Το τερπνόν της νηστείας

Ξέρετε τι είναι το καλύτερο ηρεμιστικό μετά από 14 ώρες δουλειά, κυκλοφοριακό, μαγείρεμα, μάζεμα, πλύσιμο; Μια ώρα στον καναπέ. Οριζοντιωμένη, τα γυαλιά στο κούτελο και με ένα βιβλίο ανοιχτό στο στήθος να κάνεις πως το διαβάζεις με τα μάτια κλειστά. Κάπου στο βάθος να παίζει το ραδιόφωνο. Α, υπάρχει και καφές που κάποτε ήταν ζεστός στο τραπεζάκι παραδίπλα. Και μια κουβερτούλα να ζεσταίνει τα πόδια. Ο καλύτερος ύπνος. Χωρίς όνειρα και σκέψεις.

Στο δεύτερο ντριν κοιτάς το ρολόι του παππού που έχει ξεμείνει κληρονομικό στο σαλόνι σου και σκέφτεσαι, δεν μπορεί, όνειρο βλέπω.

Ovi_greece_0317_062a– Στέλλα δεν έχεις κανένα σεβασμό και σε τίποτα.
– Φιλενάδα ουτε οχτώ και στο κρεβάτι ήδη; Θα σε πάρουν για γεροντοκόρη.
– Είπα να πάρω μια ανάσα.
– Να ξεκουράσεις τα μάτια σου;
– Ακριβώς.
– Άκου, επειδή είπες κάτι για σεβασμό, σου έχω νέα.
– Θα με αφήσεις να συνεχίσω να ξεκουράζω τα μάτια μου;
– Τώρα δεν με σέβεσαι εσύ.
– Τι λες βρε τρελή.
– Σε μισή ώρα έρχεται ο Άρης από το φροντιστήριο και πρέπει να ξαναγίνεις η μαμά σε εγρήγορση.
– Σε μισή ώρα, σε μισή ώρα. Σχεδόν ούρλιαζα.
– Άρα έχουμε μισή ώρα να συζητήσουμε κάτι πολύ σοβαρό και να κάνουμε και το πρόγραμμα.
– Στέλλα θα ακούσεις κάτι χοντρό.
– Ακριβώς.
– Τι ακριβώς; Το θέλεις να ακούσεις κάτι χοντρό;
– Σήμερα πιάνεις πουλιά στον αέρα Λουκία μου.
– Τι θες ρε Στέλλα;
– Να συνδυάσεις τον σεβασμό και το χοντρό.
– Ορίστε;
– Τι παίρνεις ρε Λουκία όταν συνδυάσεις τον σεβασμό με τον χοντρό;
– Δεν …πήγα να ψελλίσω.
– Νηστεία παίρνεις Λουκία.
– Τι νηστεία; Ανέκραξα καθώς προσπαθούσα να πιάσω την κούπα με τον παγωμένο πια καφέ.
– Πάσχα ρε Λουκία, ο κόσμος νηστεύει.
– Έλα βρε τώρα. Το παραδέχομαι, γέλασα.
– Νηστεύει και παρανηστεύει.
– Πότε είναι η τελευταία φορά που πήγες σε εκκλησία ρε Στέλλα;
– Μαζί είμασταν στον γάμο του Μιχάλη, του γιου της Μαρίας. Αυτό ήταν αλήθεια. Μέτρησα τους μήνες με τα δάχτυλα μου.
– Πριν το περσινό Πάσχα.
– Σοβαρά;
– Αμ σοβαρά.
– Ε καλά, αλλά τι σχέση έχει ο Μιχάλης με τη νηστεία;
– Όση σχέση έχεις εσύ με τη σαρακοστή.
– Λουκία δεν δείχνεις τον πρέποντα σεβασμό. Ρουφάω γουλιά και είναι πικρή. Τώρα πρέπει να φτιάξω πάλι καφέ.
– Βρε κοριτσάκι μου τι σε έπιασε ξαφνικά κι έγινες της εκκλησίας;
