Οι γεροντοέρωτες και οι σκύλες

Πριν από πολλά χρόνια κάποιος, νομίζω ο θείος μου, μου είπε ότι οι δεκαετίες της ζωής σου χαρακτηρίζονται από τη σχέση σου με την εκκλησία. Μέχρι τα τριάντα πηγαίνεις σε γάμους, μετά τα τριάντα και μέχρι τα σαράντα πηγαίνεις πιο συχνά σε βαφτίσια. Μεταξύ σαράντα και πενήντα κάνεις διάλλειμα από τις εκκλησίες γιατί έρχονται τα διαζύγια και μετά τα πενήντα ξεκινάνε οι κηδείες. Έτσι μου είπε ο θείος μου και εγώ το κράτησα.

Έτσι όταν έφτασε με το ταχυδρομείο προσκλητήριο γάμου, από αυτά με τα λουλουδάκια, τα αγγελάκια, τις καρδούλες και τα, οι οικογένειες σας καλούν, ένιωσα λίγο …άβολα. Όχι ότι θα ήθελα να πάρω κηδειόχαρτο ή κόλλυβα αλλά εδώ μιλάμε για συνομήλικό μου και πώς να το κάνουμε, καρδούλες, λουλουδάκια και αγγελάκια μου πέσανε λίγο βαριά.

«Ώστε παντρεύεσαι Νικήτα.» Μετά το ταχυδρομείο ακολούθησε τηλεφώνημα.
«Παντρεύομαι Θόδωρε μου, παντρεύομαι.»
«Και το ‘χεις σκεφτεί Νικήτα;»
«Να το αποκαταστήσω το κορίτσι βρε Θόδωρε.»
«Άργησες Νικήτα.»
«Τώρα μου έδωσε το διαζύγιο η σκύλα.» Η σκύλα η τέως για δώδεκα χρόνια.
«Ε, τώρα και συ δεν ήσουν αναμάρτητος βρε Νικήτα.»
«Ο πρώτος αναμάρτητος το λίθο να ρίξει.»
«Πρόσεξε τι εύχεσαι Νικήτα γιατί σε βλέπω με καμία κοτρόνα στο κεφάλι.»
«Χι χι χι…»

Χι χι χι ο Νικήτας αλλά ξενοδοχείο το είχε κάνει το σπίτι μια περίοδο. Πήγαινε μόνο για να αφήσει τα άπλυτα και ασιδέρωτα και μετά επιστροφή στη φωλίτσα με την Μπέτι, όπου Μπέτι τριάντα χρονών που νόμιζε ότι ήταν δεκαέξι. Την είχα γνωρίσει. Είχα την τιμή. Μόλις η τέως του είπε: το μαχαίρι στο λαιμό την ώρα που κοιμάται ή τη βαλίτσα του και δρόμο, ο Νικήτας αποφάσισε να μαζέψει τέσσερεις βαλίτσες και να φύγει το ίδιο βράδυ. Και να μετακομίσει στο σπίτι μου. Τις βαλίτσες. Γιατί ο ίδιος πήγε να πάρει τσιγάρα και μια πίτσα και μετά από δυο ώρες και πάνω που άρχισα να φαντάζομαι ότι ο Νικήτας έπιασε δουλειά στη πιτσαρία, πήρε τηλέφωνο ότι θα περάσει το βραδύ με την Μπέτι. Πίτσα στο σπίτι δεν έφτασε ποτέ κι εγώ την έβγαλα με σάντουιτς με φέτα εκείνο το βραδύ.

Οι βαλίτσες του Νικήτα έμειναν στο σπίτι μου μια βδομάδα. Μετά ήρθε με την Μπέτι να τις παραλάβει κι εγώ είχα την τιμή να γνωρίσω την Μπετάρα.

