Ο φραπές και το τσουλί

Τον κοιτάω, με κοιτάει, κι ανάμεσά μας το τραπέζι της τραπεζαρίας, ένα τασάκι, δυο βιβλία, μια κούπα με σκέτο καφέ, ένα βάζο με λουλούδια και δυο καρέκλες.

– Δεν κάθεσαι λίγο να τα πούμε;
– Δεν προλαβαίνω.
– Φεύγει το καράβι;
– Με περιμένουν τα παιδιά.
– Και το πρόγραμμα που βγήκε σε περιμένει.
– Πφχμδζνττττ. Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων ήταν αυτό που ακούστηκε.
– Άρη, ξέρεις πόσο γρήγορα περνάνε οι μέρες; Ούτε που θα το καταλάβεις πότε είναι Μάϊος.
– Θα το καταλάβω, κοιτάζω το ημερολόγιο κάθε πρωί.
– Άσε τις εξυπνάδες. Πρέπει να αρχίσεις να εντατικοποιείς το διάβασμα. Και να βάλεις και μια μέθοδο.
– Στο φροντιστήριο πάντα πιάνουν τα θέματα.
– Δηλαδή να κόψουμε το σχολείο, να πηγαίνεις μόνο στο φροντιστήριο, να σου δώσουν τα θέματα, να δώσεις εξετάσεις και να γίνεις και γιατρός που ήταν η επιθυμία του παππού σου.
– Εμένα ήθελε να γίνω γιατρός;
– Όχι, εμένα ήθελε άλλα αφού δεν έγινα εγώ να γίνεις εσύ.
– Μπα, τα όνειρα τα δικά σου και του παππού θα τα πληρώσω εγώ;
– Βρε μανάρι μου οι μέρες περνάνε και δεν σε βλέπω να στρώνεσαι.
– Δεν σου είπαν στο φροντιστήριο ότι είμαι ο πρώτος;
– Και στο σχολείο μου είπαν ότι δεν προσπαθείς.
– Έτσι λένε πάντα.
– Και στο φροντιστήριο που μου τα παίρνουν, δεν το λένε;
– Άσε με ρε μάνα τώρα. Και κάνει αυτή την κίνηση ότι κλωτσάει το πάτωμα που τόσο μου αρέσει γιατί μου τον θυμίζει μωρό άλλα ποτέ δεν του το λέω μην και την κόψει.
– Θα αργήσεις;
– Για καφέ πάμε.
– Πάμε πλατεία;
– Τι είπες;
– Άστο, παλιό ανέκδοτο. Δεν βάζεις το άλλο μπουφάν; Αυτό είναι πολύ ελαφρύ για τέτοιο καιρό.
– Μέσα θα είμαι ρε μάνα.
Ovi_greece_0317_049a.gifΌσο μεγαλώνω όλο και πιο πολύ μου θυμίζω τη δικιά μου μάνα.
– Καλάάάάάάαάάάά΄…
– Ε…
– Ε, τι ε; εδώ θα είμαι, θα διαβάσω λίγο θα δω και τις ειδήσεις. Θα τα πούμε όταν γυρίσεις.
– Καφέ ρε μάνα.
– Στο ντουλάπι είναι το βαζάκι. Είχα καταλάβει πού το πάει άλλα ήμουν αποφασισμένη να τον βασανίσω λίγο.
– Ρε μάνα….
– Να σου βάλλω λίγο σε ένα φακελάκι; Θέλεις και ζάχαρη; Κουταλάκι θα σου δώσουν παιδί μου και ποτήρι να τα ανακατέψεις; Ζεστό νερό που θα φτιάξεις;
– Μάάάάάαάάάάνααααααα…

Γέλασα.
– Φέρε μου το πορτοφόλι μου, είναι στο τραπεζάκι στο χολ.

Μου φέρνει το πορτοφόλι με ταχύτητα αστραπής. Αυτός πρέπει να βιάζεται πολύ κι εγώ πρέπει να μάθω το λόγο.

