Ο Μεσημεράς

Κάποιες φορές, ένα πέπλο μυστηρίου καλύπτει γεγονότα της ζωής μας, μπερδεύοντας το πραγματικό με το φανταστικό. Δε μπορώ να σου πω με σιγουριά σε ποια σφαίρα κινείται η ιστορία μου, μπορώ όμως να σε βεβαιώσω ότι όσα θα αφηγηθώ είναι η αλήθεια όσων βίωσα. Μόνο συγχώρεσε μου σε παρακαλώ τα δάκρυα. Ξέρω… Οι άντρες δε κλαίνε, αλλά το έχω πραγματικά ανάγκη.

Η Μαίρη κι εγώ ήμασταν οχτώ χρόνια παντρεμένοι και πάνω στα τρία αποκτήσαμε τη Ρένα μας.
Ήμασταν ένα συνηθισμένο ζευγάρι με λίγο πιο φιλελεύθερες απόψεις. Δε πιστεύαμε σε Θεούς και δαίμονες. Δεν ήμασταν άθεοι. Ποτέ δε μας άρεσε οποιαδήποτε ταμπέλα. Απλά δε μας ενδιέφερε το αν υπάρχει κάποιος εκεί πάνω ή όχι. Πιστεύαμε απόλυτα στη δύναμη της θέλησης μας και στη προσπάθεια από μέρους μας, ώστε να επιτευχθεί κάθε μας στόχος. Γι’ αυτό και δε βαφτίσαμε τη Ρένα μας. Προτιμήσαμε να της επιτρέψουμε να επιλέξει η ίδια, όταν θα έφτανε στη κατάλληλη ηλικία, που θα ήθελε να πιστεύει.

Ovi_greece_0317_042a.gifΒέβαια δεν είχα πάντα τόσο ώριμη αντιμετώπιση του θέματος. Δεν έβρισκα λόγο να σέβομαι τα πιστεύω των άλλων, εφόσον τα θεωρούσα ψευτιές και ηλιθιότητες. Έτσι σε νεαρή ηλικία, όπου είχα μια διαμάχη με τους δικούς μου λόγω της διαφορετικότητας των πιστεύω μου, έφυγα όλο νεύρα από το σπίτι και κατευθύνθηκα στο ξωκλήσι του χωριού μας, στο οποίο και ξέσπασα. Κατέστρεψα εικόνες και άρπαξα τα λεφτά από το παγκάρι. Κανείς πέραν των δικών μου δεν υποπτεύθηκε ποτέ εμένα. Νόμιζαν ότι ήταν λεηλασία αλλόθρησκων, περαστικών από το χωριό. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο έτσι κι αλλιώς. Κι οι δικοί μου όμως δε παραδέχτηκαν ποτέ ότι υποπτεύονταν εμένα. Επίσης, έκτοτε, δε μου έθιξαν ποτέ ξανά το θέμα της θρησκείας.

Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, και με τη Μαίρη μου θεωρούσαμε τον γάμο μη απαραίτητο. Ένα μεγάλο πανηγύρι όπου κάποιοι βγάζουν λεφτά, κάποιοι καμαρώνουν σαν γύφτικα σκερπάνια και κάποιοι άλλοι διασκεδάζουν τη φτωχή ζωούλα τους, φτύνοντας χολή για τις ζωές των παρευρισκόμενων συγγενών, που πήγαν καλύτερα από τις δικές τους. Αμφιβάλλω, αν ένας από όλους αυτούς τους ‘’ χριστιανούς ’’, παρακολουθεί τη λειτουργία του μυστηρίου.

Παρόλα αυτά, το κάναμε για το χατήρι των γονιών μας. Μας είχαν βοηθήσει πολύ στα πάντα και θεωρήσαμε σωστό να κάνουμε αυτό που θα έδινε χαρά σε εκείνους, αφού για εμάς, είτε έτσι είτε αλλιώς, δεν είχε καμία διαφορά. Ο γάμος έγινε στην εκκλησία που είχα λεηλατήσει. Είχα ένα αίσθημα ασφυξίας αλλά δε καταλάβαινα αν με εκδικούταν η εκκλησία ή αν το νιώθω επειδή κάνω κάτι το οποίο δε πιστεύω.

