Τα πουλιά στον τοίχο

«Πώς είσαι; Καιρό έχεις να εμφανιστείς… Άλλαξες. Παραλίγο να μη σε γνωρίσω κι ας σε ξέρω τόσο καλά. Την τελευταία φορά που σε είδα ήσουν αλλιώς. Ήσουν διαφορετικός.»

«Ναι. Έχεις χρόνια να με δεις. Ήμουν… ήμουν άλλος τότε. Ήμουν άλλος και μετά… άλλαξα.

Ήταν ωραία αυτή η αλλαγή ξέρεις. Ένιωσα ελεύθερος. Πέταξα από πάνω μου όλα όσα ήμουν και φόρεσα ένα καινούργιο πρόσωπο. Έγινα άλλος. Δεν είχε σημασία ποιος. Αυτό που είχε σημασία ήταν ότι δεν ήμουν πια ο ίδιος. Δεν ήμουν εγώ. Και το καινούργιο αυτό πρόσωπο μου έδωσε μια τεράστια δύναμη που ποτέ μου δεν πίστευα ότι θα έβρισκα.

Ovi_greece_0217_060b.gifΜπορούσα να γελάσω με κρύα αστεία, γιατί αυτός που ήμουν δεν τα έβρισκε καθόλου αστεία αλλά αυτός που έγινα μπορούσε να γελάσει με αυτά, μπορούσα να γίνω κακός, γιατί αυτός που ήμουν δεν μπορούσε να φερθεί άσχημα σε άνθρωπο, ακόμα και σε αυτούς που το άξιζαν, αλλά αυτό που έγινα μπορούσε πια εύκολα να ανοίξει το στόμα του και να πει όλα όσα ήθελε χωρίς να τον νοιάζουν οι συνέπειες.

Μπορούσα πια να ειρωνευτώ, να πληγώσω, γιατί αυτός που ήμουν ήταν ντροπαλός, παραήταν καλός για να πονέσει κάποιον άλλο, ακόμα κι αυτούς που τον πόνεσαν, αλλά αυτός που έγινα μπορούσε να φτύνει δηλητήριο και να πληρώνει με το ίδιο νόμισμα όσους τον είχαν πληγώσει.

Μπορούσα πια να φωνάξω, να διαμαρτυρηθώ, να κοροϊδέψω αυτό που ήμουν κι όσους ήταν σαν κι εμένα γιατί πολύ απλά… Δεν ήμουν πια εγώ. Άλλος ήταν αυτός που τα έκανε όλα αυτά. Κάθε φορά και κάποιος άλλος. Κι εγώ παρέμενα κρυμμένος πίσω από τα χρώματα και κοιτούσα. Σιωπηλός. Αόρατος. Ανύπαρκτος.

Με μίκρυνα τόσο πολύ που στο τέλος με κατάπια. Και ύστερα με ξέχασα.»

«Γι αυτό χάθηκες τόσο καιρό;»

«Ναι. Γι αυτό.»

«Και τώρα γιατί ήρθες;»

«Με θυμάσαι καθόλου; Θέλω να πω… το πώς ήμουν… πριν;»

«Εγώ μόνο το πριν θυμάμαι. Μόνο το πριν γνώρισα. Αυτό το καινούργιο πρόσωπο που λες εγώ δεν το ξέρω. Σε θυμάμαι να έρχεσαι να με βλέπεις συχνά, μερικές φορές και συνέχεια, μιλούσες μαζί μου ώρες πολλές, γελούσες, με άγγιζες, έκανες γκριμάτσες και κοιτούσες πίσω μου να δεις τι έκρυβα στην πλάτη μου, λες και μπορούσα κάτι να σου κρύψω.

Μου έφτιαχνες ζωγραφιές. Πάντα σου άρεσε να ζωγραφίζεις ήλιους. Ξεκινούσες να τραβάς μια γραμμή για να χωρίσεις τον ουρανό από τη γη έλεγες, κι ύστερα σχεδίαζες ένα σπίτι. Στη μέση. Χαμηλό σπίτι και μακρύ. Δε σου άρεσαν οι σκάλες. Δε σου άρεσαν οι όροφοι.

Κοιτούσες έξω από το παράθυρο τη γκρίζα πόλη και τα τρομακτικά κακάσχημα κτίρια με τα μαύρα παράθυρα σα στόματα που χάσκουν χωρίς δόντια έλεγες, κι ύστερα ζωγράφιζες έναν ήλιο τεράστιο και κατακίτρινο, να τα ξορκίσεις. Ένας τεράστιος ήλιος με ένα χαμόγελο από τη μια του άκρη ως την άλλη, δέντρα στη μια μεριά και η θάλασσα δίπλα. Πάντα ζωγράφιζες αμυγδαλιές. Νομίζω εγώ σου το έμαθα αυτό. Και πάπιες! Σου άρεσαν και οι πάπιες. Πάντα τις ζωγράφιζες σχεδιάζοντας ένα 2 και ύστερα του κολλούσες μια μύτη. Έτσι έκανες.  Ίσως γιατί δεν έζησες ποτέ σου στην εξοχή και τη λαχταρούσες, ποιος ξέρει;

Ερχόσουν συχνά τότε… Σε είχα συνηθίσει. Έμαθα να σε περιμένω. Το πρωί που θα σηκωθείς, με τις τσαλακωμένες πιζάμες, τα μαλλιά ανακατεμένα και τα μάγουλα κατακόκκινα, γκρινιάρης, σκουντούφλης, να ξεφυσάς και να μου ζωγραφίζεις ένα μεγάλο και θαμπό Ο.