– Λουκία μπερδεύεσαι.
– Τι μπερδεύομαι, για νηστεία δεν μιλάς;
– Σωστά.
– Νηστεία και εκκλησία δεν πάνε μαζί;
– Και ναι και όχι.
– Και πού είναι το όχι, καλό μου;
– Στο τερπνόν μετά του ωφελίμου.
– Σε χάνω.
– Γιατί; Έχει κάτι το τηλέφωνο σου;
– Αμάν ρε Στέλλα, αυτά που λες, εκεί σε χάνω.
– Δώσε βάση και πρόσεξε. Σαρακοστή έχουμε, έτσι δεν είναι;
– Ναι. Μισοαπαντάω.
– Τι άλλο έχουμε;
– Έρχεται η άνοιξη;
– Όχι βρε Λουκία, παχάκια έχουμε.
– Και τη σχέση έχει η σαρακοστή με τα δικά μου παχάκια.
– Σωστά το είπες, τα δικά σου παχάκια γιατί κάτι έχεις αρπάξει πάλι τώρα τελευταία περισσότερο από εμένα.
– Στέλλα θα σε στείλω στο διάολο.
– Βρε άκου. Νηστεία ίσον δίαιτα. Κάτσε γιατί κάπου έβρισκα τη λογική στο παράλογό της.
– Θα κάνουμε νηστεία ίσον δίαιτα και θα χάσουμε κιλά χωρίς να το καταλάβουμε. Εντάξει, είχε μια δόση λογικής, το παραδέχτηκα.
– Και τι θα κάνουμε;
– Θα βάλουμε πρόγραμμα, αύριο φακές, μεθαύριο βραστές πατάτες και τέλος πάντων ότι τρώνε αυτοί που κάνουν νηστεία. Καθόλου κρέας, καθόλου λάδι. Χόρτα και σαλάτα.
– Σαλάτα χωρίς λάδι ο Άρης δεν θα την φάει.
– Ούτε κρέας.
– Κι αυτό δύσκολο βρε Στέλλα.
– Θα βάλλεις μανιτάρια και θα του πεις ότι είναι συκωτάκια, σαν εκείνη τη συνταγή με τα μανιτάρια του Μαμαλάκη.
– Σωστό, χαμογέλασα γιατί εγώ ήμουν αυτή που την είχε δοκιμάσει.
– Θα ξεκινήσουμε από αύριο. Θα φτιάξουμε φακές και μετά θα πάρω πληροφορίες και θα σε ενημερώσω για την συνέχεια.
– Λες να το ψάξουμε και στο Google;
– Γιατί όχι. Αντε κλείνω τώρα και θα σε πάρω αργότερα να το συζητήσουμε ξανά. Και το κλείνει πάνω στην ώρα γιατί το κλειδί γυρνάει στη πόρτα και μπαίνει μέσα ο Άρης.

– Μάνα πεινάω.
– Κι εγώ παιδί μου. Μάλλον ήταν η συζήτηση με την Στέλλα που μου είχε φέρει ξαφνική λιγούρα.
– Τι θα φάμε;
– Να σου φτιάξω ένα τηγανητό αυγό;
– Πάλι ρε μάνα; Συμβόλαιο με τις κότες έχεις κάνει;
– Ε, τι άλλο;
– Σουβλάκι.
Το σκέφτηκα και ταυτόχρονα έπαιζα σε ριπλέι μέσα στο μυαλό μου την συζήτηση με την Στέλλα.
– Έλα πες. Τα συνηθισμένα;
– Πες τους να βάλλουν και μια κοντοσούβλι.
– Όπα ρε μάνα, έξω το ρίχνουμε απόψε;
– Όχι αγόρι μου, σήμερα εμείς ξεκινάμε τη σαρακοστή!

Και σηκώθηκα από τον καναπέ για να φτιάξω καινούργιο καφέ.

Λουκία Κοντοπόδη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s