Της γκαντεμιάς τα σύνορα

Στο σχολείο όταν πηγαίναμε εκδρομές στο πάρκο της Νέας Ελβετίας, ανάμεσα στις χρησιμοποιημένες σύριγγες -που όλα τα πιτσιρίκια ξέραμε ότι ΔΕΝ πρέπει να ακουμπήσουμε και παρόλα αυτά παρατηρούσαμε ξαπλωμένοι κάτω- και τα πισινά μας που γίνονταν σουρωτήρι από τις πευκοβελόνες, τα κοριτσάκια στήναμε πηγαδάκια, στρώνοντας τα πανωφόρια μας στην πρασινάδα.

Εκεί λοιπόν συνειδητοποίησα πρώτη φορά, ότι η γκαντεμιά ΔΕΝ σέβεται το τρυφερό της ηλικίας κανενός και ξέρω μέχρι και σήμερα ότι αν υπάρχει έστω κι ένα σκυλοκούρ@δο σε ακτίνα 3 τ.χλμ. , ΕΓΩ θα το πατήσω, όπως τότε που ΕΓΩ καθόμουν πάνω του (ή το μπουφάν μου) κι όταν επιστρέφαμε από τις εκδρομές, περπατούσα ή μπροστά- μπροστά, ή πίσω- πίσω, αφού κανείς δεν άντεχε τη μυρωδιά μου (είναι απίστευτο το ότι μπορεί ένα περίττωμα βδομάδας να είναι παντελώς άοσμο κι αν το πατήσεις να ανοίξεις τον ασκό του Μποχαιόλου). Η δασκάλα με έστελνε σπίτι χωρίς συνοπτικές διαδικασίες – παρουσίες κλπ.

ΑOvi_greece_0317_017a.gifυτός ο μαυρογατισμός με συνόδεψε και στα φοιτητικά μου χρόνια, όπου όλοι οι τελευταίοι της γενιάς του ’80, χτυπούσαμε κάρτα στις καφετέριες πίνοντας φραπέ-γλυκό-με-γάλα και παίζοντας πόρτες και πλακωτό (κανείς μας δεν ήξερε φεύγα) για τουλάχιστον τέσσερις ώρες. Από τότε έχω συνδυάσει τις καρέκλες σκηνοθέτη (και αργότερα τις ξαπλώστρες στις παραλίες που διπλώνουν και παγιδεύεσαι του θανατά) με το ΣΑΤΑΝΑ αυτοπροσώπως.

Σε μια τέτοια καφετέρια στην παραλία του Βόλου, βρισκόμαστε ένα πρωί (στις 12) με τρομερό χανγκόβερ από το χθεσινό κ@λοχτύπημα σε κλαμπ, καμιά 15αριά νοματοί – ολοι μελλοντικοί αρχιτέκτονες, τοπογράφοι, προγραμματιστές και μερικοί μηχανικοί αυτοκινήτων (άσχετοι αλλά είχαν την πιο πολύ πλάκα )- τρομάρα μας, έχοντας βάλει σε σειρά 4-5 τραπέζια πίνοντας φραπέ και παίζοντας- όπως πάντα- τάβλι, μέχρι να νυχτώσει.

Είναι Κυριακή, σχεδόν καλοκαίρι, και σε όλη την παραλία δε πέφτει καρφίτσα, κι εγώ με το θράσος του immunity feeling των 20 φλερτάρω με το ρεζιλίκι πηγαίνοντας μπρος-πίσω και ζορίζοντας το ετοιμόρροπο πόδι της καρέκλας σκηνοθέτη στην οποία κάθομαι.

Και φυσικά, επειδή όπως είπα η γκαντεμιά δε γνωρίζει εθνικότητα, σύνορα και ηλικίες και δε σέβεται ούτε το κατάμεστο της παραλίας και το αρσενικό που καψουρεύομαι, το πίσω αριστερό πόδι της σατανικής μου καρέκλας υποχωρεί και βρίσκομαι να πέφτω προς τα πίσω και κάνοντας το αυτονόητο: προσπαθώντας να γλιτώσω το ρεζιλίκι -και την ξεφτίλα στο αρσενικό που δε μου ριξε ούτε ματιά τελικά, άρπαξα το τραπέζι.

Το οποίο τραπέζι σημειωτέον, ήταν η αθλιότερη εφεύρεση μετά τα φλουό προφυλακτικά (που θες να μαμήσεις και καταλήγεις να κατουριέσαι από τα γέλια βλέποντας την πυγολαμπίδα- τρελό ξενέρωμα) μιας και ήταν και στρογγυλό και τρίποδο. Οπότε σε δευτερόλεπτα, εγώ βρίσκομαι ανάσκελα (ευτυχώς δε φορούσα φουστάνι- τα χα κόψει από τα 16) με το τραπέζι αγκαλιά, την καφετέρια γεμάτη ζάρια και πούλια, έχοντας από πάνω μου έναν τεράστιο και τρομακτικό τύπο που μου ζητάει να του πληρώσω το φραπέ γιατί πήγε να πιει και βρήκε μέσα έναν αναπτήρα.

Η φάση όμως δεν τέλειωσε εκεί, αφού πέφτοντας ισοπέδωσα και τον Φράνκι, ένα Νιγηριανό που πουλούσε CD και τον ξέραμε όλοι (που έλεγε ότι ήταν από τη Τζαμάικα, αλλά σε μας που τον γνωρίζαμε καλά μας είπε ότι ήταν παραμύθι) , ο οποίος είχε χωθεί μαζί με τη σακουλάρα με τα cd κάτω από την καρέκλα μου, γιατί εκείνη την ώρα περνούσε η αστυνομία και ήθελε να κρυφτεί.

Όχι για να μη νομίζουν μερικοί, ότι ξέρουν από ρεζιλίκια.

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s