Υπαρξιακά προβλήματα στην ταράτσα

«Κύριε Θόδωρε, τι κάνετε εδώ πάνω μ’ αυτόν τον ψόφο;» Είχε ψόφο, αλήθεια ήταν.

«Σκέφτομαι Γιάννη.» Και ο Γιάννης ήρθε και στάθηκε δίπλα μου προσπαθώντας να δει τι βλέπω.

Παλιά συνήθεια αυτή, από τον πρώτο καιρό που ήρθα στην επιχείρηση. Να ανεβαίνω στην τσιμεντένια ταράτσα για κανένα εικοσάλεπτο, να κάνω τσιγάρο και να δίνω χρόνο στον εαυτό μου να ηρεμήσει, να σκεφτεί, να ξεχαστεί.

Ovi_greece_0317_044a.gif«Και πώς το κάνετε αυτό κύριε Θόδωρε;»

«Ποιο; Το να σκέφτομαι;» Συνεχισε να κοιτάζει κάπου απέναντι.

«Ναι,» μονολόγησε.

«Μου βγαίνει χωρίς προσπάθεια.»

«Εγώ κουράζομαι όταν είναι να σκεφτώ.» Δεν λέω τίποτα γιατί το μόνο που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ότι το έχω παρατηρήσει. Απλά ρουφάω μια γερή δόση τσιγάρου και εκπνέω μια δόση ομίχλης.

«Το κάνετε συχνά, κύριε Θόδωρε;»

«Να έρχομαι συχνά εδώ για τσιγάρο;»

«Όχι, το να σκέφτεστε.» Γαμώτο, υπαρξιακή συζήτηση με τον Γιάννη μεσημεριάτικα και με τους ισολογισμούς να με περιμένουν.

«Είναι περισσότερο γιατί χρειάζομαι λίγη ησυχία μόνος μου για να μαζέψω τις σκέψεις μου βρε Γιάννη.» Και ταυτόχρονα ένιωσα την ειρωνεία των λέξεων που μόλις είχαν φύγει από το στόμα μου σε κάποιον που …κουράζεται όταν είναι να σκεφτεί. Αλλά ο Γιάννης δεν είπε τίποτα. Το σκεφτόταν.

«Και η γυναίκα μου, σαν εσάς είναι κύριε Θόδωρε.» Αυτό δεν το περίμενα με τίποτα.

«Δηλαδή;» Ρώτησα περισσότερο από κεκτημένη ταχύτητα παρά γιατί πραγματικά το ήθελα. Μερικά πράγματα είναι καλύτερο να τα αφήνεις όπως είναι, να πλανώνται στον αέρα. Αλλά η γλώσσα μου βιάστηκε.
«Να, κι εκείνη χρειάζεται να μαζέψει τις σκέψεις της μερικές φορές.»

«Έτσι συμβαίνει όταν έχεις πολλά πράγματα να σε απασχολούν,» προσπάθησα να δείξω κατανόηση.

«Μα δεν δουλεύει.» Αυτή τη φορά και μάλλον για να δώσει έμφαση στα λόγια του γύρισε να με κοιτάξει.

«Έχει δυο παιδιά να φροντίσει κι εσένα, κι αυτό δουλειά είναι.»

«Αυτό δεν φέρνει λεφτά.»

«Ναι, αλλά αν δεν το έκανε εκείνη θα κόστιζε λεφτά κι αυτό μετράει.» Πάει, τον μπλόκαρα τελείως. Σε λίγο θα αρχίσει να βγάζει καπνούς από τα αυτιά.

«Αυτό είναι σωστό.» Απάντησε και τώρα ήταν η σειρά μου να τον κοιτάξω.

«Κοίτα πόσα πράγματα κάνει κάθε μέρα. Φροντίζει τα παιδιά και τα παιδιά το ξέρεις δεν κάνουν διάλλειμα, όλη μέρα είναι στην πρίζα. Μετά ταΐζει και καθαρίζει τα παιδιά. Μαγειρεύει για σένα, σου πλένει τα ρούχα, τα σιδερώνει, κρατάει στο σπίτι καθαρό, ψωνίζει και δεν ξέρω πού να τελειώσω με αυτόν τον κατάλογο από δουλειές που κάνει κάθε μέρα.» Ο Γιάννης σιωπηλός να κοιτάζει το απέραντο συννεφιασμένο.