Ovi_greece_0317_054a.gif«Χμμμ….» είπε η Μπέτι κοιτάζοντας με προσεκτικά και χωρίς να απλώσει το χέρι της στο δικό μου το απλωμένο.
«Ο Θόδωρος είναι παιδικός φίλος ρε Μπετάκι.» Μπετάρα από πίσω, Μπετάκι μπροστά. «Έχουμε σχεδόν μεγαλώσει μαζί.» Δεν είπα τίποτα. Τον Νικήτα τον γνώρισα στη Πάντειο αλλά ποιος τα ψάχνει αυτά τώρα.
«Φαίνεται πολύ πιο μεγάλος από εσένα.» Μου έπεσε το χέρι που ακόμα κρατούσα σε κλίση μπας και με χαιρετίσει.
«Είχε κι αυτός σκύλα γυναίκα Μπετάκι μου.»
«Ο Νικήτας λέει ότι είσαι μεγαλοστέλεχος.»
«Λογιστής είμαι.»
«Αμ από τα έπιπλα φαίνεται …αν είσαι μεγαλοστέλεχος.» Κοίταξα τον καναπέ μου και το τραπεζάκι του καφέ. Μια χαρά ήταν και καινούργια σχετικά. Είχα και μια πολυθρόνα που νομίζω ότι τις λένε μπραζιέρες ή κάτι τέτοιο. Μέχρι λουλούδια είχα στο βάζο πάνω από το μπουφεδάκι. Τα είχα πάρει την προηγουμένη λες και ήξερα ότι θα περάσω έλεγχο.
«Και δεν βλέπω γυναίκα εδώ μέσα.»
«Ορίστε;»
«Γυναίκα. Γυναίκα δεν μπαίνει εδώ μέσα. Μπακούρικο μου φαίνεται.» Να πω κάτι για την Μπετάρα τώρα; Ο Νικήτας με κοίταξε ικετευτικά.
«Να φτιάξω καφέ;» Η ευγένια ημερεύει και τα θηρία.
«Όχι, ήρθαμε να πάρουμε τα ρούχα του, αν και τα περισσότερα είναι για πέταμα, γιατί έχει χρησιμοποιήσει πια όλα όσα είχε στο σπίτι.» Έτσι ρε Νικήτα, ντουλάπα στο σπίτι της Μπετάρας είχες φτιάξει; Ο Νικήτας συνεχίζει να με κοιτάζει ικετευτικά και δεν λέω τίποτα.
«Καλά, μέσα τις έχω, πάω να τις φέρω.»
«Εγώ θα περιμένω στο αυτοκίνητο να τις κατεβάσετε.» Λέει η Μπετάρα και φεύγει χωρίς καν να χαιρετήσει.

Και τις κατεβάσαμε, στο σιωπηλό. Με τον Νικήτα να με κοιτάει με τα μάτια χαμηλά σε τόνο ικετευτικό. Εντάξει, δεν λέω τίποτα, τον έχει πιάσει και στην ανάγκη του τώρα.

Περνάει ένας μήνας και παίρνω τηλέφωνο να δω τι κάνει.

«Ποιος τον ζητάει;»
«Μπέτι, ο φίλος του ο Θόδωρος είμαι.»
«Και τι θέλεις;»
«Να του μιλήσω.»
«Γιατί;»
«Γιατί;»
«Είναι απασχολημένος, δεν μπορεί. Πάρ’ τον αύριο στο γραφείο.» Και μου το κλείνει. Του Νικήτα. Που είχε πατήσει τον γάτο και πήγαινε στο σπίτι μόνο για να πετάξει τα άπλυτα και να επιστρέψει στη Μπετάρα.

«Ρε Νικήτα, τρελαθήκαμε;»
«Όχι μωρέ. Είναι μικρή ακόμα και τρυφερή.»
«Τι τρυφερή ρε Νικήτα, την άλλη μέρα στο σπίτι μου κόντεψε να με δαγκώσει. Να της βάζεις το λουρί την επόμενη φορά.»
«Α ρε Θόδωρε, σαν να μην έχεις ερωτευτεί κάνεις.»
«Κι εσύ ερωτευμένος είσαι τώρα Νικήτα μου;»
«Σαν πιτσουνάκι.»
Μη μιλάς Θόδωρε, μη μιλάς.

