Μα …τι κάνεις;; #2

Παρασκευή μεσημέρι, μία παρά. Μικρό στη μασχάλη, μασουλάει μπισκότα, κατεβαίνω τρέχοντας τη σκάλα να πάω σχολείο να πάρω το μεγάλο. Φαγητό μισομαγειρεμένο, θα το συνεχίσω μετά. Δεν προλαβαίνω. Στην είσοδο σαρανταπέντε φυλλάδια πιτσαρίας. Της ίδιας πιτσαρίας.

Έχω την εντύπωση ότι κάπου εδώ βαριέται ο φυλλαδάς να συνεχίσει το δρομολόγιο και τα ξεφορτώνει όλα τα σε μένα. Ανοίγω, βγαίνω, πετάω χαμηλά. Στο δρόμο σκέφτομαι να πάρω τηλέφωνο στην πιτσαρία να τους πω ότι κάθε βδομάδα αφήνουν σαρανταπέντε φυλλάδια στην πόρτα μου αλλά σιγά μη γίνω αιτία να χάσει ένας άνθρωπας τη δουλειά του. Κι ας είναι τεμπέλης φυλλαδάς.

ΠOvi_greece_0317_048aροσγείωση σχολείο, παραλαβή, πτήση ξανά για το σπίτι. Να τελειώσω και το φαΐ, να τους ταΐσω, να παίξουμε για εκατομμυριοστή φορά φιδάκι, να χάσω, να τους ξαποστείλω για ύπνο. Παρασκευή, μέρα θεϊκή. Ταινία ως αργά και ησυχία τα πρωινά για καφέ με τα μικρά να ροχαλίζουν μακάρια, χωρίς ξυπνητήρια και μαλλιοτραβήματα και σκωθείτε ζωντόβολα θα αργήσουμε πάλι.

Αργά το απόγευμα, λίγο μετά τις οχτώ. Επιστρέφει το στεφάνι και ανεμίζει ένα φάκελο μπροστά στη μούρη μου.

-Τι είναι αυτό;

-Λογαριασμός, τι άλλο;

-Έρχεται ο ταχυδρόμος απογεύματα; Το μεσημέρι που βγήκα δεν είχε τίποτα.

-Ήταν ανάμεσα σε ένα μάτσο φυλλάδια για πίτσα.

Α, ρε κερατά, τεμπελόσκυλο φυλλαδά. Θα το κάνω τελικά το τηλεφώνημα και θα κόβεις το γρασίδι με τα δόντια.

-Τα σαρανταπέντε;

-Τα μέτρησες;

-Άστο.

Ανοίγει ο φάκελος, λογαριασμός τηλεφώνου ληγμένος εδώ και δέκα μέρες.

Κοιτάω την ώρα.

-Τρέχα να το πληρώσεις.

-Μα μόλις ήρθα!

-Τρέχα, θα μας το κόψουν.

-Δε θα μας το κόψουν, Παρασκεβιάτικα.

Δέκα και μισή το βράδι, τα πιτσιρίκια κουτουλάνε στους τοίχους. Τους αφήνω επίτηδες ως αργά για να ξυπνήσουν αργά το πρωί και να πιω καφέ με την ησυχία μου. Ταινιάκι στο λάπτοπ με το καινούργιο στρίμινγκ, δε χρειάζεται να κατεβάσω πια.

Σε δυο λεκάνες απλώματος ρούχων τυρογαριδάκια, πατατάκια, φουντούνια κι όλα τα σχετικά που αγοράζω στα κρυφά και για τα οποία κάνω καθημερινό κήρυγμα στα παιδιά να μην τα τρώνε γιατί θα σαπίσει το συκώτι τους και θα πέσει κάτω.

Δώδεκα παρά. Φορτώνει η ταινία και σταματάει το στρίμινγκ και γυρνάει το κυκλάκι και φορτώνει και μπαφιάζει και φορτώνω κι εγώ.

-Μας έκοψαν το ίντερνετ, λέω.

-Σιγά που μας το έκοψαν παραμεσάνυχτα, κάνε ριστάρτ.

-Πάρε τηλέφωνο τη μάνα σου.

-Τη μάνα μου γιατί;

-Αν δεν το κόψανε, να κοψοχολιάσεις τη δικιά σου.

Με κοιτάει, τον κοιτάω.

-Δεν παίρνω.

-Πάρε το αφεντικό σου.

-Τι λες μωρέ;

-Πάρε κάποιον! (Ουρλιάζω ψιθυριστά).

