Μίλαν Κούντερα

Την 1η Απριλίου του 1929, στο Μπρνο της πρώην Τσεχοσλοβακίας, γεννήθηκε ο συγγραφέας Μίλαν Κούντερα (Milan Kundera).

Μεγαλωμένος σε μια μεσοαστική οικογένεια με κουλτούρα, από μικρή ηλικία εισήλθε στον κόσμο της μουσικής, μαθαίνοντας πιάνο από τον πατέρα του Λούντβιχ, σημαντικό πιανίστα και μουσικολόγο και αργότερα, μεταξύ άλλων, σπούδασε μουσικολογία και σύνθεση.

Ovi_greece_0416_002aΤο 1948, τελείωσε το σχολείο στη γενέτειρά του και μετέβη στην Πράγα, όπου αρχικά ξεκίνησε τις πανεπιστημιακές του σπουδές στη Λογοτεχνία στη Σχολή Τεχνών του Πανεπιστημίου του Καρόλου. Με την ολοκλήρωση των δύο πρώτων ακαδημαϊκών κύκλων μετεγγράφηκε στη Σχολή Κινηματογράφου της Ακαδημίας Θεάματος της Πράγας, όπου αρχικά, παρακολούθησε διαλέξεις πάνω στη σκηνοθεσία και τη σεναριογραφία.

Ο Κούντερα, όπως και οι υπόλοιποι της γενιάς του, υπήρξε επηρεασμένος από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Γερμανική Κατοχή, συμμετέχοντας  από τα εφηβικά του ήδη χρόνια στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Τσεχοσλοβακίας με έντονη πολιτική δράση. Προσκείμενος στην ιδέα εκσυγχρονισμού του παλαιού κομμουνιστικού καθεστώτος του ολοκληρωτισμού, οραματιστής της μεταρρύθμισης του τσέχικου κομμουνισμού, το 1950, με την κατηγορία των “αντικομματικών δραστηριοτήτων”, υπέστη αιφνίδια διακοπή των ακαδημαϊκών του σπουδών και αποπομπή από το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Το 1952, με την αποφοίτησή του από τη Σχολή Κινηματογράφου, προσελήφθη από την ίδια τη Σχολή ως εισηγητής στην Παγκόσμια Λογοτεχνία και το 1956, επανεντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα, από το οποίο αποβλήθηκε για δεύτερη φορά, το 1970. Σε αυτήν τη β’ αυτή φάση της πολιτικής του δράσης, πάντα με όραμα τη μεταρρύθμιση, ο Κούντερα, μαζί με άλλους συγγραφείς και ομοϊδεάτες οραματιστές, όπως οι Ζαν Τρεφούλκα και Πάβελ Κόχουτ, συμμετείχε στην Άνοιξη της Πράγας, του 1965. Η μεταρρυθμιστική αυτή δράση διήρκησε λίγο και κατεστάλη βίαια το 1968, με τη Σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία.

Την περιπετειώδη αυτή περίοδο εμπλοκής του στο Κομμουνιστικό Κόμμα, ο Κούντερα εξέθεσε στο βιβλίο του με τίτλο Το Αστείο, το 1967, σατιρίζοντας τη φύση του ολοκληρωτισμού του κομμουνιστικού καθεστώτος, γεγονός για το οποίο ο ίδιος συμπεριελήφθη στη “μαύρη λίστα” και το λογοτεχνικό του έργο τέθηκε σε απαγόρευση στη χώρα του. Το 1975, εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Γαλλία, όπου για κάποια χρόνια δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Ρεν και το 1981, απέκτησε τη γαλλική υπηκοότητα.

