Μια φάρσα εκτός συναγωνισμού

Το ΠΑΣΟΚ, στις 21 Οκτωβρίου του 1981 μπαίνει με τα μπούνια στο μεγάλο κόλπο της πολιτικής και η  χώρα με τη σειρά της κάνει στροφή και μπαίνει με τις πάντες σε νέου τύπου καθεστώς.
Ή έτσι νομίζει τέλος πάντων.
Οι παλιές αριστοκρατικές γειτονιές, όπως η Κυψέλη ας πούμε, με τη Φωκίωνος Νέγρη, το Κολωνάκι της εποχής, έχουν αρχίσει να ξεφτίζουν, με τον «καλό» κόσμο να απομακρύνεται …φυγοκεντρικά προς τα νότια και βόρεια προάστια.
Ανατολικά και δυτικά δεν ήταν και τόσο in να αγοράζεις διαμέρισμα.
Η Κηφισιά αγέρωχη, ακόμα σχεδόν αγνή, είναι το must της εποχής.
Μερικά χρόνια αργότερα, αφού χτίστηκε εκεί το πρώτο εμπορικό κέντρο, κατάντησε το μπάχαλο που είναι ακόμα.
Υπάρχουν βέβαια και προς  το νότο πολύ αριστοκρατικές περιοχές, όπως π.χ. το Πανόραμα της Βούλας.
Η δική μας πολυκατοικία, με πιλοτή παρακαλώ, μερικά χιλιόμετρα έξω απ’ το κέντρο της Αθήνας.
Θα μου επιτρέψετε όμως  να μην προδώσω την περιοχή, ο κόσμος είναι μικρός και δεν χρειάζεται να γίνουμε …βούκινο. Άλλωστε και τα ονόματα των ηρώων είναι αλλαγμένα.

Ovi_greece_0217_068a.gifΟι ιδιοκτήτες των οροφοδιαμερισμάτων της πολικατοικίας, 5 οικογένειες, πολύ δεμένες μεταξύ τους.
Δύο απ’ τις οικογένειες συγγενείς πρώτου βαθμού.
Δύο αδέλφια. Ο Κώστας και ο Ανδρέας  με τις οικογένειές τους.
Τρίτος  και Τέταρτος  όροφος.
Πρωταγωνίστρια της ιστορίας μας όμως στην ουσία η Καίτη, του δευτέρου ορόφου, που μένει με την αδερφή της τη Φρόσω και τη μητέρα της, την κα Όλγα, χήρα μεγαλοδικηγόρου που άφησε αρκετά μεγάλη περιουσία.
Η Καίτη είναι δύσκολη στο να επιλέξει σύντροφο, έχουν περάσει πολλοί «μνηστήρες» αλλά ποτέ δεν υπήρξε αίσιο αποτέλεσμα. Δεν ξέρω αν έφταιγε η ίδια η Καίτη ή οι μνηστήρες. Αλλά εικάζω, απ’ αυτά που έλεγε κατά καιρούς η κυρία Όλγα, η χήρα του μεγαλοδικηγόρου  Αναξίμανδρου Ζαλοκώστα δικηγόρου παρ’ Αρείω πάγω, πως το φταίξιμο ήταν, ως συνήθως στη ζωή, μισό-μισό!
Πάντα έτσι συμβαίνει.
Φταίνε και τα δυο μέρη εξίσου, άντε καμιά φορά να είναι 60-40% ή και σε λίγες περιπτώσεις 70-30%.
Είναι τόσο σπάνιο να φταίει αποκλειστικά και μόνο η μια πλευρά, που απλά, επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Ο Ανδρέας μεγάλος πλακατζής.
Λιγότερο ο αδερφός του ο Κώστας, αλλά ακολουθεί πάντα με κέφι τις φάρσες του Ανδρέα.
Δείγμα φάρσας:
Οι δύο οικογένειες ψωνίζουν στο σούπερ μάρκετ. Μαζί με δύο κολλητές φίλες των δύο συζύγων, του Ανδρέα τη Μαρία και του Κώστα τη Μανωλία (οι πλακατζήδες την έλεγαν Εμμανουέλλα και έκανε πως δεν ήθελε, αλλά γελούσαν και τα μουστάκια της!)
Σύνολο στο ταμείο, μετά το πέρας των …ωνίων, τα δύο καρότσια, οι δύο άνδρες και οι 4 γυναίκες! Φθάνει η σειρά του Ανδρέα, πάντα εκείνος έβγαζε τα πράγματα απ’ το καρότσι και τα άφηνε μπροστά στην ταμία για να μη δει, δήθεν,  η γυναίκα του η Μαρία τι άχρηστο είχε πάρει ΚΑΙ αυτή τη φορά!
