Οι Λωτοί Της Βαγγελιώς

Η κυρία Στρατηγού χτυπά τα παπούτσια της στο δρόμο καθώς περπατάει, τοκ, τοκ, τοκ, τοκ, δυόμιση πόντοι ξύλινου τακουνιού κατά παραγγελία προς αντικατάσταση του λαστιχένιου, έτσι για να κάνει την παρουσία της πιο αισθητή. Δυόμιση ακριβώς τους ζήτησε στον τσαγκάρη και λίγο να στρογγυλέψει τη μύτη μπροστά τάχα γιατί αυτό προστάζει η μόδα, κι όχι γιατί φτάνει με το ζόρι το ένα και πενήντα και με μυτερό παπούτσι θα περνούσε για ξωτικό. Περπατάει καμαρωτή σα διάνος, φουσκωμένα τα στήθια με ολόκληρα σειρίτια πούλιες να αντανακλούν την κόκκινη αντηλιά της δύσης, τοκ, τοκ, τοκ, τοκ, κεφάλι ψηλά, προγούλια που στάζουν χυμένα πάνω σε γούνινο γιακά, η μόνη ενοχλητική παραφωνία στην τεμπελιά αυτού του χειμωνιάτικου απογεύματος.

Ovi_greece_0217_049a.gifΚουνάει τα χέρια λες και παρελαύνει μπροστά στους επισήμους φορτωμένη μπαγιάτικα παράσημα, στα δάχτυλά της κρέμονται χρυσά δαχτυλίδια με πέτρες, κατηφορίζει και το χτύπημα των τακουνιών της γίνεται τώρα πιο στακάτο καθώς την παίρνει λιγάκι η κατηφόρα από το βάρος του κορμιού της, το παλτό της μυρίζει ναφθαλίνη και υγρασία, ξεθαμμένο από κάποιο μπαούλο στο υπόγειο του σπιτιού της, περνάει μπροστά από μια μονοκατοικία στολισμένη ακόμα αμερικάνικα, ξεχασμένη στο κλίμα των γιορτών που πέρασαν, ή λες και οι φιλοαμερικάνοι ιδιοκτήτες της θέλουν να είναι απόλυτα σίγουροι πως άπαντες επί της Βοσπόρου έχουν παρατηρήσει το κιτς με το οποίο αλατοπιπερώνουν την κατά τα άλλα βαρετή ζωή τους. Λαμπιόνια αστράφτουν από δω, λαμπάκια παραπέρα, πλαστικές μπάλες με ξεθωριασμένη χρυσόσκονη, και μια φωτεινή φάτνη με έναν Ιησού νεογνό να καμαρώνει φωτεινός σαν υπερφυσική πυγολαμπίδα μες τις φασκιές του.

Τοκ, τοκ, τοκ, τοκ, η κυρία Στρατηγού ρίχνει μια λοξή ματιά προς το αμερικάνικο σπίτι, «τι παλιατσαρία, θεέ μου» μουρμουρίζει μέσα από τα πορσελάνινα δόντια της, κι ύστερα αντιλαμβάνεται πως το δεξί της τακούνι αντί για τοκ κάνει κλατς και ο βηματισμός της τώρα ακούγεται κάπως πιο φάλτσος: Κλατς, τοκ, κλατς, τοκ, το γδέρνει διακριτικά στην άσφαλτο μπας κι έχει κολλήσει καμιά πεταμένη τσίχλα, ανάθεμα τα κωλόπαιδα που δεν έμαθαν ποτέ τους τρόπους, εκείνη τα δικά της τα μεγάλωσε με πειθαρχία στρατιωτική, το «λίαν καλώς» δεν έπαψε ποτέ να συνοδεύει τους τριμηνιαίους ελέγχους των αγοριών της, εφτά παρά τέταρτο ορμούσε στο δωμάτιο και τραβούσε κουρτίνες κι άνοιγε παράθυρα, «ξυπνήστε μωρέ!» τους φώναζε με γαϊδουρινό μπάσο στη φωνή της, κι ήταν πολύ περήφανη που και τα δυο της αγόρια έγιναν μεγάλοι και τρανοί και ανεξάρτητοι, «όχι σαν κάτι άλλους χλεχλέδες, ή κηφήνες», όπως συνήθιζε να λέει στις μαζώξεις, γι αυτό έφυγαν την επομένη της ενηλικίωσής τους και οι δυο μαζί προς άγνωστους προορισμούς και γυρίζουνε τον κόσμο με τις σκάνιες τους.

