Τα θέλω και τα μπορώ

Ενίσταμαι για μια φράση που ακούω όλη μου τη ζωή και διαφωνώ καθέτως μαζί της. Το «δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δε θέλω». Όχι κυρίες και κύριοι. Υπάρχουν πράγματα τα οποία όσο κι αν θέλω ΔΕΝ μπορώ να τα κάνω κι ένα από αυτά είναι το σερβίρισμα με δίσκο.

Χρόνια ατελείωτα έφευγα νύχτα από μαγαζιά έχοντας πλέον πειστεί ότι η μοναδική μου σχέση με τα σερβίτσια θα ήταν forever ή να τα πλένω, ή να τα σπάω. Και δεν το λέω αυτό μετά από απλές «αποτυχημένες δοκιμές» και πληγωμένο εγωισμό.

Το λέω μετά από πολύχρονη (μάταιη) προσπάθεια κι εκπαίδευση από τους καλύτερους σερβιτόρους που έχω γνωρίσει στη ζωή μου, συμπεριλαμβανομένου ενός πιτσιρικά που κρατούσε με το ένα χέρι την παραμάνα με πιάτα και ποτήρια κανένα μέτρο σε ύψος και σερβίριζε χορεύοντας, καθώς και άλλου αργότερα που έκανε το ίδιο, μόνο που σα μεγαλύτερος και πιο έμπειρος μπορούσε να το κάνει αυτό με δύο παραμάνες και στα δύο χέρια. Πώς σερβίριζε, μη με ρωτάτε , δεν κατάλαβα ποτέ.

Ovi_greece_0317_021a.gifΕγώ πάλι το καημένο έπαιρνα το αντιολισθητικό στρόγγυλο δισκάκι με δυο ποτηράκια του ουίσκι πάνω (που είναι και φαρδιά και δε φεύγουν εύκολα) με τα δύο χέρια, και μέχρι να καλύψω την απόσταση μπαρ-τραπέζι μου χουν φύγει και ο δίσκος και τα ποτήρια, έχω χάσει ένα παπούτσι στο ενδιάμεσο κι έχω σπάσει τρία δάχτυλα, μπορεί κι ένα πλευρό.

Όμως όπως για να πάρουμε όλες τις μεγάλες αποφάσεις πρέπει να συμβεί ένα μεγάλο γεγονός (που μόνο που δεν κατεβαίνει ο Θεός να σε πει «άστο πουλόπομ, αφού δεν το χεις το ρημάδι» ένα πράμα) έτσι και στη δική μου περίπτωση έπρεπε να ρεζιλευτώ ανεπανόρθωτα για να ορκιστώ ότι δε θα ξαναπιάσω ούτε φρίσμπι στα χέρια μου (αποκεφαλίζω τοτέμ για πλάκα) .

Στο καφέ λοιπόν που είχαμε στο Πήλιο για ένα φεγγάρι, αν και είχαμε ξεκαθαρίσει τους ρόλους μας με το στεφάνι μου – εγώ μέσα εκείνος έξω- υπήρξαν και φορές που έμεινα μόνη κι έπρεπε κάποιος να σερβίρει, εγώ όμως σαν άλλη αχλάδα με ουρά εκείνες τις μέρες έκανα το κατάστημα σελφ-σέρβις (μουαχαχα).

Όμως το Πήλιο είναι γνωστός αγαπημένος προορισμός αρκετών σελέμπριτις, έτσι κι από μας περνούσαν ουκ ολίγοι (δε θα σας πω ονόματα να σκάσετε) τους οποίους ευτυχώς αναλάμβανε πάντα το κοινωνικότατος κι ομιλητικότατο στεφάνι μου, ενώ το απροσάρμοστο (εγώ) έκανα αυτό που ξέρω να κάνω καλά- αποφάσιζα για τη μουσική κι έφτιαχνα τους καφέδες μου με τις ροζέτες και τα λοιπά μπινελίκια τους.

Υπήρξε πάραυτα μια και μοναδική φορά που εκείνος έλειπε και στο μαγαζί εμφανίστηκε ολόκληρη και ολοζώντανη (και με παρέα ένα τσούρμο) η Χαρούλα. Ναι, η δική μας, η γνωστή. Φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να της πω πάρτα μόνη σου, τη στιγμή μάλιστα που είχαν παραγγείλει με την παρέα της όχι μόνο καφέδες αλλά κι ένα σκασμό γλυκά του κουταλιού.

Αν τα έβαζα στο μικρό το στρογγυλό, θα έκανα τρεις μέρες να τα πάω όλα αυτά. ΑΝ έφτανα ποτέ. Τελικά έπρεπε να σηκώσω τα μανίκια και να πιάσω τον εφιάλτη μου. Τα φόρτωσα στο θηρίο προσπαθώντας να θυμάμαι τη σωστή σειρά (που ποτέ δε θυμάμαι, ΠΟΤΕ) – μέσα τα ψηλά?, έξω τα χαμηλά?, μέσα τα πιάτα?, μέσα τα μπουκάλια?? – και ξεκίνησα το δρόμο των παθών, να καλύψω μια απόσταση πέντε μέτρων κάνοντας ένα εκατομμυριοστό του βήματος τη φορά.

Με αυτοσυγκέντρωση Βουδίσια (Βούδας, γιου νόου) ικανή να τα πάει μόνα τους (αλλά δεν είμαι η Κάρι ρε γαμώτο) και κοιτώντας μόνο το δίσκο με τα νεραντζάκια, τα μελιτζανάκια, τα κερασάκια, τους καφέδες, τις κανατούλες, τις ζαχαρίτσες κι όλο το σκατολοϊδι, φτάνω σχεδόν – ΣΧΕΔΟΝ- στο σωτήριο άδειο διπλανό τραπέζι, όταν βλακωδώς ξεθάρρεψα που τα πήγαινα μια χαρά κι άρχισα να ανοίγω βήμα, με το δίσκο να γέρνει επικίνδυνα και τα τσαγκλιά να αρχίζουν να χτυπάνε μεταξύ τους.

Φυσικά και την έφαγα τη σαβούρα, τι νομίζατε? Ότι επειδή ήταν η Χαρούλα το υποψήφιο θύμα θα με λυπόταν ο Θεός? Ή θα λυπόταν εκείνη που τα έφαγε όλα στα μούτρα? Βρε άμα ο Θεός μουλαρώσει, κάθεται από πάνω και κοιτάει γελώντας δυνατά (τόσες μαλακίες κάνουμε, να μην το ευχαριστηθεί και λίγο?)

Δε φτάνει που της έκανα καινούργια κουπ και της στόλισα το κεφάλι με παραβρασμένες μελιτζάνες και γλυκό ντοματάκι, σωριάστηκα και πάνω στα υπόλοιπα που σκόρπισαν παντού.

Παρόλα αυτά με ψυχραιμία (που απέκτησα μετά από πολλά ρεζιλίκια) τους είπα συγνώμη, θα επανέλθω με χαρτί – αν και μόνο μπανιέρα και ζεστό νερό θα έσωνε την κατάταση- και απομακρύνθηκα αθόρυβα, αφήνοντάς τους εμβρόντητους να βλέπουν στον κώλο μου κολλημένα κεράσια και τσατσαλιασμένα σύκα.

Γι αυτό λοιπόν σας λέω, υπάρχει και το ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ. Τόσο απλά.

ΥΓ. Φυσικά και η Χαρούλα δε με ξεμάλλιασε αν και πώς να την κατηγορούσα αν το έκανε;

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s