Η ταμίας πεταχτούλα, ομορφούλα, ξανθούλα.
Ο Ανδρέας με το γνωστό του πονηρό βλέμμα, πληθωρικός, και τσαχπίνης τσιμπάει δύο κουτιά προφυλακτικά  που ήταν μαζί με τις …τσίχλες σε καλαθάκι λίγο πριν το ταμείο.
Τα αφήνει επιδεικτικά μπροστά από όλα τα άλλα ψώνια που ήδη είχε βάλει για να ξεκινήσει το χτύπημα στην ταμειακή.
Η ξανθούλα έχει χάσει λίγο απ’ το χαμόγελό της, έχει μια έκφραση αμηχανίας.
Ο Ανδρέας γυρνάει και φαίνεται πως μετράει με το δάκτυλο δείχνοντας προς τις 4 γυναίκες της παρέας.  Μετά γυρίζει με νόημα προς την ταμία.
-Τέσσερεις, της λέει κλείνοντας το μάτι, άρα τα 4 που έχει το κάθε κουτί φτάνουν για το βράδυ, δυο φορές την κάθε μια!
Η ταμίας σκύβει και ψάχνει κάτω απ’ το ταμείο το καλάθι, ένα χαρτομάντιλο στην τσάντα της, που είναι κι αυτή κάτω απ’ το ταμείο, ψάχνει κάτι τέλος πάντων, περιμένοντας …ν’ ανοίξει η γη να την καταπιεί.
Στο μεταξύ οι τέσσερεις γυναίκες κι αυτές στο κόλπο, του χαμογελούν αρκετά προκλητικά και η γυναίκα του τού στέλνει κι ένα φιλί.
Μέχρι να ξεμπερδέψει η ταμίας απ’ το λογαριασμό νομίζω πως πήγε στην κόλαση του Δάντη κι ακόμα πιο μακριά!
Αυτές ήταν οι φάρσες της οικογένειας.
Και γενικά όλη η πολυκατοικία ήταν πάντα μέσα στις φάρσες.
Μάλιστα κάποιοι συνωμοτούσαν με κάποιους (ο πρώτος με τον πέμπτο όροφο, ας πούμε), να κάνουν φάρσα στον τρίτο και κανείς δεν πειραζόταν, γέλαγαν στο τέλος όλοι αφού και ζόρικη να ήταν η φάρσα, ήταν καλοπροαίρετη.
Ήταν η περίοδος που ο Ανδρέας, ο Παπανδρέου αυτή τη φορά, είχε φέρει έναν αέρα αισιοδοξίας, είχε κάνει ένεση στην αυτοπεποίθηση του λαού, είχε δώσει την ευκαιρία στη μεσαία τάξη, να χαμογελάσει και να δει καλύτερες μέρες.
Με επίπλαστο τρόπο βέβαια, με δανεικά, όπως δυστυχώς αποδείχθηκε όταν έσκασε η βόμβα της φούσκας αυτής, στα χέρια της γενιάς των παιδιών, αυτών  των «ευτυχισμένων» από την γενική ευημερία, μεσοαστών της 10ετίας του 80.
Αλλά αυτό είναι θέμα για πολιτική ανάλυση.
Η Καιτούλα, η ατυχήσασα κορασίς μέχρι εκείνη την ώρα, ήταν μες τη βαθιά μελαγχολία μετά την διάλυση του τελευταίου αρραβώνα της πριν λίγους μήνες…
Μέχρις ότου…
Μέχρις ότου ενέσκηψε στην πολυκατοικία ο Αλέξης!
Ο τεχνικός ανελκυστήρων  που ήρθε να την απεγκλωβίσει όταν η καμπίνα του ασανσέρ έμεινε μεταξύ πρώτου και δεύτερου ορόφου.
Κανένας δεν ξέρει μέχρι σήμερα αν ο εγκλωβισμός ήταν φάρσα ή όχι.
Εικάζω πως όχι, γιατί δεν εμφανίστηκε κάποιος να αναλάβει την …ευθύνη για τη φάρσα.

Ο Αλέξης απεγκλώβισε μεν την Καίτη αλλά …εγκλωβίστηκε ο ίδιος!