Στρίβει στη γωνία και το μάτι της πάντα λοξά στο υπόλοιπο της μονοκατοικίας, σκοτάδι στο βάθος, μια κούνια κρέμεται από μια κρεβατιά, γιρλάντες ασημιές και χρυσές και κόκκινες, φίκοι και αλεξανδρινά στολισμένα κι αυτά με λαμπιόνια, γύψινοι νάνοι παραταγμένοι σα θεατές παράστασης, τοκ, τοκ, τοκ, τοκ, η κυρία Στρατηγού ξαναβρήκε την αίγλη του βηματισμού της, μέχρι που πετάγεται ένα κτήνος από τα τάρταρα της αυλής και την κοψοχολιάζει, πατάει στραβά το ένα πόδι με τ’ άλλο, και το ‘να ξύλινο τακούνι πατάει μ’ όλο το βάρος της πάνω στο διπλανό, ακριβώς εκεί στη φρεσκοστρογγυλεμένη μύτη, ευτυχώς η κυρία Στρατηγού φοβάται τόσο πολύ το ρεζιλίκι που έχει μάθει στη ζωή της (ακόμα και στο περπάτημα) να ελίσσεται σαν αίλουρος παρά τα ενενηνταοχτώ κιλά της, οπότε γλιτώνει το πέσιμο αλλά το καλό της παπούτσι έχει τώρα στη μύτη μια βουλιαξιά.

Αφρίζει μέσα από τα παραφουσκωμένα της μάγουλα, φτύνει τις λέξεις από τα δόντια της, «αμάν πια με αυτό το σκυλί! Αμάν πια με αυτό το σκυλί!», κοντοστέκεται για λίγο και σβουρίζει τη χρυσαφένια γροθιά της στον αέρα περιμένοντας έξαλλη κάποιος από τους φιλοαμερικανούς ιδιοκτήτες της μονοκατοικίας να εμφανιστεί για να απολογηθεί, το κτήνος γαυγίζει με έναν ήχο λες και κατάπιε μπαλόνι με ήλιο, είναι ένα από αυτά τα μπασταρδεμένα πατσαβούρια με την ολόισια τρίχα που σέρνεται και οι κυρίες προτιμούν για παρέα στον καναπέ τους, μα αυτό έχει και λίγο από κανίς στο αίμα του κι είναι μεγαλύτερο από όσο θα ταίριαζε όμορφα σ’ έναν καναπέ χωρίς να πιάνει ολόκληρη τη θέση, και τη βγάζει με ένα σκυλοκούτι με ξύλινη σκεπή στη στολισμένη αυλή.

«Πουθενά δεν μπορούμε να περπατήσουμε!» πετάει στο τέλος γαυγίζοντας πιο δυνατά από το σκύλο η κυρία Στρατηγού, μα αποφασίζει να συνεχίσει το δρόμο της, βλαστημώντας για το χαλασμένο της παπούτσι και ίσως σκεπτόμενη πως περισσότερο θα ρεζιλευτεί με την τρομάρα που πήρε από ένα σκυλί που θα μπορούσε να συνθλίψει ανάμεσα στα στήθια της. Τοκ, τοκ, τοκ, τοκ, η νύχτα πέφτει καθώς συνεχίζει γιατί ο ήλιος από αυτή τη μεριά δε φτάνει, θέλει να πάει ευθεία όμως η βουλιαξιά στο παπούτσι της την ενοχλεί σαν κουτσουλιά πάνω σε μαύρη βάτα, έτσι παρακάμπτει τον προορισμό της και στρίβει ξανά δυο δρόμους παρακάτω και στέκεται μπροστά στο τσαγκάρικο του Μίλτου, «Τακούνι-Κλειδή σε 1’», με το κλειδί πάντα με «η».

