Θέμα: Πώς πέρασα το Πάσχα

Κάπου κάπως κάποτε, ο προπάππος μου είχε και χωριό, είχε και αυλή με κοτόπουλα και αρνάκι σπιτικό. Εγώ εξελίχτηκα. Έγινα κατοικίδιο με διαμέρισμα και μπαλκόνι.

«Στην Αθήνα θα μείνετε κύριε Νάσο;»
«Στην Αθήνα κυρία Λίτσα.» Η μαμά της …μπέμπας που είχε κατουρήσει την εξώπορτά μου, αν θυμάστε.
«Δηλαδή χωρίς αρνάκι;»
«Αρνάκι θα φάω σίγουρα.»
«Δεν πιστεύω σε εστιατόριο…»
«Με φίλους κυρία Λίτσα.»
«Έτσι μπράβο. Τέτοιες μέρες κανένας δεν πρέπει να μένει μόνος του κύριε Νάσο.» Αμ δεν με αφήνουν ποτέ μόνο μου ήθελα να πω, αλλά το άφησα έτσι.
«Εσείς; Στο χωριό;»
«Φυσικά κύριε Νάσο. Μπορούμε να μην πάμε; Μας περιμένουν τα ξαδέρφια.» Φυσικά και πώς θα κάνουν τα ξαδέρφια Ανάσταση χωρίς τον Σταύρο, την Λίτσα και την μπέμπα, γιατί όπου το ζευγάρι από πίσω και η μπέμπα.
«Θα είσαστε σπίτι πιο αργά κύριε Νάσο;» Ορίστε; Κόντεψα να δαγκώσω τη γλώσσα μου.
«Μάλλον,» απάντησα μπερδεμένος από την ερώτηση.
«Ωραία, πάω στο σουπερμάρκετ τώρα για κάτι τελευταία και θα τα πούμε μετά.» Τι θα πούμε μετά; Τι έχω να πω εγώ με την Λίτσα, τον Σταύρο και την μπέμπα;

Ovi_greece_0417_030aΚρύος ιδρώτας με έλουσε και για την επόμενη ώρα κόντεψα να αρχίσω να τρώω τα νύχια μου, κάτι που δεν το έχω κάνει από τότε που ήμουν δεκαπέντε χρονών. Δοκίμασα να διαβάσω εφημερίδα. Τίποτα. Άνοιξα την τηλεόραση. Τίποτα. Έβαλα Ρασούλη στο στερεοφωνικό. Τίποτα. Τίποτα. Τίποτα δεν με ηρεμούσε. Τι θέλει ο κύριος Σταύρος και η κυρία Λίτσα;

Ντριιιιιιιιιννν η πόρτα, έτσι σπαστικά και συνεχόμενα κι εγώ σαν να περίμενα από πίσω, που περίμενα, την άνοιξα αμέσως. Η κυρία Λίτσα μπροστά φέρουσα σακούλα σουπερμάρκετ στα δυο χέρια κι ο Σταύρος από πίσω με την μπέμπα να μυρίζει το χαλάκι της εισόδου και να γουργουρίζει.

«Να περάσουμε;»
«Φυσικά, περάστε, περάστε,» πάλι απροετοίμαστο με έπιασε η κυρία Λίτσα, η οποία σχεδόν με εκτόπισε για να περάσει. Διαφορά μέσης βλέπετε. Από πίσω ο κύριος Σταύρος να σέρνει την μπέμπα που θέλει να μείνει στο χαλάκι. Ελπίζω να μην μου κατουρήσει τη μοκέτα.
«Καθίστε,» προσφέρθηκα μιας και η κυρία Λίτσα είχε ήδη στρογγυλοκαθίσει στον καναπέ. Ο κύριος Σταύρος έπιασε την πολυθρόνα και πήρε την μπέμπα αγκαλιά, αφήνοντάς μου μοναδική λύση να κάτσω δίπλα στην κυρία Λίτσα.
«Σας φέραμε το κάτι τις για τις ημέρες, κύριε Νάσο.»
«Ε, φανταστήκαμε ότι δεν θα κάνατε και τίποτα ιδιαίτερο,» συμπλήρωσε ο Σταύρος.
«χρρρρρρρρρ,» έκανε η μπέμπα. Εγώ χαμογέλασα αμήχανα κι η κυρία Λίτσα άνοιξε την σακούλα και εμφάνισε πλαστικό καλάθι μετρίου μεγέθους, λευκό.