Προς μεγάλη χαρά του Ανδρέα, που τον γνώρισε σύντομα, στις Χριστουγεννιάτικες φιέστες, όπου τον έφερε περήφανη η Καιτούλα, εφόσον, όπως πάντα τα τελευταία χρόνια, έκαναν όλοι μαζί χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν.
Προς χαρά του Ανδρέα λοιπόν, ο Αλέξης ήταν πολύ μεγάλος πλακατζής.
Μέχρι που έκλεισαν στο ασανσέρ τη μέλλουσα πεθερά του,  αυτή τη φορά, την κυρία Όλγα που ήταν μια σοβαρή καθωσπρέπει κυρία και όπως έλεγε με στόμφο και ή ίδια με μια αναπνοή, ήταν:
-Χήρα του Αναξίμανδρου Ζαλοκώστα δικηγόρου παρ’ Αρείω πάγω, Θεός σχωρέστον!
Η κυρία Όλγα, βγήκε απ’ το ασανσέρ αλώβητη, ορθή και χωρίς κανένα σπάσιμο στο πρόσωπο, παρόλο που είχε δει το Χριστό φαντάρο μες το ασανσέρ, καθώς οι δύο αδίστακτοι φαρσέρ είχαν εγκαταστήσει  ένα κασετόφωνο πάνω απ’ την οροφή του, που έπαιξε τη λειτουργία της εξόδιου ακολουθίας, μόλις το ασανσέρ κοκάλωσε και μάλιστα ο …γάτος Αλέξης, μάγος των ανελκυστήρων, είχε κανονίσει να σβήσει ΚΑΙ το φως μέσα στην καμπίνα!
Το περιστατικό μάλιστα έγινε στις 2 Φεβρουαρίου του 1982 την ίδια μέρα που ο μουστακαλής  υπουργός παιδείας του ΠΑΣΟΚ, Λευτέρης Βερυβάκης, έβγαλε το ιστορικό φιρμάνι για την κατάργηση της μαθητικής ποδιάς!

Η αξιοπρεπής κυρία Όλγα απτόητη. Δεν ρυτίδωσε καν το μέτωπό της!
-Αυτή η κατάργηση, της ποδιάς δηλαδή, θα φέρει ανωμαλία στις σχέσεις των παιδιών στο σχολείο!  Ήταν το μόνο που σχολίασε βγαίνοντας! Το είχε ακούσει απ’ το ραδιόφωνο στο ψιλικατζίδικο που είχε πάει για να αγοράσει μπικουτί!
Τους έσκισε τους φαρσέρ! Σαν χασέδες!
Το κράταγε ο Αλέξης αυτό. Μανιάτικο!
-Άκου να μην καταφέρω να φοβίσω την πεθερά μου! έλεγε στον Ανδρέα που έσκαγε στα γέλια όταν θυμόταν την έκφραση ή μάλλον την …μη έκφραση της κυρίας Όλγας και το τι είπε βγαίνοντας απ’ το ασανσέρ!
-Για τις ποδιές είπε ρε μαλάκα, που κατάργησε ο Λευτεράκης! έλεγε στον Αλέξη και τον έκανε πιο μπαρούτι!

Ο γάμος είχε οριστεί για τον Μάϊο του 1982.
Παραδόξως οι φάρσες εκείνη την περίοδο, τους πρώτους μήνες του 1982, μετά τη φάρσα με το ασανσέρ στην κυρία Όλγα, είχαν κοπάσει.
Κάτι ψιλές μόνο στο σούπερ μάρκετ, που πήγαιναν και τα έκαναν μπάχαλο, για να μην …σκουριάσουν.
Πλησίαζε ο Μάιος κι ενώ το ΠΑΣΟΚ έφερνε σιγά-σιγά τη νέα τάξη πραγμάτων στη χώρα, η ημερομηνία του γάμου μεγάλωνε στο ημερολόγιο που είχε μπροστά του ο Αλέξης στο γραφείο.
Ο ίδιος είχε τακιμιάσει με τον Ανδρέα, σαν να γνωρίζονταν από παιδιά  κι έκαναν παρέα αδιαλείπτως.
Κάθε μέρα ήταν στο σπίτι της οικογένειας  μετά τη δουλειά και γελούσαν, γελούσαν πίνοντας κάνα τσιπουράκι και τρώγοντας τους μεζέδες της Μαρίας.  Κάποιες φορές και μόνος του, χωρίς την Καιτούλα.
Φυσικά, κουμπάρος στο γάμο θα ήταν ο Ανδρέας!
Δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει αλλιώς.
Ο Αλέξης είχε γίνει αναπόσπαστο μέλος της …πολυκατοικίας των τρομερών φαρσέρ!