Το βράδυ πριν κοιμηθείς, με το φως κλειστό κι ένα φακό προς τον τοίχο, να κάνεις παιχνίδια με τις σκιές, να γελάς σιγανά, να ψιθυρίζεις ιστορίες που ποτέ δεν άκουγα, δεν μπορούσα να ακούσω αλλά εσύ τις ζούσες τόσο που δεν τολμούσα να σε διακόψω για να ρωτήσω. Μονάχα έβλεπα κι εγώ τις εικόνες μαζί σου. Ένας φωτεινός κίτρινος κύκλος σαν τους ήλιους σου στον τοίχο και εσύ σχημάτιζες με τα χέρια σου ελεύθερα πουλιά και ταξιδιάρικα καράβια. Το φευγιό είχες μέσα σου από νωρίς.

Στερέωνες ένα μολύβι κάτω απ’ τη μύτη σου και το ‘κανες μουστάκι. Ύστερα μου μιλούσες σοβαρά, σαν κύριος μετρημένος, ίσιωνες μια κάλτσα που την έκανες γραβάτα με ύφος μεγαλόπρεπο, κουνώντας τα χέρια και περπατώντας σα διάνος και προσπαθούσες να μη γελάσεις. Αλλά πάντα γελούσες και το μολύβι σου έπεφτε… Ίσως επειδή γελούσα πρώτος εγώ.

Σε είδα να μεγαλώνεις… Ερχόσουν σε μένα και γκρίνιαζες για τα μαθήματα. Με έβαζες να σου κρατάω το πρόγραμμα του Γυμνασίου. Μαθήματα, διαγωνίσματα, διάβαζες και διάβαζες, δάγκωνες το καπάκι του στυλό και μια φορά θυμάμαι το έκοψες, τόσο αφοσιωμένος ήσουν στο βιβλίο σου. Μου ‘ριχνες κλεφτές ματιές κι ένα βιαστικό χαμόγελο, δεν τολμούσα να ανασάνω να μη σε αποσπάσω από τη μελέτη, γιατί ήθελα κι εγώ να βγεις σπουδαίος εκεί έξω, μεγάλος και τρανός και να αλλάξεις τον κόσμο μπας και του βάλεις λίγο  χρώμα κι ομορφύνει. Βαριόσουν κάποιες στιγμές, κουραζόσουν κι έκλεινες το βιβλίο με δύναμη, ύστερα έβαζες μουσική και με τα πόδια πάνω στο τραπέζι κοιτούσες μια εμένα, μια πίσω μου.

Γκρίνιαζες για τα σπυράκια. Μην τα πειράζεις σου έλεγα, αλλά πού εσύ να ακούσεις! Εκεί, να τα ξύνεις, να τα κοιτάς, να γκρινιάζεις, να διαμαρτύρεσαι κι εγώ σε άκουγα χωρίς να μιλάω, αλλά στο τέλος θύμωνα λίγο και σου έλεγα να μην ασχολείσαι μαζί τους, είσαι όμορφος, είναι μόνο σπυράκια και θα φύγουν. Μεγαλώνεις.

Μια μέρα ήρθες πανικόβλητος να σου δείξω πώς να ξυριστείς. Μου έδειχνες τις τρίχες που εμφανίστηκαν από το πουθενά, αραιές κι αδέξιες κι αυτές σαν τη σπασμένη φωνή σου, δεν ήταν ωραίες όχι, αλλά ήταν κι αυτές μέρος του ρυθμού σου. Κομμάτι σου. Ακόμα ένα σημάδι του χρόνου που περνούσε από πάνω μας. Πώς να ξυριστείς; Σάμπως εγώ ήξερα;  Ό, τι  έβλεπα έκανα κι εγώ. Όσα ήξερα στα είπα. Όλο έφευγες κι ερχόσουν με ένα κομματάκι βαμβάκι στο πρόσωπο. Συνέχεια κάπου θα κοβόσουν. Αλλά γρήγορα έμαθες. Μάλλον πιο γρήγορα από μένα.