Τέλος πάντων, μη μακρηγορώ. Όλα πήγαν καλά κι η κορούλα μας ήρθε τρία χρόνια μετά.
Συγνώμη που πλατειάζω, αλλά προσπαθώ να βρω μία λογική εξήγηση για όλα αυτά και συνδέω ίσως ιστορίες ξένες μεταξύ τους . Ίσως και όχι. Εσύ θα το κρίνεις αυτό. Εγώ οφείλω να σου τα πω, όπως ακριβώς τα σκέφτομαι.

Ο μόνος που εργαζόταν, λοιπόν, στο σπίτι ήμουν εγώ. Η Μαίρη μεγάλωνε τη Ρένα μας. Τα λεφτά ήταν λίγα, οπότε κάποιες φορές αναγκαζόμουν να κάνω υπερωρίες για να τα βγάλουμε πέρα. Βέβαια αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γυρνάω πολλές φορές αργά και πτώμα, οπότε η Μαίρη ουσιαστικά μεγάλωνε το παιδί ολομόναχη. Το μεσημέρι αν κατάφερνε να το κοιμίσει, ήταν η μόνη ώρα που είχε ελεύθερη να ξεκουραστεί λιγάκι. Η Ρένα μας όμως δε της έκανε εύκολα τη χάρη. Έτσι η Μαίρη ανέσυρε τη ξεχασμένη αλλά κλασική απειλή του.

«Μεσημερά» και τη χρησιμοποιούσε για να εκφοβίσει τη μικρή και να την αναγκάσει να κοιμηθεί. Δε με έβρισκε σύμφωνο αλλά τη καταλάβαινα. Λίγες μέρες πριν το κακό όμως, μαλώσαμε άσχημα γι’ αυτό το θέμα, καθώς όταν γύρισα σπίτι από τη δουλειά, η μικρή έπεσε τρέχοντας στην αγκαλιά μου, κλαίγοντας με λυγμούς. Μου είπε ότι όταν ξάπλωσε είδε τον Μεσημερά έξω από τη μπαλκονόπορτα της. Της εξήγησα ότι προφανώς ήταν η ιδέα της αλλά αυτό δε τη καθησύχασε.

«Τον είδα σου λέω μπαμπά. ήταν ένας ψηλός, κακός κύριος, παππούς, με μπαστούνι στο χέρι κι έναν μεγάλο σάκο στη πλάτη. Σαν του άι Βασίλη. Σταμάτησε στο παράθυρο μου να ακούσει αν κοιμάμαι. Έβαλε τη παλάμη του και το αυτί του στο τζάμι μου, μπαμπά. Όταν κατάλαβε ότι δε κοιμάμαι με κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε. Αλλά εγώ τρόμαξα και κουκουλώθηκα γιατί το χαμόγελο του ήταν κακό και τα δόντια του μαύρα και κίτρινα και τρομακτικά. Πως με είδε πίσω από τη κουρτίνα μπαμπά; Θα με πάρει μακρυά σας; Δε θέλω να φύγω μπαμπά.» Αυτά ήταν όσα μου περιέγραψε με γουρλωμένα ματάκια.

Ρώτησα τη Μαίρη τι της είχε πει για τον Μεσημερά . Μου είπε ότι δεν της είχε περιγράψει τίποτα τέτοιο και ότι ίσως να το είχε δει στη τηλεόραση ή σε κάποιον εφιάλτη της. Τρεις ημέρες μετά το παιδί μας εξαφανίστηκε .

Η Μαίρη την είχε βάλει για ύπνο το μεσημέρι και είχε ξαπλώσει κι η ίδια να ξεκουραστεί. Όταν ξύπνησε ,δε ήταν πουθενά. Πήρα άδεια από τη δουλειά, τη ψάχναμε εντατικά δύο εβδομάδες, αλλά δε βρήκαμε κανένα ίχνος της. Έπρεπε να επιστρέψω στη δουλειά, οπότε αφήσαμε τις έρευνες μόνο στην αστυνομία. Της Μαιρούλας μου η καρδιά δεν άντεξε. Έπαθε κατάθλιψη. Ένιωθε ενοχές για το παιδί κι όσο γινόταν πιο αισθητή η απώλεια του μωρού μας, τόσο κομματιαζόταν κι η ψυχική σταθερότητα της ίδιας. Κι εγώ δηλαδή, αν δε προσπαθούσα να είμαι δυνατός και για τους δυο μας κι αν δεν είχα τη δουλειά, πιστεύω θα είχα αντιδράσει το ίδιο.