Τέλη Φλεβάρη κι είμαστε με τον άλλο φίλο της παρέας, τον Γιάννη για ούζα και τυχαίνει το ουζάδικο που θα πάμε να είναι στη γειτονιά της Μπέτυς και του Νικήτα.

«Πάμε ρε, θα του χτυπήσουμε, θα βγει, θα του πούμε που θα είμαστε και θε έρθει να μας βρει.»
«Γιάννη δεν νομίζω, άσε να πάρω τηλέφωνο πρώτα.»
«Τι τηλέφωνα και μαλακίες ρε Θόδωρε, για τον Νικήτα μιλάμε τώρα. Πόσες φορές μας έκανε τα ίδια;»
«Ο παλιός Νικήτας.»
«Ο Νικήτας δεν αλλάζει.»
«Ο προ Μπέτι Νικήτας…» Εγώ επέμεινα.
«Προ …μετά, όλα ίδια είναι.» Επέμεινε κι ο Γιάννης.

Την πόρτα την άνοιξε ο Νικήτας. Την πόρτα της πολυκατοικίας. Ήρθε πέντε ορόφους κάτω ο δύσμοιρος με τις παντόφλες.

«Σκάσε ρε μαλάκα, θα μας ακούσει.»
«Ποιος θα μας ακούσει ρε Νικήτα, σε αυτό το δρομάκι τέτοια ώρα ουτε σκυλιά για κατούρημα δεν κυκλοφοράνε.»
«Η Μπέτι.»
«Τι η Μπέτι;»
«Σσσσσς, έλα πιο δω.» Και τον ακολουθήσαμε λίγα μέτρα πιο κει.
«Ακούνε με τη μανά της στο θυροτηλέφωνο.»
«Τι ακούνε ρε Νικήτα;»
«Εμάς.»
«Είσαι παρανοϊκός, το ξέρεις;»
«Εσύ δεν ξέρεις.»
«Τι να ξέρω ρε μαλάκα;»
«Ζηλεύει.»
«Η Μπετάρα;»
«Σσσσσσσσς. Το Μπετάκι. Δεν θέλει να την λένε Μπετάρα, δεν είναι χοντρή.»
«Τι χοντρή ρε μαλάκα, εσύ δεν την έλεγες Μπετάρα;»

Και δεν ήρθε ο Νικήτας μαζί μας παρόλα τα παρακάλια του Γιάννη. Και μάλιστα μας αποχαιρέτισε βιαστικά γιατί κάποια στιγμή από εκεί ψηλά ακούστηκε ένα: «Νικήτα, έλα επάνω.» Κι έτρεξε ο Νικήτας.

Στο γάμο πήγα και πήρα και δώρο. Στο δείπνο δεν θα πήγαινα. Δεν ήμουν καλεσμένος. Ο Νικήτας απολογήθηκε και είπε ότι ο Μπέτι είχε πολλές υποχρεώσεις από τη δουλειά της. Αλλά κι εγώ δεν άντεξα, όταν έφτασα στην εκκλησιά μαζί με τον Γιάννη, είδαμε τον Νικήτα να περιμένει την νύφη στα σκαλιά ανάμεσα στη πεθερά και κάποιον τύπο γκριζομάλλη. Τον πλησιάσαμε λοιπόν, είδαμε τα ικετευτικά μάτια πάλι και οι δυο του ευχηθήκαμε βίο ανθόσπαρτο με τη σκύλα. Η πεθερά γούρλωσε τα μάτια κι από τότε τον Νικήτα τον βλέπουμε μόνο στο τηλέφωνο και ώρες γραφείου!

Θόδωρος Νάσος

Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Οι γεροντοέρωτες και οι σκύλες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s