«Τώρα για φαντάσου να έπρεπε να πληρώσεις για όλα αυτά; Λεφτά στην καθαρίστρια, λεφτά στην καμαριέρα, λεφτά στη μαγείρισσα, και να και για την νταντά….» Σταματημό δεν είχα ανάθεμά με. Ο Γιάννης άκουγε και κουνούσε το κεφάλι του.

«Πέντε δουλειές θα χρειαζόσουνα για να τους πληρώσεις όλους αυτούς.»

«Και το ΙΚΑ τους,» ψιθύρισε ο Γιάννης τραβώντας μια δυνατή από το τσιγάρο του.

«Και το ΙΚΑ τους,» παραδέχτηκα.

Για λίγο μείναμε σιωπηλοί αλλά εγώ είχα πάρει φόρα.

«Βλέπεις τώρα πόσα πράγματα έχει να κάνει η γυναίκα σου; Δουλειά τεσσάρων πέντε και όχι μόνο δεν πληρώνεται αλλά ουτε χρόνο να πάει μια βόλτα μόνη της δεν έχει.»

«Πίνει καφέ με τις φιλενάδες της,» έτοιμη την είχε την απάντηση.

«Με το ένα μωρό στην αγκαλιά και το άλλο να γυρνάει σαν τρελό; Τι καφές είναι αυτός ρε Γιάννη;»

«Τους βάζει το γιουτούμπι και ηρεμούν.»

«Εσύ όταν τους βάζεις το γιουτούμπι ηρεμούν;»

«Εμένα με παίρνει ο ύπνος.»

«Αχά!» Κύριοι ένορκοι και κύριοι δικαστές.

Είχαμε κι οι δυο φτάσει στο τέλος των τσιγάρων μας. Τα σβήσαμε στο γεμάτο τασάκι που κάποιος είχε αφήσει στο πεζούλι της ταράτσας και κοιτάξαμε ταυτόχρονα τον συννεφιασμένο ορίζοντα.

«Άντε πάμε μέσα γιατί και οι δυο μας έχουμε και μια δουλειά να κάνουμε,» είπα κλείνοντάς του το μάτι και καλά ο πονηρός έχοντας αφήσει υπονοούμενο για το πόσες δουλειές κάνουν οι γυναίκες. Ο Γιάννης κούνησε το κεφάλι, κοίταξε ακόμα μια φόρα τον ορίζοντα και με ακολουθήσε προς την πόρτα της ταράτσας.

«Ευχαριστώ κύριε Θόδωρε,» είπε όταν φτάσαμε στο πέμπτο, αμέσως κάτω από την ταράτσα και περιμένοντας το ασανσέρ για πάει ο καθένας στον όροφό του.

«Όχι πραγματικά ευχαριστώ,» συνεχισε ο Γιάννης κοιτώντας με πολύ σοβαρά. «Τώρα κατάλαβα πού χαλάνε όλα αυτά τα λεφτά οι πλούσιοι. Τελικά δεν είναι εύκολο να είσαι πλούσιος. Νταντάδες, μαγείρισσες και όλα τα άλλα.» Πώς είναι όταν πέφτεις από τις σκάλες; Έτσι ένιωσα εγώ μέσα στο κουτί του ασανσέρ, άλλα κι ο Γιάννης δεν είχε τελειώσει.

«Αλλά και πολύ μανούλι αυτό στο μπαλκόνι στα δεξιά, κύριε Θόδωρε, θεά. Αυτό κοιτούσατε, έτσι δεν είναι;» Και μου κλείνει το μάτι και βγαίνει από το ασανσέρ. Εγώ στη συνέχεια κοιτώντας τον καθρέφτη φασκέλωσα τα μούτρα μου!

 

Θόδωρος Νάσος

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s