Ο Αθάνατος

Στεκόταν στην ψηλότερη κορφή του βουνού, περιτριγυρισμένος από πυκνή ομίχλη και απειλητικά σύννεφα. Δυνατός και παγωμένος αέρας ανακάτευε τα μακριά του μαλλιά και τα γένια του. Στεκόταν ακίνητος, με τα μάτια κλειστά κι αφουγκραζόταν τους ήχους στην άκρη του ανέμου που σφύριζε αδιάκοπα από χρόνια παντοτινά. Είχε μάθει πια να αγνοεί τον αέρα και να ακούει πίσω και πέρα από αυτόν. Το μυαλό του μπορούσε να δραπετεύσει, ελεύθερο κι αδάμαστο, σαν τον άνεμο που τον μαστίγωνε τόσα χρόνια. Έμαθε να ακούει. Έπρεπε να ακούει. Ήταν το καθήκον του σαν φύλακας.

Ovi_greece_0417_045d.gifΕίχε καιρό να ακούσει το κάλεσμα. Αυτό το αγνό και διαπεραστικό κάλεσμα που τον ωθούσε κάθε φορά να εκπληρώσει την αποστολή του, γρήγορα, όπως ο άνεμος. Κανείς δεν τον χρειαζόταν για πολύ. Οι φωνές που τον καλούσαν ήταν γεμάτες εγωισμό και κάλπικη αφοσίωση, κι αυτές, τις αναγνώριζε μ’ ευκολία. Και παρέμεινε στο βουνό και στεκόταν ακίνητος και αδυσώπητος, ν’ ακούει. Η αναμονή έμοιαζε να μην έχει τέλος.

Πόσο λαχταρούσε τον παλιό καιρό. Τις μέρες εκείνες τις πρώτες, όταν καβάλα στο άλογό του γυρνούσε από τόπο σε τόπο. Πόσο του έλειπε να καβαλήσει ξανά το άλογό του, να νιώθει την ελευθερία και τη δύναμη του ζώου που κάλπαζε κάτω απ’ τα πόδια του. Ήταν μια εποχή ατέλειωτων ταξιδιών, παρέα με εκείνο το σιωπηλό και πιστό πλάσμα, αν και στην πραγματικότητα δεν το είχε ανάγκη. Οι σκέψεις του ταξίδευαν γρηγορότερα, μα του άρεσε να νιώθει τους ανθρώπους και τη χαρά τους κάθε που πραγματοποιούσε τα θαύματά του, ανταποκρινόμενος στο κάλεσμά τους. Κανένας δε συνέδεε τα θαύματα μαζί του. Ήταν απλώς ένας συνηθισμένος ταξιδιώτης, ένας περαστικός, με φτωχικά ρούχα και που δε διέφερε σε τίποτα από κάποιον άλλο. Εκείνη ήταν η εποχή που οι άνθρωποι είχαν ακόμα την ψυχή τους αγνή και φόβο για τ’ όνομά του. Τον είχαν ανάγκη.
Τώρα ένιωθε μονάχα απόρριψη και μοναξιά. Άχρηστος.

Παράτησε το άλογο πριν από πολύ καιρό. Οι άνθρωποι άρχισαν να χρησιμοποιούν άλλα μέσα για τις μετακινήσεις τους, κι εκείνος έπρεπε να προσαρμοστεί. Έπρεπε πάντα να περνά απαρατήρητος και να μη διαφέρει. Αυτή ήταν μια απόφαση που πήρε όταν κάποτε παραλίγο να σκοτωθεί από την τρέλα τους. Αλλά κι εκείνος θεώρησε τότε την αθανασία ως κάτι δεδομένο. Καθώς ο χρόνος άλλαζε τον κόσμο, άλλαζε κι εκείνος. Ντύσιμο, τρόπος μετακίνησης, τεχνολογία – πάντα προσαρμοσμένος στην εποχή του. Η τωρινή του αμφίεση ήταν διαχρονική. Μπορούσε να εμφανιστεί οπουδήποτε και να παραμείνει αθέατος με πολλούς τρόπους. Αντικατέστησε τα μεταφορικά μέσα των ανθρώπων με τη δική του ιπτάμενη μηχανή που είχε πριν από καιρό αποθηκεύσει στο βουνό κι ύστερα παράτησε, μετά από μια κλειστή αναμέτρηση με στρατιωτικά αεροσκάφη που τον κυνήγησαν μέχρι που χάθηκε πίσω από τα πυκνά σύννεφα. Οι άνθρωποι εξελίσσονταν τόσο γρήγορα, που εκείνος στέρευε πια από θαύματα.

Μάλλον τότε ήταν που συνειδητοποίησε πως ταξίδευε για το τίποτα. Και σταμάτησε ξανά για να προσαρμοστεί. Τώρα έπρεπε απλώς να περιμένει.

Δεν μπορούσε να φύγει. Όχι με τη θέλησή του. Θα έπρεπε να ανακληθεί και καμιά φορά του φαινόταν πως Εκείνος τον είχε ξεχάσει. Ή ίσως πάλι και να ήλπιζε πως υπήρχε ακόμα ελπίδα σ’ αυτόν τον κόσμο που του είχε ανατεθεί να φυλάξει. Έτσι συνέχισε να περιμένει, νιώθοντας την αυξανόμενη ένταση. Ο αέρας γέμισε μ’ οργή, και η τρέλα και το μίσος θέριευαν. Όλα αυτά τα σημάδια του θύμισαν τον τότε πρώτο πειρασμό, πριν από τόσο καιρό. Η ίδια ακριβώς παραφροσύνη. Είχε ακόμα τις ουλές του να τον προειδοποιούν.

Κι άλλος χρόνος πέρασε. Κι εκείνος περίμενε ακόμα, με τα μάτια κλειστά, ανυπόμονος από την αχρηστία. Ο άνεμος άλλαζε ξανά, φέρνοντας μαζί του τη μεταλλική οσμή του αίματος. Κάπου, κάτω από εκείνο το χάος που πλημμύριζε από τα στροβιλιζόμενα σφυρίγματα του αέρα και τους θρήνους, άκουσε μια αδύναμη φωνή, αθώα και ειλικρινή. Άνοιξε τα μάτια του. Κοίταξε τις παλάμες του. Ήθελε να ξύσει τις ουλές του. Και τότε άρχισε να τρέχει, γρήγορος σαν τον άνεμο, να εκπληρώσει την αποστολή του.

Πριν φτάσει στην καρδιά εκείνης της νέας τρέλας, και μόνο για μια στιγμή, μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του.

Ελπίζω πως δε θα με σταυρώσουν πάλι…

Gordana Mudri

********************************************

To διήγημα της Gordana Mudri,
συμπεριλαμβάνεται στο τέταρτο τεύχος του ArsOvi που μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ:

Ovi_greece_0417_008a

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s