Ναι… Ερχόσουν συχνά να με δεις. Τι λέω; Κάθε μέρα! Πολλές φορές τη μέρα! Θυμάμαι πριν από κάθε σου ραντεβού, έστρωνες τα μαλλιά σου, τα χαλούσες, τα ξανάστρωνες, ξυριζόσουν πια στο λεπτό, με ρωτούσες «πώς είμαι;» κι εγώ σου έλεγα «κούκλος», έκανες πρόβες το τι θα της πεις, πώς θα περπατάς, πώς θα κοιτάς, με ρωτούσες αν θα πρέπει να της ανοίξεις την πόρτα, αν πρέπει να της πάρεις λουλούδια, με ρωτούσες χίλια δυο αλλά απαντούσες μόνος σου από το άγχος, κι εγώ προσπαθούσα να μη γελάσω και θυμώσεις αλλά στο τέλος γελούσαμε και οι δυο.

Τελικά τώρα που το σκέφτομαι, πάντα ήσουν αστείος.»

«Αλήθεια τα έκανα όλα αυτά; Δε τα θυμάμαι. Μόνο κάτι λίγα. Τις ζωγραφιές, ναι. Αυτό το θυμάμαι. Αυτό το χούι το έχω ακόμα. Είναι από αυτά που δεν κατάφερα να διώξω. Γιατί σταμάτησες;»

«Ε… Δεν έχω να πω κάτι άλλο… Κάποια στιγμή κάτι άλλαξε. Μεγάλωσες, δεν ξέρω… Δε μου μιλούσες πια όπως παλιά. Περνούσες από δίπλα μου βιαστικός και θυμωμένος κι ίσα που με κοιτούσες. Πιο πολύ από συνήθειο που βρισκόμουν εκεί, στο ίδιο σημείο, κι όχι γιατί ήθελες πραγματικά να με δεις. Υπήρχαν φορές πάλι που στεκόσουν μπροστά μου και με κοιτούσες με ένα βλέμμα που μου ράγιζε την καρδιά. Θλιμμένος, με μάτια κόκκινα, στεγνά, με ρωτούσες σιωπηλά χίλιες ερωτήσεις που δεν άκουγα, δεν τις άκουγα και δεν ήξερα τι να απαντήσω. Με κοιτούσες με κείνα τα μάτια τα θολά, χωρίς να έχουν πια τη λάμψη τους, την τόσο δική σου. Θάμπωσες κι εσύ στο χρόνο μαζί με μένα.

Ύστερα απλά έπαψες να ‘ρχεσαι. Χάθηκες. Σε έχασα. Σε έψαξα, αλήθεια! Αλλά ήσουν αποφασισμένος να χαθείς και το κατάφερες. Δε σε ξαναείδα. Κάποιες φορές φευγαλέα περνούσες σα σκιά. Μέχρι να καταλάβω ότι ήσουν εκεί είχες φύγει. Άφηνες πίσω σου μόνο σημάδια. Σκόνη. Έναν φωτεινό κύκλο στον τοίχο που έσβησε. Και μια σιωπή που τρόμαξα να συνηθίσω.»

«Δεν ήθελα να φύγω έτσι. Αλλά έπρεπε… Δύσκολο να καταλάβεις.»

«Θα καταλάβω… Αν μου πεις.»

«Τι να σου πω; Δε με βλέπεις; Είχα τόσα χρόνια να σε δω που σε ξέχασα… Απλά ξέχασα. Πήγα να βγάλω το πρόσωπο μια μέρα για να με θυμηθώ  και τρόμαξα. Πώς είχα αλλάξει τόσο; Ήθελα να σε δω, αλήθεια! Αλλά δεν μπορούσα πια. Άργησα… και ντρεπόμουν. Άφησε ο χρόνος και σε μένα τα σημάδια του, μόνο που ήμουν πάντα πίσω από τα χρώματα και δεν μπόρεσα να τα δω. Και αιφνιδιάστηκα. Έτσι συνέχισα να το φοράω. Άστα τώρα αυτά… Λοιπόν, να ‘μαι!»

«Δεν είσαι πια αστείος.»

«Ναι…. Μάλλον έχεις δίκιο. Δεν είμαι πια. Κουράστηκα… Ίσως κουράστηκα να είμαι αστείος. Κουράστηκα να είμαι άλλος. Άστα αυτά τώρα, γύρισα. Ήρθα και σε βρήκα. »

« Μα… έφυγες ποτέ; Μόνο σταμάτησες να με κοιτάς. Σταμάτησες να κοιτάς τον καθρέφτη σου και ράγισες εσύ αντί για μένα. Έλα, βγάλε αυτό το πρόσωπο για να σε δω κι έλα να μου πεις πάλι ιστορίες. Και το βράδυ με το φως κλειστό να κάνεις πουλιά να πετάνε και καράβια ταξιδιάρικα. Με κείνον τον παλιό φακό να φέγγει στον τοίχο έναν κατακίτρινο ήλιο σαν αυτούς που ζωγράφιζες.»

«Τα δάχτυλά μου δεν είναι πια λεπτά κι ευλύγιστα. Αλλά ας δοκιμάσω. Έτσι, για να θυμηθούμε τα παλιά.»

«Έτσι.»

Κατερίνα Χαρίση

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s