Δεν Ξέρω

Δεν ξέρω
πώς θα αντέξω,
πάντα στο κρύο,
πάντα πεινασμένος,
σαν ζητιάνος περιμένω
για φαγητό κάθε ημέρα.

Ο αέρας φυσάει
τα κόκκαλα παγώνουν
τα δέντρα άγρια, πράσινα
έξω από τα εγκαταλελειμμένα κτίρια
οι πλατείες γεμάτες σκουπίδια.

Κοιτάω έξω από το
σπασμένο παράθυρο
και τα σκέφτομαι όλα,
πως Εχουμε πέσει έτσι.
Καλά έλεγε ο πατέρας μου τότε,
καλυτέρα να ήμουν τσοπάνος
πίσω στο χωριό,
στα άγρια βουνά
μας.

Τι ήθελα τότε;
ένα όνειρο,
μια χίμαιρα,
μια  ουτοπία,
μια  Ευρώπη
που δεν
υπήρξε.

Άνοιξα το μικρό ράδιο
και έπαιζε ένα τραγούδι
του Καζαντζίδη για την ξενιτιά,
κοίταζα τους τοίχους
με την ξεφλουδισμένη μπογιά,
την σκόνη στο πάτωμα
και τα αδειανά δωμάτια
που ήταν κάποτε γεμάτα
χαρούμενες φωνές.

Ήρθε η Κυριακή μου,
κουβαριασμένος στην γωνιά
με το παλιό παλτό μου
κρατώντας ένα κομμάτι
μπαγιάτικο ψωμί,
περίμενα η
εκκλησιά να
ανοίξει.

Δεν ξέρω
πώς θα αντέξω,
πάντα στο κρύο,
πάντα πεινασμένος,
σαν ζητιάνος περιμένω
για φαγητό κάθε ημέρα.

Μόνο η ελπίδα
μου έχει μείνει,
μόνο αυτό,
αλλά δεν
ξέρω γιατί,
δεν ξέρω.

Νίκος Λάϊος

Ovi_greece_0317_033a.gif

********************************************

To ποίημα του Νίκου Λάϊου, συμπεριλαμβάνεται στο τρίτο τεύχος του ArsOvi
που μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ:

ovi_greece_0317_005a

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s