– Τι είναι αυτό ρε μάνα;
– Άρη μου, αυτό είναι ένα πεντάευρο που εγώ κουράζομαι πολύ για να βγάλω και φτάνει για ένα φραπέ γλυκό με γάλα.
– Δεν φτάνει.
– Δεν σου έδωσε λεφτά πατέρας σου την Κυριακή; Άσε μη μου απαντάς, να πάρε ένα ακόμα ευρουλάκι. Έξη ευρώ σε φτάνουν.
– Ρε μάνα καν’ το δεκάρικο.
– Δεκάρικο αγόρι μου ήταν τα έξοδα του μεσημεριανού του δικού σου και του δικού μου.
– Σε παρακαλώ… Τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά για να παρακαλάει αυτός.
– Μήπως πας πουθενά αλλού κι όχι στην καφετέρια;
– Μόνο στην καφετέρια, στο λόγο μου.
– Ε, τότε σε φτάνουν.
– Όχι δεν με φτάνουν. Πάλι η κλωτσιά στο πάτωμα. Κρυφογελάω αλλά κρατάω το πρόσωπο αυστηρό.
– Βρε μανάρι μου, τα λεφτά δεν φυτρώνουν. Για ένα φραπέ σε φτάνουν.
– Δυο φραπέδες…
– Μπα; Δυο δυο τους πίνεις;
– Δεν θα είμαι μόνος μου.
– Και ο φίλος σου δεν έχει λεφτά;
– Η φίλη.
– Μπα…
– Έλα ρε μάνα με την ανάκριση τώρα.
– Ώστε φίλη. Ποια είναι;
– Εσύ δεν μου λες όταν συνοδεύω να είμαι πάντα ιππότης και να πληρώνω εγώ;

Το έχω πει η ηλίθια, το έχω πει. Βγάζω ένα δεκάρικο και χωρίς να πάρω πίσω το πεντάευρο του το δίνω. Χαλάλι της το τσουλί.

– Στέλλα καταστράφηκα.
– Τι έγινε πάλι;
– Ένα τσουλί προσπαθεί να τυλίξει τον Άρη και θα τα σκατώσει με τις πανελλήνιες. Να δεις που θα μείνει κι έγκυος.
– Σιγά ρε Λουκία, τα παραλές.
– Τα ξέρω εγώ αυτά τα τσουλάκια με τα μίνι και την κοιλιά απέξω.
– Λουκία σαν γεροντοκόρη ακούγεσαι.
– Θα του πάρει τα μυαλά και δεν θα διαβάσει Στέλλα. Πάει η ιατρική, πάνε όλα.
– Γιατί για ιατρική πάει;
– Όχι αλλά θα μπορούσε.
– Τι θα μπορούσε;
– Αν δεν τον απασχολούσε το τσουλί τώρα θα διάβαζε και θα πέρναγε ιατρική.
– Μα δεν πάει για ιατρική.
– Ναι αλλά θα μπορούσε να μπει και ιατρική.
– Λουκία παραλογίζεσαι.
– Στέλλα δεν καταλαβαίνεις τον κίνδυνο.
– Βρε έχω και γω παιδί.
– Εσύ δεν έχεις γιο.
– Δηλαδή;
– Ο γιος κινδυνεύει, η κόρη θα βρει κάποιον να την ταΐζει.
– Σαν τον Αντωνάκη κι εσένα;
– Στέλλα συγκρίνεις λάθος πράγματα.
– Τι λες ρε φιλενάδα βραδιάτικα; Έχεις τρελαθεί τελείως;
– Το παιδί μου Στέλλα, θα το φάνε τα τσιγάρα, οι φραπέδες και η τσούλα.

Και μου το ‘κλεισε. Αλλά που να καταλάβει αυτή με την κόρη τον πόνο της μάνας που θέλει να καμαρώσει το γιο της γιατρό.

Λουκία Κοντοπόδη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s