«Αυγουλάκια κόκκινα. Δεν έχετε βάψει κύριε Νάσο, έτσι δεν είναι;» Έγνεψα αρνητικά.
«Από το χωριό ολόφρεσκα.»
«Από το χωριό;» Ψέλλισα.
«Τα φέρνει ο ξάδερφος όταν έρχεται από το χωριό και ήρθανε με τη γυναίκα του για ψώνια. Καταλαβαίνετε, πασχαλινά δώρα από την πόλη.» Εγώ ξαναέγνεψα καταφατικά.
«Τσουρεκάκι και κουλουράκια για τον καφέ σας το πρωί. Συνταγή της θείας μου της Μέλπως, του στρατηγού.» Μαζί είχατε υπηρετήσει; Δεν είπα τίποτα, συνεχίζοντας να κουνάω το κεφάλι μου.
«Και θα φέρουμε και αρνάκι στην επιστροφή για να δοκιμάσετε τι κάνει ο ξάδερφος.»
«Εσείς, εδώ Αθήνα;» Ρώτησε ο κύριος Σταύρος.
«Ναι, Αθήνα.»
«Δεν θα πάτε στο φίλο σας;»
«Εδώ στην Αθήνα είναι. Στην Πεντέλη.»
«Έχει αυλή για να σουβλίσετε;»
«Έχει αυλή,» βρε πού το πάν, πού το πάν.
«Ωραία,» είπε η κυρία Λίτσα.
«Ωραία,» είπε και ο κύριος Σταύρος.
«Ωραία,» είπα κι εγώ μην ξέροντας τι άλλο να πω.
«Έχετε ακούσει για τις κλοπές στη γειτονιά κύριε Νάσο;»
«Όχι», τους κοίταξα ξαφνιασμένος.
«Να εδώ στη γωνία, στο διαμέρισμα του δεύτερου,» είπε ο κυρία Λίτσα δείχνοντας με το δάχτυλο ποια γωνία εννοούσε.
«Αλβανοί, σίγουρα.» Είπε ο κύριος Σταύρος ενώ προσπαθούσε να κρατήσει τη μπέμπα στην αγκαλιά του.
«Κι εμείς θα λείπουμε κύριε Νάσο.»
«Και η Γιώτα δίπλα μας θα λείπει.»
«Κι η Νικολέτα.»
«Όλος ο όροφος κύριε Νάσο μου.»
«Και στον δικό σας θα λείπει η Σταυρούλα.» Ποια είναι η Σταυρούλα; Κοίταξα όλο απορία περιμένοντας τι ακολουθεί.
«Και τα συζητήσαμε.» Να το πετιέται, να το πετιέται…
«Και είπαμε να σας δώσουμε τα κλειδιά και να πηγαίνετε στα διαμερίσματά μας και να ανάβετε ή να σβήνετε τα φώτα όταν μπορείτε για να νομίζουν ότι είμαστε μέσα.»
«Τα διαμερίσματα;» Ρώτησα μουδιασμένα.
«Έξι-εφτά είναι κύριε Νάσο μου, να, σαν να βγάζετε την μπέμπα βόλτα θα είναι.
«Δεν γίνονται αυτά κυρία Λίτσα.»
«Οκτώ» Είπε ο Σταύρος.
«Ορίστε;»
«Τα διαμερίσματα.»
«Τι τα διαμερίσματα;»
«Δεν είναι έξι-εφτά, οκτώ είναι.»
«Αποκλείεται.»
«Εχουμε και μια ιδέα κύριε Νάσο.»
«Να φοράω και στολή σεκιούριτι;»
«Όχι καλέ,» και γελάσανε η κυρία Λίτσα, ο κύριος Σταύρος και η μπέμπα.
«Να, σκεφτήκαμε…»
«Ιδέα δική μου ήταν,» συμπλήρωσε με καμάρι η κυρία Λίτσα.
«Για τον κόπο που θα κάνετε δηλαδή.»
«Να μην πληρώσετε κοινόχρηστα για δυο μήνες.» Σχεδόν πετάχτηκε από τον καναπέ η κυρία Λίτσα από τον ενθουσιασμό της.
«Τι να πω…» Ψιθύρισα χαμένος με την προσφορά.
«Θα τα κανονίσει η Γιώτα, η διαχειρίστρια.» Ώστε Γιώτα την λένε αυτή που κάθε πρώτη τη στήνει καραούλι στην είσοδο και με το που μπαίνω μου ζητάει τα κοινόχρηστα.

