Ζοφερό σκοπέτο

“Eχεις σκοπιά σήμερα;” , τον ρώτησε με μια ελπίδα η απάντησή του να είναι αρνητική.

“Κανονικά όχι, αλλά ο Κώστας δεν είναι στα καλύτερά του…Μάλλον τον τριγυρίζει ίωση… και θα πάω να τον αλλάξω στο δίωρο”, αποκρίθηκε εκείνος.

Ο τόνος της φωνής του μαρτυρούσε την απογοήτευσή του που θα αναγκαζόταν να ξυπνήσει στις δυο το πρωί για να φρουρεί ως τις τέσσερις το παγωμένο φυλάκιο, πράγμα που δε διέφυγε της αντίληψης της Μαρίας, η οποία και προσπάθησε αμέσως να τον καλμάρει.

– Έλα ρε ψυχάκι μου, μη στεναχωριέσαι Θα μείνω ξύπνια και θα το βγάλουμε παρέα το ρημάδι το γερμανικό. Δυο ωρίτσες είναι. Θα περάσουν.

– Στα δάχτυλα, βλέπω, τη παίζεις πλέον τη στρατιωτική ορολογία μικρή, ε; Θα πέσεις να κοιμηθείς κι άσε τις χαζομάρες. Το πρωί δουλεύεις και δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να ξενυχτάς. Θα βάλω μουσική εγώ.

– Γιάννη; Θα μου υποσχεθείς όμως ότι θα προσέχεις, έτσι; Ξέρεις ότι τα όνειρα μου δεν είναι τυχαία και το συγκεκριμένο το βλέπω τρία βράδια τώρα.

– Ναι ρε Μαράκι μου γλυκό, ναι…Χαλάρωσε! Ξεχνάς, μου φαίνεται, ότι ο άντρας σου είναι κομάντο. Οπλοφορεί και δεν αστειεύεται. Αν φανεί κανένας περίεργος θα του την ανάψω πριν πει κύμινο Στο πι και φι. Στο πιτς φιτίλι. Μπαμ,μπαμ…

Τα πειράγματα και τα γελάκια συνεχίστηκαν για λίγη επιπλέον ώρα και μόλις η κλήση τερματίστηκε, ο Γιάννης ένιωθε καλύτερα. Η Μαρία είχε τον τρόπο να τον ηρεμεί, ακόμα κι αν του μιλούσε για δυσοίωνα όνειρα. Έφερε για λίγο στο μυαλό του την τρομακτική φιγούρα, που του περιέγραψε γλαφυρότατα. Σκέφτηκε τα λαμπερά μάτια της να γουρλώνουν, καθώς και την όλη παραστατικότητα των κινήσεων που ήταν βέβαιος ότι  έντυναν την περιγραφή της, παρόλο που γνώριζε ότι εκείνος δεν την έβλεπε. Χαμογέλασε. Ώρες, ώρες του θύμιζε μικρό, φοβισμένο παιδί με αχαλιναγώγητη φαντασία.

Ovi_greece_0417_045e.gif

Το σκούντημα του θαλαμοφύλακα στη μια και μισή ήταν το εγερτήριο του. Δεν είχε καταφέρει να κοιμηθεί πολύ εκείνο το βράδυ. Στριφογύριζε στην κουκέτα του βαριανασαίνοντας, ένιωθε μια δυσφορία, και μια αλλόκοτη υποψία ότι κάποιος τον καρφώνει με το βλέμμα του, τον έκανε να αισθάνεται εκτεθειμένος και απροστάτευτος.
Σκέφτηκε πως δεν θα ήταν διόλου περίεργο να πέρασε στο υποσυνείδητό του η συζήτηση με τη Μαρία και να εκδηλωνόταν όλη τη νύχτα τοιουτοτρόπως, αλλά είπε να δώσει τόπο στην οργή και να μην την κατσαδιάσει.

