Η ντουλάπα και η πανταλόνα

Προχθές από τύχη απέφυγα το έμφραγμα. Δηλαδή έμφραγμα και εγκεφαλικό ταυτόχρονα θα ήταν και να δω τι θα γινόταν το παιδί μου αν πάθαινα κάτι. Ορφανό με μητριά την γκόμενα του Αντωνάκη ο Άρης μου κι η σκέψη παραλίγο να μου δώσει το δεύτερο έμφραγμα μέσα στην ίδια ώρα. Και στη σκέψη της ορφάνιας πρέπει να μου ξέφυγε βαρύ και δυνατό βογγητό γιατί ήρθε το παιδί μου στην πόρτα του δωματίου να ρωτήσει τι συμβαίνει.

– Τι έγινε ρε μάνα πρωινιάτικα;
– Τίποτα παιδί μου, κάνε δουλειά σου. Εγώ η καρτερική μάνα. Η μάνα μάρτυρας.
– Μετακομίζεις;
– Πώς σου ήρθε αυτό;
– Με όλα σου τα ρούχα στο πάτωμα …τι να σου πω;

Αυτά το παιδί μου και αποχώρησε από την ανατολική πτέρυγα του σπιτιού μας για να επιστρέψει στη δυτική όπου η κουζίνα και το ψυγείο, που από τότε που έπιασε τα δεκαπέντε έγινε ο βωμός λατρείας του και βαθιάς πίστης.

Εγώ όμως πρέπει να ξεκινήσω από την αρχή τώρα για να μη νιώσετε ότι χάσατε την εισαγωγή.

Σαββάτο πρωί. Σπάνιο αλλά μου συνέβη, ξύπνησα νωρίς και με πρόγραμμα να κάνω δουλειές. Πριν καν σηκωθώ από το κρεβάτι ένιωσα κάτι σαν να έχω πυρετό από τον ενθουσιασμό για το πρόγραμμα που είχα κάνει στον ύπνο μου. Θα μαζέψω πρώτα τις ντουλάπες και θα πετάξω όλα αυτά που δεν μου χωράνε πια. Μετά θα καθαρίσω τα ντουλάπια της κουζίνας, τα επάνω, και μετά τα τζάμια. Της κουζίνας. Θα κατεβάσω την κουρτίνα, της κουζίνας πάντα, να την πλύνω και μετά…

Αυτά πριν πετάξω το πάπλωμα από πάνω μου. Μεταξύ του πετάω το πάπλωμα, φοράω παντόφλες, πάω τουαλέτα και ετοιμάζω καφέ, μια-μια οι δουλειές μεταφέρθηκαν στο επόμενο σαββατοκύριακο. Αλλά συνέχιζα να έχω πρόγραμμα.

Πρώτα αυτά που είχαν εμφανές πρόβλημα. Τρυπούλες, ξεχειλωμένα, σαβουριασμένα. Αυτά στη μια σακούλα σε ισορροπία μεταξύ του για τα σκουπίδια ή για σφουγγαρόπανα. Στη δεύτερη σακούλα αυτά που δεν είχαν εμφανές πρόβλημα αλλά δεν θα τα φορούσα ξανά για διάφορους λόγους. Τρίτη σακούλα αυτά που δεν ήθελα. Πάλι για διάφορους λόγους. Καλά, σακούλες δεν είχα ακόμα, θα τα μάζευα σε τρεις διαφορετικές στοίβες και θα αποφάσιζα εν εξελίξει.

Ovi_greece_0417_049a.gifΚι άνοιξα την ντουλάπα. Και θαύμασα την αναχώρηση του Αντωνάκη από την ντουλάπα μου. Γιατί τώρα ήταν ντουλάπα μου. Μόνο μου. Κι εκεί ήρθε η πρώτη έκπληξη. Φάτσα πόρτα και με κοιτάει πανταλόνα απροσδιορίστου μεγέθους και ύφους γιαγιάς σε χρώμα μπορντό βαθύ. Μπα, μουρμούρισα και ομιτζί. Πώς βρέθηκε αυτό εδώ;

Δίπλα ακριβώς, παντελόνι στενό μαύρο υφασμάτινο και τρέξανε δάκρυα από τα μάτια μου. Την τελευταία φορά που το είχα φορέσει ήταν πριν από έξι …επτά …δεκαπέντε χρόνια. Δεκαπέντε χρόνια; Δεκαπέντε χρόνια. Καλά, είκοσι. Με μαύρες γόβες ψηλές και λευκό πουκάμισο, αυτά με τους φαρδιούς γιακάδες και τις βάτες. Είκοσι  χρόνια. Αναστέναξα.

Δίπλα ακριβώς μια φούστα στενή μέχρι το γόνατο, βελβετάκι σε μαύρο με καταπληκτικά λουλούδια. Την κοίταξα σιωπηλά. Τρία …τέσσερα …πέντε χρόνια τουλάχιστον. Πάλι με μαύρες γόβες. Αναστέναξα βαθιά.

