζει. Έτσι τις κράτησα και μάλιστα χτες αντικατέστησα αυτήν με το σήμα της ασφαλιστικής με μια άλλη κατακόκκινη που με λευκά γράμματα λέει, «μόνο για καφέ».

Λουκία Κοντοπόδη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s