Δυο η ώρα βρισκόταν στο φυλάκιο της πίσω πύλης, με το κινητό του τηλέφωνο ανά χείρας, βλαστημώντας τα ακουστικά του που δεν έκαναν καλή επαφή και ψάχνοντας κάποιο τραγούδι να εκτονώσει τον θυμό του που δεν του είχε πάει τίποτα καλά από την ώρα που ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Τα λεπτά κυλούσαν γρηγορότερα με τη μουσική και τις σκέψεις του συντροφιά. Καθώς η μελωδία του ‘’John the revelator’’ πλημμύριζε τα αυτιά του, έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Η ώρα ήταν τρεις. ‘’Σε μια ώρα θα’ χουν όλα τελειώσει’’, είπε κάνοντας λογοπαίγνιο με τους στίχους ενός κομματιού που δε ταίριαζε καθόλου με τις ακουστικές του προτιμήσεις.

Μια φευγαλέα κίνηση στην πύλη τον έκανε να ανασηκώσει το βλέμμα του. Βγήκε να ελέγξει αλλά δεν ήταν κανείς εκεί. Μη δίνοντας περαιτέρω σημασία, επέστρεψε στο φυλάκιο κι έβαλε πάλι τα ακουστικά του. Η απόκοσμη κραυγή που διαπέρασε όμως τα τύμπανά του, τον έκανε να τα εκσφενδονίσει έντρομος μακριά του. Σαστισμένος και με τη καρδιά του να χτυπάει δυνατά στο στήθος του, έστρεψε ξανά τη ματιά του στην πύλη και αυτή τη φορά στεκόταν όντως κάποιος εκεί…

“Μαρία; Τι κάνεις τέτοια ώρα εδώ πέρα;”, ρώτησε καχύποπτα.

… Καμία απάντηση …

“Μωρό μου είσαι καλά; Με τρομάζεις ! Τι συμβαίνει;”,συνέχισε ανήσυχος.
“Ήρθα να σε πάρω μια αγκαλιά για να μη νιώθεις μόνος’, απάντησε μειδιάζοντας και ανοίγοντας τα χέρια της σε μια μεγάλη αγκαλιά, συμπλήρωσε ‘’ Θα με κάνεις να περιμένω;”’

Ο Γιάννης γνώριζε, ότι από στιγμή σε στιγμή, θα μπορούσε να περάσει οποιαδήποτε περιπολία και ότι θα αναγκαζόταν να δίνει εξηγήσεις σε ανωτέρους, κινδυνεύοντας με φυλακή αν συνέβαινε αυτό. Έτσι περπάτησε θαρρετά προς την πύλη, αποφασισμένος να τη συνετίσει προτού τον βρουν μεγάλα προβλήματα. Μόλις όμως άρχισε να μειώνεται η απόσταση μεταξύ τους, το χαμόγελο της έσβησε απότομα… Τα χαρακτηριστικά της σκλήρυναν και καρφώνοντάς τον με τα κατάμαυρα, μοχθηρά μάτια της, οπισθοχώρησε φτύνοντας δυο κουβέντες μέσα απ’ τα δόντια της. ‘’ Χρωστάς τη ζωή σου στη μαλακία που φυλάς στο μπουφάν σου’’, σύριξε πριν κρυφτεί ξανά μέσα στις σκιές.

Ο Γιάννης ψηλάφισε τις τσέπες του μηχανικά, ενώ ήξερε ακριβώς για το τι ψάχνει πριν ακόμα το βρει. Όταν άλλαζε για τη σκοπιά νωρίτερα, έσπασε η αλυσίδα του σταυρού του και τον έβαλε βιαστικά στην τσέπη του για να μην καθυστερήσει στο πόστο του. Ο σταυρός έλαμψε στα ακροδάχτυλά του… Ρίγη διαπέρασαν όλο του το κορμί πριν χάσει τις αισθήσεις του.

Μιαν ώρα αργότερα, βρέθηκε νεκρός κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες ενώ ο σταυρός του κειτόταν λίγα εκατοστά πιο μακριά από τη μισάνοιχτη του παλάμη.

Αναστασία Τσιτσιριδάκη

********************************************

To διήγημα της Αναστασίας Τσιτσιριδάκη,
συμπεριλαμβάνεται στο τέταρτο τεύχος του ArsOvi που μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ:

Ovi_greece_0417_008a

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s