Ο Αντωνάκης, τα πάθη μου…

Σκηνικό. Χωριό, Μεγάλη Πέμπτη βράδυ στο καθιστικό. Εγώ διαβάζω εφημερίδα με την τηλεόραση να παίζει χωρίς ήχο, η μάνα κάτι κάνει συνέχεια. Μπαινοβγαίνει από την κουζίνα, κάτι ξεσκονίζει, κάτι πιάνει, κάτι αφήνει.

– Τι κάνει;
– Περιμένω την Βάσω να έρθει να πάμε μια βόλτα στην πλατεία.
– Το παιδί που είναι;
– Έχει πάει στον Πλάτανο να βρει τα ξαδέρφια του.
– Δεν υπάρχει Πλάτανος πια.
– Μπα;
– Έγινε Μπέλλα.
– Όπως λέμε κούνια-μπέλα;
– Όχι. Είναι ιταλικό είπε ο Θύμιος.
– Έμαθε ιταλικά ο Θύμιος;
– Με τις τουρίστριες όλο και κάτι θα έμαθε.
– Μάνα είσαι πονηρή.
Ovi_greece_0417_025c.gif– Χμλμσλδφ
– Τι είπες;
– Άστο, τίποτα.
– Κάτι είπες και δεν το κατάλαβα.
– Που είναι τώρα ο Αντώνης; Ξέρεις;
– Εκδρομή στη Σκιάθο.
– Α, ξέρεις.
– Με την γκόμενα.
– Μη λες τέτοια λόγια.
– Ότι θέλω θα λέω.
– Θα μπορούσε να είναι εδώ.
– Δεν ήθελε.
– Τον ρώτησες;
– Ρε μάνα, με τον Αντώνη χώρισα. Τέλος ο Αντώνης, παρ’ το απόφαση.
– Αυτές είναι οικογενειακές μέρες.
– Γι’ αυτό ήρθαμε με τον Άρη για να περάσουμε τις γιορτές οικογενειακώς.
– Ναι, αλλά ο Αντώνης δεν είναι εδώ.
– Ετοιμάζει άλλη οικογένεια.
– Παντρεύεται;
– Πού να ξέρω;
– Αχ, τον έχασες παιδί μου.
– Ναι, είχα πιάσει το λόττο τον Αντωνάκη και τον έχασα. Με την άλλη τον έπιασα αλλά ….
– Αυτά γένονται.
– Ε, τώρα ρε μάνα, τι να σου πω; Αυτά δεν γίνονται. Δεν πρέπει να γίνονται. Θα σου άρεσε εσένα να με βρει εμένα κάποια στο κρεβάτι με τον άντρα της;
– Εσύ είσαι από οικογένεια.
– Κι η άλλη σε οικογένεια γεννήθηκε.
– Την υπερασπίζεσαι τώρα;
– Ρε μάνα, έχουμε τρελαθεί τώρα; Τι είναι αυτά που λες;
– Χμλμσλδφ
– Έλα πάλι. Δεν καταλαβαίνω τι λες.
– Ο Γιώργος.
– Ε; Τι ο Γιώργος; Μια χαρά παιδί είναι και Αντωνάκης δεν μου φαίνεται.
– Δεν είναι και παιδί, έχει περάσει τα πενήντα.
– Εντάξει, παιδί δεν είναι αλλά ουτε Αντωνάκης είναι.
– Ναι αλλά αν ήταν εδώ ο Αντώνης θα ήταν καλή επίδραση στον Γιώργο.
– Θα ψάχνανε μαζί για γκόμενες;
– Είσαι άδικη. Εσύ τώρα είπες ότι ο Γιώργος είναι καλό παιδί.
– Το είπα, εσύ δεν καταλαβαίνω τι λες.
– Να, δεν παντρεύονται. Αν ήταν εδώ ο Αντώνης θα έλεγε μια κουβέντα και θα την στεφανωνόταν.
– Α, αυτό είναι το θέμα μας και με πας γύρω-γύρω.
– Εμ είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Πέντε χρόνια αστεφάνωτη και νομίζω ότι μένει και πολλές φορές στο σπίτι της.
– Μάνα, η Βάσω και ο Γιώργος συζούνε τα τελευταία πέντε χρόνια, ζούνε μαζί.
– Μη λες τέτοια πράγματα. Η κόρη μου δεν είναι σπιτωμένη.
– Η κόρη σου δεν είναι σπιτωμένη, δικό της είναι το σπίτι. Ο Γιώργος είναι σπιτωμένος.
– Χμλμσλδφ
– Τι λες ρε μάνα;
– Θα μας λείψει ο Αντώνης.

Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα της κουζίνας και μπήκε η Βάσω, αλλιώς θα κάναμε επιτάφιο τη Μεγάλη Πέμπτη.