Πέντε Οκτωβρίου και ώρα δύο το μεσημέρι, από ότι είπε ο ιατροδικαστής, αυτοκτόνησε. Τη βρήκα όταν γύρισα από τη δουλειά, στο κρεβάτι του παιδιού μας, το οποίο κι είχε ποτίσει από το αίμα της. Είχε κόψει τις φλέβες της. Πάνω στο φόρεμα της υπήρχε ένας κίτρινος φάκελος με μια μπούκλα από τα μαλλιά της Ρένας μας κι ένα ρολόι κολλημένο στις δύο το μεσημέρι. Η αστυνομία αργότερα, σύμφωνα με τα ευρήματα, αποφάνθηκε ότι ίσως η Μαίρη είχε εξαφανίσει το παιδί μας και αυτοκτόνησε από τύψεις, αφήνοντας πίσω το φάκελο ως ομολογία.   Εγώ όμως δε το πιστεύω.
Όταν τη βρήκα έτρεξα να καλέσω ασθενοφόρο αν και γνώριζα ότι είναι ήδη νεκρή. Το τηλέφωνο όμως χτύπησε πριν το σηκώσω. Στην άλλη γραμμή ήταν από ένα γραφείο τελετών και με ενημέρωναν ότι η παραγγελία μου για το διπλό φέρετρο ήταν έτοιμη. Είπα πως ποτέ δεν έκανα τέτοια παραγγελία. Απάντησαν ότι έχουν καταγεγραμμένη κλήση, μιας εβδομάδας πριν, στην οποία εγώ ο ίδιος παραγγέλνω ένα διπλό φέρετρο από μασίφ. Ζήτησα να την ακούσω και μου την έστειλαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου . Αφού κάλεσα αστυνομία και νοσοκομείο, την άκουσα. Η φωνή έμοιαζε όντως εκπληκτικά με τη δική μου. Όταν έφτασε η αστυνομία τους τα είπα όλα αλλά το προσπέρασαν, λέγοντας μου ότι ίσως έχω πάθει κάποιου είδους τραυματικό επεισόδιο ή σοκ. Φτάνοντας στο αστυνομικό τμήμα βρήκαμε όλο το προσωπικό ανάστατο από ένα συμβάν. Είχε βρεθεί ένας σάκος στην είσοδο του. Ο σάκος περιείχε ένα νεκρό, πεντάχρονο κορίτσι με το κορμάκι του στραγγισμένο από αίμα. Ήξερα, πριν μου το επιβεβαιώσουν, ότι επρόκειτο για το παιδί μου.

Η κλήση στο γραφείο τελετών, επιβεβαιώθηκε ότι δεν έγινε από το σπίτι μου, γιατρέ. Δε μπορούσαν όμως να βρουν από που έγινε. Εγώ πάντως, εκείνη την ημέρα ήμουν στη δουλειά. Κι όμως… Η φωνή της ηχογράφησης θα ορκιζόμουν πως ήταν η δική μου.

Χθες το μεσημέρι ξάπλωσα ζαλισμένος από το ποτό και πρέπει να με πήρε ο ύπνος. Ονειρεύτηκα τον Μεσημερά . Ήταν όπως στις περιγραφές της Ρενούλας μου. Ένας γιγάντιος γέρος, ρακένδυτος με ρυτιδιασμένο δέρμα και χαλασμένα δόντια, ο οποίος κρατούσε ένα μπαστούνι στο χέρι κι έναν σάκο στη πλάτη. Μέσα στο σάκο κάτι αναδευόταν… Έστρεψε το βλοσυρό του βλέμμα πάνω μου και χαμογέλασε ειρωνικά.

Αναστασία Τσιτσιριδάκη

********************************************

To διήγημα της Αναστασίας Τσιτσιριδάκη, συμπεριλαμβάνεται στο τρίτο τεύχος του ArsOvi
που μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ:

ovi_greece_0317_005a

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s