Δεν θα σας ζαλίσω παρακάτω και δεν ήταν τα κοινόχρηστα, ήταν η παγίδα στο φιλότιμο, αλλά θα σας περιγράψω πώς ήταν το Μεγάλο Σαββάτο για να μην τολμήσει κανένας να με ρωτήσει πως πέρασα το Πάσχα.

7:30 – Σβήνω τα φώτα του σαλονιού στο διαμέρισμα της κυρίας Λίτσας, της κυρίας Γιώτας και της Σταυρούλας, ενώ ανάβω τα φώτα του χολ στο διαμέρισμα της κυρίας Νικολέτας, του κυρίου Στέργιου και του κυρίου Παύλου.

8:30 – Ανάβω τα φώτα σαλονιού στο διαμέρισμα της κυρίας Μαρίας και του κυρίου Νίκου. Σβήνω τα φώτα στο διαμέρισμα της κυρίας Νικολέτας.

9:30 – Σβήνω τα φώτα στο διαμέρισμα της κυρίου Στέργιου και ανάβω το φως της τουαλέτας στο διαμέρισμα της κυρίας Γιώτας και του κυρίου Νίκου.

12:00 – Σβήνω όλα τα φώτα σε όλα τα διαμερίσματα.

13:30 – Ανάβω φως στο διαμέρισμα της κυρίας Σταυρούλας.

15:30 – Ανάβω τα φώτα σε όλους σε διαφορετικά δωμάτια.

16:00 – 18:00 – Κοιμάμαι από εξάντληση, ανέβα-κατέβα τις σκάλες.

18:30 – Πάλι από την αρχή, έχω κρατήσει σημειώσεις ώστε να έχω κάποιο ρυθμό σε τι ανάβω και τι σβήνω.

19:30 – Επιστροφή για άναψε-σβήσε.

21:00 – Κάηκε η λάμπα στο χολ του κυρίου Νίκου. Σιγά μην την αλλάξω κιόλας.

22:30 – Βόλτα από τον κύριο Νίκο στην Σταυρούλα και μετά από την κυρία Μαρία στην κυρία Γιώτα με επιστροφή στον Παύλο.

23:30 – Επιστροφή για αλλαγή δωματίων στο άναψε-σβήσε.

00:10 – Από το χαμό που γίνεται έξω καταλαβαίνω ότι έχασα την Ανάσταση. Ανάβω όλα τα φώτα σε όλα τα διαμερίσματα και καθαρίζω αυγό από τα φρέσκα της κυρίας Λίτσας που το τρώω με κουλουράκι από το καλάθι της κυρίας Λίτσας.

Κυριακή του Πάσχα 08:30 – Φεύγω για να περάσω Πάσχα με τους φίλους μου. Η πολυκατοικία θυμίζει λαμπάδα της λαμπρής με όλα τα φώτα σε όλα τα διαμερίσματα αναμμένα.

Τέλος!

Θόδωρος Νάσος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s