Παίρνει το εκατό.

– Το εκατό βρε μπούφο, θα μας κλείσουν μέσα. Πάρε τη μάνα σου.

Η επικοινωνία σας είναι κομμένη.

Με κοιτάει, τον κοιτάω. Σηκώνω φρύδι, κατεβάζει αυτιά.

-Μάλλον μας το κόψανε… Και είναι Σάββατο αύριο… Θα πρέπει να έρθει η Δευτέρα… Γκουχ γκουχ (κατάλαβε τη μαλακία, οπισθοχωρεί διακριτικά.) Εμ, τι κάνουμε τώρα;

Εγώ θα κοιμηθώ στο κρεβάτι μου.

-Σου;

-Μου.

-Κι εγώ;

-Στον καναπέ.

-Μα τι έκανα πάλι;

-Σου είπα να πας να το πληρώσεις.

– Μα…

– Μαμούνια. Μπρος.

Σάββατο πρωί.

-Φέρε λεφτά.

-Τι να τα κάνεις τα λεφτά πάλι;

-Να πάρω ένα λουρί για σκύλο.

-Δεν έχουμε σκύλο.

-Έχουμε παιδιά.

-Τι λες χριστιανή μου;

-Φέρε λεφτά! (Ουρλιάζω ψιθυριστά.)

Δίνει ένα εικοσάρικο.

-Φέρε και λεφτά για το λογαριασμό.

Ξεφυσάει, τον κοιτάω, καταπίνει τον αέρα.

Φέρνει άλλο ένα εικοσάρικο.

-Και για καφέ.

Με κοιτάει, τον κοιτάω, βγάζει ένα δίευρο, σηκώνω φρύδι, βγάζει κι ένα τάλιρο.

Ξυπνάω τα παιδιά. Σκωθείτε, ζωντόβολα.

-Πάλι σχολείο; Ο μικρός.

-Δεν πας σχολείο εσύ λέμε.

-Μπουμπού, ο μεγάλος.

– Σκασμός.

Μισή ώρα αργότερα, μικρό στη μασχάλη, σοκολάτα στο χέρι, μεγάλο από το χέρι, σοκολάτα στο άλλο χέρι. Στάση Πετ Σοπ.

-Θέλω ένα λουρί για σκύλο.

-Τι σκύλο;

-Δεν ξέρω.

-Δεν ξέρετε τι σκύλο έχετε;

-Δεν έχω σκύλο.

Με κοιτάει, τον κοιτάω. Μαλλί φρύγανο, μάτι σαλεμένο. Χτυπάω το πόδι τακ-τακ κάτω και σηκώνω το φρύδι κι αρχίζω να φορτώνω. Έφυγα χωρίς καφέ για να φαίνομαι ακόμα πιο τρελή κι επικίνδυνη, και να είμαι. Ξεροκαταπίνει, χαμογελάει, χαμογελάω.

-Αν υποθέσουμε ότι είχατε σκύλο, τι σκύλος θα ήταν, μεγάλος ή μικρός; Ρωτάει κι έτοιμος να κατουρηθεί από το φόβο του με την τρελή πρωινιάτικα.

Κοιτάω το παιδί. Με κοιτάει που το κοιτάω.

-Μεσαίο, λέω. Να δένει γύρω-γύρω.

Ξανακοιτιόμαστε. Διαβάζω στα μάτια του ότι θέλει να πάρει κάπου τηλέφωνο, κάπου που θα μου φορέσουν το άσπρο πουκάμισο με τα μανίκια που δένουν στην πλάτη.

-Μεσαίο, ξαναλέω.

Φέρνει το λουρί, πληρώνω, φεύγω. Τον τσακώνω να σταυροκοπιέται. Γυρίζω, τον κοιτάω, χώνει τα χέρια στις τσέπες, σφυρίζει στον παπαγάλο. Μαλάκα.

Επόμενη στάση, Τάδεφον. Στεκόμαστε απ’ έξω, βγάζω το λουρί.

-Φόρα το, λέω στο μεγάλο.

-Γιατί;

-Θα κάνεις το σκύλο.

-Και θα κάνω και γαβ;

-Και θα δαγκάσεις αν χρειαστεί.

