Ο χαμένος Καζαντζάκης

Ο γιος μου μπαίνει φουριόζος στο σπίτι, πετάει την τσάντα του στην είσοδο και με τα χέρια στη μέση στέκεται στην πόρτα του σαλονιού και με κοιτάει.

– Μάνα πρέπει να διαβάσω Καζαντζάκη.
– Μπράβο αγόρι μου, απαντάω η περήφανη μάνα.
– Είπα να ξεκινήσω με την «Ασκητική», αλλά μου φαίνεται βαριά.
– Η ασκητική δεν σου πάει σίγουρα, άστη.
– Τι εννοείς;
– Βαριά, πολύ βαριά η ασκητική. Να βρεις κάτι πιο ελαφρύ.
– Τι λες για τον Ζορμπά;
– Όπα!
– Έλα ρε μάνα, δεν βοηθάς!
– Δεν κοιτάς στη βιβλιοθήκη τι θα βρεις;
– Έχεις τον καπετάν Μιχάλη;
– Κοίτα στη βιβλιοθήκη.

Ovi_greece_0317_010a.gifΠερνάνε μερικά λεπτά σιωπής με τον γιο μου με το κεφάλι διαγώνια να διαβάζει τίτλους στις πλάτες των βιβλίων στη βιβλιοθήκη.

– Μάνα.
– Έλα.
– Η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα είναι καλό;
– Καλό είναι, αλλά δεν είναι του Καζαντζάκη.
– Α.
– Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα;
– Αυτό πως σου ήρθε για Καζαντζάκης;
– Ξέρω γω; Όλο για το Χριστό έγραφε, να μην έγραψε κάτι και για τον Ιούδα;
Η σιωπή μου προς απάντηση του.

– Η «Φόνισσα»;
– Αυτό είναι του Παπαδιαμάντη. Κάτι ήθελα να συμπληρώσω για την ελληνική εκπαίδευση αλλά συγκρατήθηκα η ποτένσιαλ φόνισσα μάνα.

– Μήπως έχεις στη βιβλιοθήκη στο δωμάτιο σου;
– Για κοίτα.
Και κοίταξε και μετά από δέκα λεπτά ήρθε πίσω με τα χέρια άδεια.
– Κάτι Τσουπενχάουζερ είδα και έναν γιαπωνέζο, τον Έκο. Αλλά Καζαντζάκη δεν είδα.
– Πως σου ήρθε παλικάρι μου ότι ο Έκο είναι γιαπωνέζος;
– Κάτι για χολέρα έγραφε.
– Και μόνο οι Γιαπωνέζοι παθαίνουν χολέρα παλικάρι μου;
– Ε, μετά το τσουνάμι…
Να χέσω και να #%@μίσω και να @$#% την ελληνική εκπαίδευση.

Αλλά έκανα την ανάγκη φιλότιμο και σηκώθηκα να τον βοηθήσω. Και τον βοήθησα κι έφτασε οκτώ η ώρα και Καζαντζάκης δεν έλεγε να βρεθεί πουθενά.

– Να δεις που άδικα ψάχνουμε, θα τον έχει πάρει ο πατέρας.
– Τον Καζαντζάκη;
– Τον Καζαντζάκη δεν ψάχνουμε;
– Τώρα θα σε στεναχωρήσω παλικάρι μου, αλλά ούτε ο Καζαντζάκης, ούτε ο Παπαδιαμάντης γράφανε στους τέσσερεις τροχούς, το γκολ και τον φίλαθλο.
– Θες να πεις ότι ο πατέρας δεν διαβάζει;
– Ο Αντωνάκης; Μόνο αν συνοδεύεται το κείμενο με εικόνες.
– Σου βγαίνει πίκρα.
– Εμένα μου βγαίνει πίκρα, αλλά στον πατέρα σου μόνο ο Μίκυ Μάους έβγαινε κι αυτός συλλαβιστά.

Στις εννιά είχαμε πια κουραστεί και είχαμε φάει και τα σουβλάκια που είχαμε παραγγείλει στο μεταξύ. Ο Καζαντζάκης όμως παρέμενε χαμένος. Άρχισα να το ψάχνω εσωτερικά το θέμα. Ήμουν σίγουρη ότι είχα διαβάσει το «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται». Και τον «Καπετάν Μιχάλη» είχα διαβάσει και τον «Ζορμπά». Ήμουν σίγουρη γιατί θυμόμουν λεπτομέρειες από τα βιβλία. Εδώ και την «Ασκητική» την είχα ξεκινήσει. Αλλά πού ήταν τώρα αυτά τα βιβλία;

– Βάσω είσαι πολύ κωλόπαιδο.»
– Τι έκανα πάλι;»

Βραδινό τηλεφώνημα στην αδελφή μου, σε ύφος ημιέξαλλο και το πόδι να χτυπάει νευρικά τον καναπέ.

– Μου έκλεψες τον Καζαντζάκη.
– Ναι, για να τον πηγαίνω βόλτα στα χωράφια το απόγευμα. Τι λες ρε Λουκία βραδιάτικα;
– Πού είναι ο Καζαντζάκης μου; Μολόγα. Και της το ‘κλεισα θυμωμένη.

– Στέλλα έχουμε πρόβλημα.
– Τι πρόβλημα έχουμε παρέα έντεκα η ώρα το βράδυ βρε Λουκία;
– Έχασα τον Καζαντζάκη μου κι ο γιος μου πρέπει να διαβάσει τον καπετάν Μιχάλη.
– Μήπως σε διάβαζε κανένας εσένα ρε Λουκία βραδιάτικα;
– Εσύ που τον έχεις τον Καζαντζάκη σου;
– Στη βιβλιοθήκη.
– Να το κοιτάξεις.
– Τι;
– Να πας τώρα και να το κοιτάξεις. Και η Στέλλα ακούγοντας τη φωνή μου κάπως, πήγε να κοιτάξει.
– Να σε πάρω σε λίγο τηλέφωνο; Μου λέει σε πέντε λεπτά και το κλείνει.

Και με παίρνει στις δωδεκάμισι.
– Λουκία δεν θα το πιστέψεις. Δεν βρισκω τίποτα από τον Καζαντζάκη στη βιβλιοθήκη μου.
– Στέλλα εδώ υπάρχει συνομωσία.
– Ήμουν σίγουρη ότι είχα.
– Μα στα λέω.
– Τι μου λες και τι σου λέω. Δεν το πιστεύω.
– Υπάρχει συνομωσία να εξαφανιστεί ο Καζαντζάκης από τα σπίτια μας.
– Εγώ δεν πετάω ποτέ βιβλία.
– Ούτε κι εγώ, αλλά πού είναι ο Καζαντζάκης μας;
– Μήπως τον δανείσαμε;
– Σε ποιον; Αφού όλοι μας είχαμε τον δικό μας Καζαντζάκη. Εγώ τον δικό μου, εσύ τον δικό σου…

Την επομένη μετά τη δουλειά, πέρασα από βιβλιοπωλείο κεντρικό και αγόρασα Καζαντζάκη. «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», ο «Καπετάν Μιχάλης», ο «Τελευταίος Πειρασμός». Αυτά είχαν, γιατί αν είχαν κι άλλα θα τα είχα αγοράσει. Μετά στο σπίτι, πολύ προσεκτικά έγραψα στη δεύτερη και την προτελευταία σελίδα το όνομά μου και τα έβαλα στο ράφι με τέτοιο τρόπο ώστε να τα βλέπω μόλις μπαίνω στο σπίτι. Όχι να δούμε, θα μου τα ξανακλέψουν;

Λουκία Κοντοπόδη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s