Πώς ήταν δυνατόν να μην συγγενέψουν  με τον πιο απλό τρόπο;

Επειδή οι φάρσες είχαν κοπάσει όπως είπα και προηγουμένως,  όλοι περίμεναν πως κάτι θα συμβεί στο γάμο, πριν την εκκλησία, κατά τη διάρκεια, στο γυρισμό.
Ρωτούσαν ο ένας τον άλλο αν ξέρει κάτι, αν υπάρχει κάποια συνωμοσία.
Τίποτα…
Αν είχε σκαρώσει ο Αλέξης με τον Ανδρέα κάτι, είχε κρατηθεί …άκρως απόρρητο.
Πραγματικά ο γάμος έγινε κανονικά.
Ο γαμπρός περίμενε τη νύφη στην εκκλησία παραδοσιακά, χωρίς να τη στήσει.
Η νύφη ήρθε κανονικά, το αυτοκίνητο δεν «έμεινε» από κάποιο «ατύχημα» στη διαδρομή για την εκκλησία.
Ο παπάς εμφανίστηκε κανονικά στην ώρα του, το ίδιο και ο κουμπάρος.
Δεν είχαν στείλει λάθος προσκλητήρια, ούτε είχε γραφτεί λάθος το όνομα της …πεθεράς!
Η τελετή έγινε κανονικά και η Καιτούλα πάτησε και το πόδι του γαμπρού στην εκκλησία στο «η δε γυνή να φοβήτε τον άνδρα»
Κάποιοι κράτησαν την αναπνοή τους μήπως «σκάσει» τίποτα, μ’ αυτό το παραδοσιακό …ξενύχιασμα, αλλά τζίφος.
Όλα κύλησαν ομαλά.
Το ρύζι κανονικό, στο χορό του Ησαΐα  δεν άρχισε να παίζει κάνα Hard rock κομμάτι, στις χαιρετούρες δεν υπήρχε φάρσα, απλά χωρατά μεταξύ των νεόνυμφων και των καλεσμένων.
Nada που λένε κι οι Ισπανοί.
Τίποτα!
Τότε δεν υπήρχαν κτήματα ακόμα για να γίνει εκεί το επίσημο γεύμα στους καλεσμένους της επιλογής του ζευγαριού, πήγαν όλοι της πολυκατοικίας και κάμποσοι άλλοι …εξωσχολικοί, σε ταβέρνα.
Έγινε ο χαμός, τρικούβερτο γλέντι, όλοι έλεγαν από δω θα σκάσει κάτι, από κει θα σκάσει, θα βγει απ’ την τούρτα καμιά γυμνή, τίποτα. Κι η τούρτα δηλαδή, σιγά το μέγεθος, όχι γυμνή γυναίκα αλλά ούτε γυμνή …μπάρμπι δεν χώραγε.
Κάποιοι ήταν και λίγο επιφυλακτικοί με το φαί, μπας κι είχαν κάνει κάνα περίεργο με πολλά πιπέρια και οι μυημένοι περίμεναν τους …αθώους να δοκιμάσουν πρώτοι.
Τίποτα!
Τέλειωσε κι αυτό και πήγαν όλοι στα σπίτια τους, το ίδιο και οι νεόνυμφοι για την πρώτη νύχτα του γάμου.
Και, ως συνήθως …ξημέρωσε η επομένη μέρα.
Το ίδιο απόγευμα θα υπήρχε συγκέντρωση στο σπίτι του κουμπάρου, θα ήταν και τα δυο σόγια, της νύφης, η κα Όλγα και η αδερφή της η Φρόσω και του γαμπρού, ζούσε μόνο ο πατέρας του ο κύριος Φίλιππος. Η Μαρία του κουμπάρου,  ο Κώστας ο αδερφός του με τη Μανωλία τη γυναίκα του, κάποιες θείες του γαμπρού, μια θεία της Μαρίας, μπορεί να ξεχνάω και κάποιους.
Την επομένη θα έφευγαν για το καθιερωμένο ταξίδι του μέλιτος.
Το βασικό θέμα της συγκέντρωσης ήταν το παραδοσιακό άνοιγμα των δώρων.
Στο σαλόνι του σπιτιού του κουμπάρου και της κουμπάρας.
Καθισμένοι στον καναπέ, στις πολυθρόνες και στις καρέκλες  όλοι στραμμένοι προς τη μπαλκονόπορτα που ήταν ανοικτή, άνοιξη γαρ, και μπροστά της τα δώρα στα κουτιά.