Τέσσερα χρόνια μετά από το έτος μετεγκατάστασής του στη Γαλλία, το 1979, εξέδωσε το βιβλίο του με τίτλο Το Βιβλίο του Γέλιου και της Λήθης, ένα μυθιστόρημα στο οποίο εύγλωττα συμπεριλαμβάνονται αφενός κάποιες μικρές ιστορίες, αφετέρου προσωπικές του ονειροπολήσεις. Το βιβλίο, μέσα από τη χρήση της ειρωνείας, αποτελεί μια παρακίνηση των Τσέχων συμπατριωτών του, να αντισταθούν στο κομμουνιστικό καθεστώς.

Το 1984, εκδόθηκε ένα από τα γνωστότερα έργα του, Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι, μια λογοτεχνική προσέγγιση της ασημαντότητας της ανθρώπινης φύσης και της επανάληψής της εντός του άπειρου σύμπαντος, υπό το πρίσμα της φιλοσοφίας του Νίτσε. Στον εν λόγω τίτλο διαφαίνονται έντονα και οι μουσικολογικές του επιρροές, καθώς ο συγγραφέας, θέλοντας να καταδείξει μια συγκεκριμένη ψυχολογική κατάσταση, περιλαμβάνει πεντάγραμμα από μελωδίες του Μπετόβεν. Η κινηματογραφική μεταφορά του έργου, το 1988, παρά το γεγονός ότι γνώρισε μεγάλη επιτυχία, οδήγησε τον συγγραφέα στην απόφαση να απαγορεύσει τις διασκευές των μυθιστορημάτων του.

Η περίοδος μεταξύ 1985 και 1987, υπήρξε αφιερωμένη στις μεταφράσεις όλων των πρώιμων έργων του από τη μητρική του γλώσσα στη γαλλική, τις οποίες επιμελήθηκε ο ίδιος προσωπικά, προσδίδοντας στις μεταφορές, την αντίστοιχη δυναμική των πρωτοτύπων. Παρά το γεγονός, ότι με την πτώση της Κομμουνιστικής κυβέρνησης, κατά τη Βελούδινη Επανάσταση του 1989, έπαυσε η λογοκρισία των έργων του στη χώρα του, τελευταίο βιβλίο που συνέγραψε στα τσέχικα ήταν η Αθανασία, ένα βιβλίο σταθμός για τη συνέχεια του συγγραφέα, που ουσιαστικά οριοθετεί την εισαγωγή του σε μια άλλη, πολύ διαφορετική ατμόσφαιρα. Από το 1993 και μετά, τα έργα του είναι όλα γραμμένα στη γαλλική και έχουν μεταφραστεί σε πολλές άλλες γλώσσες.

Παρόλο που το πρώιμο έργο του θεωρείται ισχυρά προκομμουνιστικό, ο Κούντερα δεν εγκλωβίζει τα μυθιστορήματά του σε ιδεολογικές ταξινομήσεις. Ο ίδιος έχει επανειλημμένα τονίσει τη λογοτεχνική του ταυτότητα ως μυθιστοριογράφος, παρά ως πολιτικός συγγραφέας. Η μυθοπλασία του, βαθύτατα επηρεασμένη από τη γραφή του Ρόμπερτ Μιούζιλ και τη φιλοσοφία του Νίτσε, ανασύρει επίσης τις επιρροές του από αναγεννησιακούς συγγραφείς μέχρι τον Στερν, τον Φίλντινγκ, τον Ντιντερό, τον Κάφκα, τον Χάιντεγκερ. Ο ίδιος θεωρεί, ότι ταυτίζεται περισσότερο με τη γραφή του Θερβάντες.

Εκτός των τίτλων που προαναφέρθηκαν, στον κατάλογο των έργων του περιλαμβάνονται επίσης: Οι κλειδοκράτορες (1962), Γελοίοι έρωτες (1969), Το βαλς του αποχαιρετισμού (1972), Η ζωή είναι αλλού (1973), Η βραδύτητα (1996), Οι προδομένες διαθήκες (1996), Η τέχνη του μυθιστορήματος (1996), Η ταυτότητα (1998), Ο Ιάκωβος κι ο αφέντης του (2002), Ο πέπλος (2005), Η γιορτή της ασημαντότητας (2014)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s