Καζαντζάκης και μνήμες…

Μέρες τώρα παλεύω να θυμηθώ πώς “γνώρισα” τον μεγάλο Καζαντζάκη. Μέχρι πριν λίγες ώρες δεν μπορούσα να θυμηθώ και θα σας ομολογήσω τη δυσκολία που είχα να γράψω ένα κείμενο για τον λογοτέχνη μας.

Από την αρχή του μήνα σε καθημερινή βάση είχα τέσσερις κειμενογράφους μονίμως ανοιχτούς και προσπαθούσα να γράψω. Γράψε-σβήσε ήμουν, τι να γράψω ο κόκκος της άμμου για αυτό το βουνό που λέγεται Καζαντζάκης;

Τελικά όλα τα κείμενα κατέληξαν στον κάδο των αχρήστων και αποφάσισα απλώς να μοιραστώ μαζί σας τη γνωριμία μου μαζί του.

Ovi_greece_0317_069a.gifΔεν έγινε σε μεγάλη η ηλικία αλλά όταν πήγαινα πέμπτη δημοτικού. Η δασκάλα μας ήταν μια απίστευτη εκπαιδευτικός, που σε συνεννόηση με τη διευθύντρια του σχολείου και ενημέρωσης προς τους γονιούς μας, όλα τα παιδιά είχαμε ένα τετράδιο και ένα ντοσιέ με φωτοτυπίες που μας έδινε σιγά-σιγά, αυτό ήταν μυστικό μας.

Ο λόγος είναι ότι θεωρούσαν πως τα βιβλία του υπουργείου ήταν εκπαιδευτικά σκουπίδια. Μας είχαν δασκαλέψει πως αν ποτέ ερχόταν κάποιος από το υπουργείο και ρωτούσε για τα μαθήματα ποτέ μα ποτέ δεν θα μαρτυρούσαμε την ύπαρξη του τετραδίου και του ντοσιέ, μια επίσκεψη που δεν αποφύγαμε τελικά, αλλά στην επόμενη τάξη.

Με αυτό τον τρόπο μάθαμε την ελληνική γλώσσα αλλά και πολλούς λογοτέχνες, ποιητές, ζωγράφους, γλύπτες της αρχαίας και νέας Ελλάδας.

Θυμήθηκα πως το κείμενο που είχε διαλέξει ήταν από την “Αναφορά στον Γκρέκο”.

Το πρώτο πράγμα που αποτυπώθηκε στο μυαλό μου ήταν η φωτογραφία που συνόδευε το κείμενο. Ένα γραφείο, υπό διάλυση θα έλεγα, σκεπασμένο από πολλά ανοιγμένα βιβλία και ένας άντρας σκυμμένος με προσήλωση με το ένα χέρι να γράφει σε ένα χαρτί ενώ με το άλλο να “κρατά” το σημείο που διάβαζε. Είναι μια φωτογραφία που όλοι μας έχουμε δει αλλά στα δικά μου μάτια τότε σχηματίστηκαν ένα κατεβατό από απορίες όπως τι διάβαζε, τι αφορούσαν τα βιβλία, τι έγραφε, πότε ήταν, ζει ακόμη, αυτό το κείμενο που έχουμε κάτω από τη φωτογραφία είναι αυτό που έγραφε τότε και ένα σωρό άλλα ερωτήματα.

Όταν γύρισα σπίτι ήμουν ενθουσιασμένη και περίμενα να έρθει η ώρα του διαβάσματος για να ξαναδιαβάσω με ηρεμία τις παραγράφους που διαβάσαμε σχολείο. Τελικά όχι μόνο τις διάβασα, αλλά συνέχισα διαβάζοντας όλες τις σελίδες που μας είχαν δώσει και δημιουργήθηκε ένα πρόβλημα.

Την επομένη με ύφος σοβαρό πήγα στην Κα Αίγλη (τη δασκάλα μου) και την ρώτησα πότε θα φωτοτυπήσει το υπόλοιπο. Μου εξήγησε πως είναι ένα μεγάλο βιβλίο και στην πραγματικότητα δεν είναι για την ηλικία μας αλλά έχει διαλέξει τα πιο ήπια αποσπάσματα μιας και είναι το τελευταίο που είχε γράψει.

Η γραφή του μου δημιούργησε συναισθήματα για το πώς έβλεπε τα πράγματα γύρω του και τον είχα βρει καταθλιπτικό αλλά και αισιόδοξο παράλληλα. Μετά από περίπου μια δεκαετία διάβασα το “Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά” μετά από την ελληνική ταινία που είχα δει και μ› είχε ξενίσει ο Κουίν με το κατσικίσιο χοροπηδητό του.  Το βιβλίο το «ρούφηξα» και αγάπησα ακόμη περισσότερο τον Καζαντζάκη.

Γνωρίζω πως το κείμενό μου δεν σας προσφέρει τίποτα από γνώσεις γύρω από τη ζωή του και αυτό το κάνω συνειδητά.  Αν είναι να τον γνωρίσετε θα ήθελα να γίνει διαβάζοντας ένα από τα βιβλία του, ώστε να τον γνωρίσετε με τη δική σας ματιά.

Είμαι σίγουρη πως δεν θα βρείτε ένα αλλά πολλά αποσπάσματα που θα σας εκφράζουν είτε για την προσωπική σας ζωή είτε για τη ζωή της Ελλάδας μας.

Άλλωστε με μια αναζήτηση στο ίντερνετ θα βρείτε ένα καταιγισμό από απόψεις ατόμων που όντως έχουν διαβάσει τα έργα του και από άτομα που δεν έχουν ανοίξει ούτε μια σελίδα από τα βιβλία του.

Σχηματίστε τη δική σας άποψη κάνοντας κάτι απλό, διαβάστε ένα βιβλίο του.

Σας αποχαιρετώ με ένα από τα πολλά αποσπάσματα που προσωπικά ξεχωρίζω:
« Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν. O νους: «Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο;».  Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν’ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου. Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ας την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: «Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!»

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι. Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια;

Ναι, σκοπός της γης δεν είναι η ζωή, δεν είναι ο άνθρωπος. Έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της.

Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!

Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω. Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους. Να ζητάς συντρόφους!

Να ‹σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση.
Πού πάμε; Θα νικήσουμε ποτέ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!

Σκύβω κι αφουγκράζομαι την πολεμική τουτη κραυγή στα σωθικά μου. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του.

Η κραυγή δεν είναι δική σου. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου.
Δεν είσαι λεύτερος. Αόρατα μυριάδες χέρια κρατούν τα χέρια σου και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου, όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται, όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου.

Μα εσύ να ξεδιαλεγεις. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αίματού σου και ποιος ν’ ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα. Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργός την κοίτη όπου θα μπει και θα οδέψει ο ποταμός των απόγονων.

Οταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεες και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.

Κοιταξε τους ανθρώπους, λυπησου τους. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε, φωνάζουμε βοήθεια!

Τρέχουμε. Ξέρουμε πως τρέχουμε να πεθάνουμε μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε. Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπό μας, μια στιγμή, φωτίζεται. Μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι ευτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Άδη.

Η καρδια σμιγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.

Τι θα πει ευτυχία; Να ζεις όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.»

Αναστασία Πέρρου

********************************************

Οι κείμενο της Αναστασίας Πέρρου,
συμπεριλαμβάνεται στο τρίτο τεύχος του ArsOvi που μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ:

ovi_greece_0317_005a

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s