Μπροστά απ’ τα δώρα ο Ανδρέας με τον Αλέξη, έτοιμοι να τα ανοίξουν.
Δώρα πάρα πολλά. Δεκάδες κουτιά κάθε μεγέθους!
Υπάρχει ευθυμία, γέλια, με μόνη σοβαρή πάντα τη χήρα του μεγαλοδικηγόρου την κα Όλγα, την πεθερά του γαμπρού.
Ο Ανδρέας ανοίγει πρώτος, τιμής ένεκεν, ένα μεγάλο κουτί που περιέχει μια χύτρα ταχύτητος.
Την τεράστια SEB της εποχής με το βιδωτό καπάκι.
Από τον θείο Αναξίμανδρο και τη θεία Κούλα!
Επιφωνήματα απ’ όλους, -τι ωραίο δώρο, γέλια, -να μάθεις να μαγειρεύεις όμως Καιτούλα, πειράγματα από τη Μαρία και κάποιες ξαδέλφες της νύφης, α, ναι, τις είχα ξεχάσει αυτές!
Δεύτερο κουτί, το ανοίγει ο Αλέξης.
Πάρα πολύ βαρύ, ένας φούρνος μικροκυμάτων! Πανάκριβο δώρα εκείνη την εποχή.
Η κάρτα γράφει από την οικογένεια Λικιάρδου.
-Ο θείος μου, λέει ο γαμπρός.
Επιφωνήματα, κάποιος χειροκρότησε κιόλας.
Τρίτο δώρο και πάλι ο Ανδρέας.
Της μόδας τότε,  ένα σετ Pyrex! Γιώργος και Στέλλα Καλαποθάκη.
Φίλοι της νύφης από παιδιά!
Πειράγματα για τη μαγειρική της Καιτούλας και πάλι.
Τεταρτο δώρο ο Αλέξης.
Ένα βάζο σκαλιστό, κεραμικό, κιτσάτο. Διαβάζει την κάρτα.
-Τέλης Οικονόμου, -ποιος είναι αυτός ρε γαμώτο, λέει.
-Τι μαλακία είναι αυτή; Σιγοντάρει κι ο Ανδρέας.
-Δώστο εδώ ρε κουμπάρε!
Το παίρνει στα χέρια του και με μια απότομη κίνηση, δυνατά κιόλας, το …πετάει στο μπαλκόνι!
Το βάζο σπάει με πάταγο σκορπίζοντας θραύσματα σ’ όλη τη βεράντα!
Κόκαλο το …φιλοθεάμον κοινό!
Η Καιτούλα κάνει να πει κάτι αλλά σταματάει, η κυρία Όλγα έχει χάσει λίγο το χρώμα της, αλλά διατηρεί ακόμα την ψυχραιμία της.
-Μα… ο Τέλης είναι ο γιός του ξαδέλφου μου του Σπύρου, λέει στο τέλος.
-Δεν ήταν ανάγκη να το σπάσετε.
Στο μεταξύ ο Ανδρέας έχει ανοίξει κι άλλο πακέτο.
Ένα αγαλματάκι ρεπλίκα κάποιου …γνωστού-άγνωστου γλυπτού γύρω στα 30-40 εκατοστά, μάλλον γύψινο, καρακίτς του κερατά.
-Τηλέμαχος Παπανικολάου, διαβάζει την κάρτα.
-Τι ναι αυτό ρε μαλάκα, λέει τώρα ο γαμπρός.
-Μια μαλακία και μισή λέει ο κουμπάρος.
Πριν να προλάβει να πει κάποιος κάτι, ο Αλέξης το πιάνει και το πετάει με φόρα κι αυτό στο μπαλκόνι! Ο θόρυβος εκκωφαντικός και το άγαλμα εις τα εξόν συνετέθη!
Η κα Όλγα αισθάνεται μια ζάλη!
Η Φρόσω, η αδερφή της νύφης που κάθεται δίπλα της τής πιάνει το χέρι.
-Όχι, λέει κάπως ξεψυχισμένα, αλλά σπαραχτικά, -ο Τηλέμαχος  ήταν παιδικός φίλος του μακαρίτη του συζύγου μου! Γιατί το…
Δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει τη φράση της κι ο Ανδρέας έχει στείλει άλλο ένα δώρο στο μπαλκόνι. Ένα γυάλινο κηροπήγιο σαν φανάρι που έχει πλαίσιο από σίδερο και δεν σπάει, αλλά κάνει δαιμονισμένο θόρυβο πέφτοντας πάνω στα ήδη σπασμένα.
