Κι όταν περάσει κι αυτό…

Οι άνθρωποι χωρίζουν. Κάθομαι μόνος μου πάντα στο θλιβερό μου διαμέρισμα, αυτό με το στενόμακρο μπαλκόνι που μοιάζει περισσότερο σα να φτιάχτηκε από λάθος, λες κι υπήρχε μια αντιπάθεια αυτού που αποφάσισε πως έτσι έπρεπε να φτιαχτεί αυτό το σπίτι, για να μη στεριώσει η ευτυχία, το έφτιαξε τόσο μικρό που δεν μπορείς ποτέ να βγεις όταν καλοκαιριάσει, δε χωράει ούτε  μια καρέκλα για να καθίσω – θυμάσαι; Στο είπα ότι κάθομαι και κοιτάζω το παράθυρό σου πάνω σε έναν κουβά – κι όμως αυτός ο χώρος αν ήταν από τη μέσα μεριά του σπιτιού, όλα θα ήταν ευκολότερα, δε θα ήταν πολύ, αλλά όσο θα ‘πρεπε για να μη χρειάζεται να αλλάζεις κάθε τόσο θέση στα έπιπλα επειδή δεν σου ταίριαζαν ούτε έτσι ούτε κι αλλιώς, αυτό ήταν; Γι αυτό έφυγες; Για το σπίτι που δεν μπορούσε να ταιριάξει με την αγάπη σου;

Ovi_greece_0317_015a.gifΌταν σε γνώρισα, μοιάζει απίστευτο όμως είναι αλήθεια και δεν το ξέχασα στιγμή, ήξερα ότι εσύ θα άλλαζες τα πάντα κάποτε και να που επαληθεύτηκε αυτό το προαίσθημά μου, σήκωσα τα τείχη μου ψηλότερα για να με προφυλάξω κι ύστερα με μιας τα έκανα σκόνη, έτοιμος να σταθώ μπροστά σου εκτεθειμένος κι ευάλωτος με τα χέρια ανοιχτά, παραδομένος, κι είπα από μέσα μου έλα, θα σε αντέξω, όποια κι αν είσαι θα σε αντέξω, κι ήξερα πως κάποτε εσύ θα με πληγώσεις ανεπανόρθωτα, ήξερα από εκείνη την πρώτη στιγμή πως θα με κάψεις, έβλεπα μπροστά μου το μέλλον κι εμένα να προσπαθώ να σε αντέξω ενώ θα ‘χεις φύγει, έχοντας μόνο τις αναμνήσεις σου να με τυραννούν τις νύχτες και τις μέρες μου να σου μιλάω σα να μην έφυγες ποτέ, οι άνθρωποι χωρίζουν μα κάθε χωρισμός είναι σα να ξεριζώνει κάποιος κομμάτια σου από μέσα, και νιώθω κάθε φορά να απλώνεις το αόρατο χέρι σου στα σωθικά μου και να τα αρπάζεις, να στρίβεις τα δάχτυλά σου και να υποφέρω, να τραβάς και να ξέρω πως κάτι ακόμα πήρες μαζί σου, κάθε πρωί είμαι ολόκληρος και κάθε νύχτα νεκρός, κι έχω μονάχα το γεράνι σου να με κοιτάζει έξω από το παράθυρο της μικρής κουζίνας, σε κάθε ανατολή να βγάζει κι από ένα καινούργιο κατακόκκινο μπουμπούκι, σου έχω πει πόσο το μισώ μα δεν τολμώ να το πειράξω, συνεχίζει να ζει ανεπηρέαστο από την απουσία σου, μοιάζει να μου λέει ασταμάτητα πως η ζωή του συνεχίζεται μια χαρά και χωρίς εσένα, ακόμα και χωρίς εμένα, δεν έχει ανάγκη από καμιά φροντίδα γιατί έχει αποφασίσει να ζήσει, και το μισώ γιατί είναι μόνο ένα μικροσκοπικό φυτό σε μια πήλινη γλάστρα και ξέρει πολλά περισσότερα από μένα.

Θέλω επιτέλους να σε αφήσω να φύγεις για πάντα, υπάρχουν στιγμές που νιώθω έτοιμος γι αυτό, είναι μικρές και κρατάνε μόνο λίγο, ίσα που προλαβαίνω να το σκεφτώ κι ύστερα με πιάνει τρόμος, αν σε αφήσω να φύγεις τότε κάποτε θα σε ξεχάσω, κάποτε δε θα πονάω πια, κάποτε θα κλείσουν όλες οι πληγές μου και θα μείνουν αδιόρατα σημάδια να σε θυμίζουν γλυκά και να χαμογελάω, κι ακόμα κι αν είμαι έτοιμος να το κάνω, αν είμαι έτοιμος να μην κοιτάξω ποτέ ξανά το κίτρινο παράθυρό σου, κι αν είμαι έτοιμος ακόμα και να φύγω από αυτό το σπίτι που έχει αιχμαλωτίσει για πάντα τη σκιά σου, δεν είμαι έτοιμος ποτέ να σε ξεχάσω και να μη μου λείπεις πια.

Θα περάσει ποτέ…; Θα περάσει αν δεν το θέλω στ’ αλήθεια;

 

Αντρέας Νικολαΐδης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s