Γελάει, σηκώνει τα χέρια,το φοράει, γαργαλιέται, τον κρατάω από το λουρί, μικρό στη μασχάλη, μπαίνουμε μέσα. Η σοκολάτα έχει αρχίσει να επιδράει στο νευρικό τους σύστημα. Το μικρό στη μασχάλη κουνιέται σαν σκουληκαντέρα, να κατέβω, να κατέβω, να κατέβω, τσιρίζει. Το μεγάλο με το λουρί γρυλλίζει και στριφογυρνάει από τη ζάχαρη που κυλάει στις φλέβες του.

ΟΛΟΙ με κοιτάνε αλλά ΧΕΣΤΗΚΑ. Πάω ταμείο. Θα μου συνδέσουν το ίντερνετ αυτή τη στιγμή.

-Να πληρώσω ένα λογαριασμό που μου τον στείλατε ληγμένο δέκα μέρες και να μου συνδέσετε το τηλέφωνο και το ίντερνετ που μου τα κόψατε ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ. Δεν προλαβαίνεστε πια μη χάσετε το ευροσέντ.

Με κοιτάει. Μικρή, κατσαρομάλλα, μάτι βαμμένο, νύχι τρεις πόντους. Κοιλιά πλάκα από μπετό, βυζί στο θεό. Η δικιά μου τουλούμπα και τρεις μισές στροφές, βυζί ευθυγραμμισμένο με τον αφαλό. Ρουφιάνα, σκέφτομαι, δε θα κάνεις παιδιά; Με κοιτάω στον καθρέφτη πίσω της. Μαλλί φρύγανο, σακούλες στα μάτια, φρύδια άβγαλτα, φόρμα με τρύπες, μπλούζα με σοκολάτες πασαλειμμένες, δεν έχω πιει καφέ. Τα μικρά φορτώνουν από την πολλή ζάχαρη, εγώ φορτώνω από την έλλειψη καφέ (και ίντερνετ).

-Η καθυστέρηση είναι θέμα ταχυδρομείου, λέει ευγενικά και ξεροκαταπίνει.

Βγάζω τα λεφτά.

-Ξέρετε, είναι Σάββατο.

-Το ξέρω.

-Δεν εισπράττουμε λογαριασμούς το Σάββατο, θα πρέπει να έρθετε Δευτέρα.

-Τώρα, λέω.

-Μα το σύστημα…

-Τ–Ω–Ρ–Α.

Και χαλαρώνω το λουρί. Ο μεγάλος γαβγίζει και το μικρό τσιρίζει και η κοπελίτσα βάζει τα κλάματα.

-Μα η επανασύνδεση…. σνιφ-σνιφ… Σάββατο….κλαψ-κλαψ… Δευτέρα…

Χαμογελάω κι αλλοιθωρίζω και λέω πολύ ευγενικά:

-Θα πάρεις τα λεφτούλια και θα τα ανοίξεις πάλι όλα τώρα, γιατί θα αμολήσω το σκύλο και θα σου φάει το συκώτι.

-Ποιο σκύλο; Ρωτάει και σκαρφαλώνει στην καρέκλα και ξεκολλάει το ψεύτικο νύχι και δώσε κλάμα.

Κάργια.

-Το παιδί.

-Α, αυτή είναι τρελή! φωνάζει.

Τσάκα τσούκα το νύχι στο κομπιούτερ, τεντωμένο το δάχτυλο που δεν έχει πια νύχι, τρέχει το δάκρυ, τρέχει και η μύξα, παίρνει λεφτά, δίνει απόδειξη, η επανασύνδεση θα γίνει αμέσως λέει, μισό λεπτό λέω, βγάζω το κινητό, παίρνω σπίτι.

-Ήρθε;

-Ποιος;

-Το ίντερνετ! (ουρλιάζω ψιθυριστά).

-Α, ναι, μόλις.

-Ωραία.

Ευχαριστώ πολύ καλημέρα σας λέω και το κοριτσάκι λιποθυμάει επί τόπου πάνω στην καρέκλα. Βγαίνουμε έξω.

-Πού πάμε τώρα;

-Πάμε στο πάρκο να παίξετε; Σάββατο σήμερα.

-Ναιιιιιιιι!! Τσιρίζουν και τα δυο.

Βγάζω το λουρί, το πετάω στον κάδο.

-Κερνάω και χυμό. (Για να πιω και καφέ επιτέλους)

-Ναιιιιιιι!!

(Μα …τι κάνεις;; Εκμεταλλεύομαι τα πάντα. Γιατί είμαι μαμά.)

Κατερίνα Χαρίση

*****************************

Μα …τι κάνεις;; #1#2#3#4#5

 

Advertisements

7 σκέψεις σχετικά με το “Μα …τι κάνεις;; #2

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s