– Ρε Βάσω γιατί δεν τον παντρεύεσαι να με αφήσουν εμένα ήσυχη;
– Ωχ, στα είπε πάλι;
– Σε μένα τα λέει, σε σένα ποτέ.
– Μου τα λέει κι εμένα.
– Ναι αλλά δεν χρησιμοποιεί το μαλάκα τον Αντωνάκη για να στα πει.
– Τον Αντωνάκη χρησιμοποίει. Την κοίταξα έκπληκτη. Είμασταν κι εμείς στην Μπέλλα, στη μια γωνιά η νεολαία, στην άλλη προς την τζαμαρία η τρίτη ηλικία. Είχα ρωτήσει και το Θύμιο αν το κούνια-μπέλα τον είχε εμπνεύσει και επειδή με άκουσαν και οι τριγύρω δεν του άρεσε καθόλου το αστείο.
– Καλώς την Αθηναία, είπε ο Θύμιος για να με …τιμωρήσει.
– Ένα φρέντο καπουτσίνο Θύμιο και χωρίς ζάχαρη. Τον κάρφωσα αμέσως εκεί που πονάει η Αθηναία.

– Εσένα από πού κι ως πού τον Αντωνάκη;
– Να, μου λέει ότι αν δεν ήσουν ιδιότροπη ο Αντωνάκης θα ήταν εδώ γιατί είναι άνθρωπος της οικογένειας και της αξιοπρέπειας και δεν θέλει η κοινωνία να τον βλέπει σαν το Γιώργο.
– Λοιπόν ξέρεις κάτι, είναι σατανικό μυαλό η μάνα μας.
– Το ξέρεις ότι την πήρε στη γιορτή της να της ευχηθεί;
– Ο Αντωνάκης; Ο μαλάκας;
– Ναι. Κούνησε το κεφάλι η Βάσω.
– Με δουλεύεις.
– Γιατί;
– Πήρε ο μαλάκας τηλέφωνο τη μάνα για να της πει χρόνια πολλά;
– Στο λόγο μου.
– Ρε το καθικι, τον γλύφτη… Αλλά εγώ κυρία. Δεν είπα τίποτα, κοκκίνισα-ξεροκοκκίνισα, αναστέναξα βαριά η χωρισμένη γυναίκα με μαλάκα τέως και παράγγειλα ούζο από τον Θύμιο. Τζιν ήθελα αλλά αν του έλεγα κάτι τέτοιο θα λιποθυμούσε ο μπέλλος.

– Μεγαλώνει ο Άρης. Είπε η Βάσω για να αλλάξει συζήτηση κοιτώντας τον γιο μου. Από την άλλη πλευρά του καφενείου η Μπέλλα, να γελάει με τα ξαδέρφια του.
– Μεγαλώνει και έχει τον μαλάκα για πρότυπο άντρα.
– Να του βρεις άλλο πρότυπο άντρα.
– Καλά ρε Βάσω, τι νερό πίνετε εδώ στο χωριό όλοι μαζί. Είχα τη μάνα πριν από λίγο με τον Αντωνάκη, τώρα θα έχω εσένα να μου λες να βρω γκόμενο;
– Γιατί κακό είναι; Δεν σου είπα να παντρευτείς.
– Να τον σπιτώσω;
– Τώρα ποια μοιάζει της μάνας;

– Υποφέρω Λουκία μου.
– Τι έγινε ρε Στέλλα;
– Ήρθε ο μαμάκιας στη μαμά του και μόνο που δεν βυζαίνει.
– Υπερβάλεις.
– Ότι πει η μαμά κι ότι πει η μαμά, ο μαλάκας.
– Εγώ νόμιζα ότι σου αρέσει στο χωριό. Γι’ αυτό δεν ήθελες να έρθετε μαζί μου εδώ.
– Θα τον δαγκώσω.
– Δεν είναι τώρα μαζί σου;
– Όχι ο μαλάκας. Βγήκαν οι …άντρες έξω για ένα ποτό. Να θυμηθούν τα παλιά.
– Και σε άφησε μέσα; Πού είναι η κόρη σου;
– Έχει πάει σε κάτι ξαδέρφες της. Εσύ;
– Μέσα.
– Ο Άρης;
– Με κάτι ξαδέρφια του.
– Του χρόνου Πάσχα στο σπίτι μου φιλενάδα.
– Ναι φιλενάδα και θα φτιάξω εγώ τα σμυρναίικα κουλουράκια.
– Έμαθες να φτιάχνεις κουλουράκια, μωρή;
– Συνταγή Απόστολου.
– Θα σε πάρω αύριο την ίδια ώρα να τα πούμε.
– Θα πας επιτάφιο;
– Ήρθα που ήρθα, τραβάω όλα τα πάθη του Χριστού, να μη δείξω και τις καινούργιες γόβες;
– Αντε και του χρόνου ρε Λουκία.
– Στα σπίτια μας πολίτες Στέλλα μου.

Λουκία Κοντοπόδη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s