Η κα Όλγα είναι στα πρόθυρα του εγκεφαλικού και οι υπόλοιποι, μάλλον όχι όλοι όμως, έχουν χλομιάσει τελείως.
Η Καιτούλα, επειδή ξέρει τον Αλέξη και τον Ανδρέα είναι μάλλον ψύχραιμη, ανησυχεί κι αυτή, μόνο για την μάνα της όμως.
Η Φρόσω τρίβει δυνατά τα χέρια της κας Όλγας τώρα ενώ το πρόσωπό της συνήθως αγέρωχης και καθωσπρέπει γυναίκας, έχει …ραγίσει κανονικά!
Το σόου συνεχίζεται. Μερικά δώρα βέβαια, όσα δεν κρίνονται σαν κιτς απ’ το δίδυμο της …συμφοράς, γλυτώνουν το σπάσιμο.
Αλλά κάθε δυο-τρία, ένα γίνεται κομμάτια στο μπαλκόνι που έχει γεμίσει με σπασμένο κιτσαριό και είναι σαν να έχει περάσει από πάνω του ο τυφώνας …Κατρίνα!
Η κα Όλγα είναι ημιλιπόθυμη πια.
Νομίζω πως δεν υπήρχε ακόμα το Lexotanil.
Υπήρχε βέβαια το Valium!
Εικάζω πως το νερό που της έφερε η Φρόσω  στο τρίτο σπάσιμο είχε παρέα κι ένα τέτοιο χάπι, η Φρόσω ήταν γιατρός σε νοσοκομείο της Αθήνας.
-Για στάσου, λέει στο 10ο σπάσιμο-περίπου γιατί είχαν χάσει τον αριθμό- η Μαρία, θυμίζω, η σύζυγος του Ανδρέα.
-Αυτή δεν είναι η κιτσάτη σουπιέρα που μας είχε φέρει η θεία η Ελένη στο γάμο μας;
Πώς βρέθηκε με τα δώρα της Καιτούλας και του Αλέξη; Τη θυμάμαι καλά, την είχα βάλει στο πατάρι! Α, πουλάκια μου! Τη σκάσατε τη φάρσα, ε; Γι’ αυτό ανέβηκες στο πατάρι προχθές Αντρίκο;

Οι αθεόφοβοι είχαν μαζέψει απ’ όλους τους φίλους και συγγενείς ό,τι δώρα είχαν καταχωνιασμένα στα πατάρια απ’ το δικό τους γάμο , επειδή απλά ,δεν βλεπόντουσαν!
Τα έκαναν πακέτα, πήραν τη λίστα των καλεσμένων, έφτιαξαν  ψεύτικες κάρτες και τα παρουσίασαν σαν δώρα που είχαν κάνει στο ζευγάρι!
Η κα Όλγα παρά τρίχα γλύτωσε το εγκεφαλικό. Είχε αρχίσει να στραβώνει το στόμα της.

Δε ρώτησε κανείς ποιος ήξερε γι’ αυτή τη φάρσα. Δεν είχε και νόημα.
Τη ίδια μέρα, ίσως την ίδια ώρα που γινόταν αυτή η φάρσα ήταν γεγονός η πρώτη παραίτηση υπουργού του ΠΑΣΟΚ.
Του Μανόλη  Δρεττάκη, υπουργού οικονομικών, που τον άδειασε ο ίδιος ο Ανδρέας καταργώντας στην ουσία τον περίφημο ΦΑΠ που είχε ψηφιστεί λίγες μέρες νωρίτερα στη Βουλή και φορολογούσε για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας, τη μεγάλη ακίνητη περιουσία.
Η κινητή …περιουσία των δώρων του νιόπαντρου ζευγαριού κείτονταν συντρίμμια στο μπαλκόνι του τετάρτου ορόφου μιας πολυκατοικίας ορφοδιαμερισμάτων σε «ακριβό» προάστιο, μαζί με τις ελπίδες αυτού του τόπου να ορθοποδήσει κάποια στιγμή.
Η πρώτη παραίτηση υπουργού και μάλιστα οικονομικών του ΠΑΣΟΚ, ήταν τελικά μια φάρσα, πραγματικά εκτός συναγωνισμού. Μια κακόγουστη όμως φάρσα.
Και αφορούσε, όπως αποδεικνύεται τόσα χρόνια αργότερα, τη βιωσιμότητα ενός έθνους.

Γιώργος Καλατζής

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s