Ζιπ κιλότ; Πότε άρχισα εγώ να φοράω ζιπ κιλότ; Τι θέλω να κρύψω με την ζιπ κιλότ. Εγώ δεν έχω να κρύψω τίποτα. Πότε το φόρεσα αυτό το πράγμα; Δυο ..τρία …προχτές γαμώτο στο γραφείο. Βαθιά ανάσα, ένα δυο τρία, ψυχραιμία Λουκία. Είναι της μόδας, ψιθύρισα πολύ σιγά για να μην με ακούσω.

Αμάν, κι άλλη πανταλόνα. Μπλε. Δεν μπορεί, κατά λάθος τις πήρα. Μάλλον θα ήταν κάποια προσφορά και δεν κρατήθηκα. Την πέταξα στη στοίβα για πέταμα/σφουγγαρόπανα. Έκανα και απότομη αναστροφή, βρήκα και την μπορντό και την έστειλα στην ίδια κατεύθυνση.

Αυτό το τζην γιατί δεν το φοράω; Ρώτησα τον εαυτό μου ξαφνιασμένη μπροστά σε ένα τζινάκι σχεδόν καινούργιο. Το ξεκρέμασα και το έβαλα μπροστά μου, κοίταξα στον καθρέφτη και κατάλαβα. Δίπλα ακριβώς πανταλόνα πάλι, σε μαύρο χρώμα αυτή τη φορά. Την ξεκρέμασα, κοίταξα στον καθρέφτη και κατάλαβα. Κι εκεί ο αναστεναγμός έγινε βογγητό, ήρθε και η σκέψη ορφάνιας του παιδιού μου και τέλος πάντων μετά από λίγο ανακάλυψα ότι έχω τέσσερεις πανταλόνες μέγεθος γιαγιάς και δυο ζιπ κιλότ. Τα παράτησα όλα και με την μαύρη πανταλόνα στο χέρι βγήκα από το δωμάτιό μου.

– Δεν μου λες Άρη, με έχεις δει να φοράω αυτό το πράγμα;
– Πού να ξέρω ρε μάνα τι φοράς;
– Γιατί μάτια δεν έχεις;
– Δεν παρατηρώ.
– Γιατί δεν παρατηρείς;
– Ξέρω γω; Γιατί είμαι άντρας;
– Σαν τον πατέρα σου είσαι, του πέταξα και επέστρεψα στο δωμάτιό μου.

– Στέλλα.
– Πες καλημέρα πρώτα βρε φιλενάδα.
– Καλά, καλημέρα. Για πες μου με έχεις δει ποτέ με μπορντό, μαύρη ή μπλε πανταλόνα;
– Ξέρω γω; Τι εννοείς πανταλόνα;
– Να, από αυτές που ο κώλος είναι πιο μεγάλος κι από τα δυο μπατζάκια μαζί.
– Μμμμμμμ.
– Τι μουουουου μωρή;
– Δεν είμαι σίγουρη.
– Κάτσε θα βγάλω σέλφι και θα στη στείλω να μου πεις.
– Μεγάλο πράγμα η τεχνολογία.
– Σκάσε, μου χαλάς την αυτοσυγκέντρωση.
– Τι κάνεις;
– Βγάζω φωτογραφία στον καθρέφτη με αυτό το μπορντό πράγμα μπροστά μου.

Περνάνε μερικά δευτερόλεπτα, άντε λεπτό.
– Την είδες;
– Τι να δω;
– Την πανταλόνα.
– Ε, και;
– Τι ε και ρε Στέλλα; Με έχεις δει να φοράω αυτό το πράγμα;
– Την Τετάρτη.
– Ποια Τετάρτη;
– Τη Μεγάλη Τετάρτη ρε Λουκία.
– Στέλλα ψεύδεσαι.
– Αμάν ρε Λουκία, μαζί τις αγοράσαμε στην Καλλιθέα πριν από ένα μήνα. Εγώ πήρα μια και εσύ δυο – τρεις, γιατί τις δοκίμασες και τις βρήκες βολικές για το γραφείο.
– Τις πανταλόνες της γιαγιάς;
– Γιατί ζει η γιαγιά σου;

Και επειδή ένιωθα το τρίτο έμφραγμα και εγκεφαλικό να έρχονται ταυτόχρονα, της το έκλεισα. Πήγα στο δωμάτιό μου, έκλεισα προσεκτικά την πόρτα, έβαλα τις πανταλόνες πάλι πίσω στις κρεμάστρες, έκλεισα την ντουλάπα και χώθηκα κάτω από το πάπλωμα για να κρυφτώ από τις τεράστιες πανταλόνες που ήταν έτοιμες να βγουν από την ντουλάπα και να με δαγκώσουν.

Λουκία Κοντοπόδη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s