Παίρνει δυο βαθιές ανάσες, κοιτάζει τελευταία φορά καλά-καλά τα λουστρίνια της, η βουλιαξιά της χτυπάει στα νεύρα, ο Μίλτος σηκώνει το κεφάλι πίσω από τον πάγκο του λες και κατάλαβε το στοιχειό που στέκεται απ’ έξω, μα πριν τα μάτια τους συναντηθούνε η κυρία Στρατηγού κάνει μεταβολή πάνω στο ξύλινο τακούνι της και παίρνει τον ίδιο δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, φροντίζοντας να παρακάμψει τη γωνία της Βοσπόρου με το σκύλο.

Την επόμενη το πρωί η κυρία Στρατηγού πάνω σε ένα ζευγάρι άβολα μοκασίνια που δεν κάνουν καθόλου θόρυβο όσο και να τα χτυπήσει στο δρόμο παρά μόνο ακούγεται ελάχιστα ο μουντός ήχος από τις φτέρνες της που μέχρι να γυρίσει σπίτι τις έχει μελανιάσει, με χάρτινη σακούλα στο ένα χέρι, ανοίγει την πόρτα του Μίλτου στο τσαγκάρικο «Τακούνι-Κλειδή σε 1’», το καμπανάκι από πάνω κουδουνίζει, ο Μίλτος σηκώνει το κεφάλι από τον πάγκο του, βγάζει τα ολοστρόγγυλα γυαλιά του και της χαμογελάει με ένα χαμόγελο τρύπιο στη μέση.

«Έφερα τα λουστρίνια για να τους βάλεις δυο μαύρους λωτούς από δερματίνη, με πέτρα φο στη μέση.»

Ο Μίλτος σηκώνει ασυναίσθητα το ένα του φρύδι, το χαμόγελο καταψύχθηκε στο λιπαρό του μούτρο, ούτε δυο μήνες πριν δεν ήταν που της στρογγύλεψε τις μύτες, άλλους τρεις μπροστύτερα που άλλαξε το τακούνι, τι διάολο είδε πάλι στην τηλεόραση η παλιόγρια και ξεσηκώθηκε δεν ξέρει, αλλά στη γειτονιά μένει αυτή, επαγγελματίας είναι αυτός, αφού έχει λεφτά και τον πληρώνει αμέσως, ανασηκώνει τους ώμους καθώς παίρνει τη σακούλα από το παρατεταμένο χέρι που φοράει το δαχτυλίδι των είκοσι καρατίων με την άκουα μαρίνα.

«Πάλι άλλαξε η μόδα Βαγγελιώ;» της λέει αδιάφορα, μα μέσα του σπάει πλάκα. Ε, ρε ιστορίες που έχει να λέει πάνω στην πρέφα το βράδυ! Καλά του λέγανε «γράφ’τες μωρέ Μίλτο, βιβλίο θα κάνεις», αλλά δεν έχει ποτέ του χρόνο για τέτοια, στο μαγαζί έχει συνέχεια δουλειά (Δόξα τω Θεώ) και όταν λασκάρει λιγάκι έχει κρυμμένα κάτι περιοδικά μέσα σε ένα κουτί παπουτσιών κάτω από τον πάγκο του και χαζεύει τις γυμνόστηθες Σκανδιναβές (ή ό,τι είναι) για να περνάει την ώρα του και να αναβάλει κι άλλο την ώρα που θα ‘πρεπε κανονικά να γυρίσει σπίτι.

«Χμρφ», μουρμουρίζει η κυρία Στρατηγού, «τα βαρέθηκα» του λέει, πάει να κάνει την κινηματογραφική της μεταβολή πάνω στο αριστερό της τακούνι αλλά δεν έχει τακούνι, η λαστιχένια σόλα από κάτω της τρίζει σα να πάτησε ποντίκι, ανοίγει την πόρτα και φεύγει χωρίς ούτε γεια.

Ο Μίλτος κουνάει το κεφάλι του κι ανοίγει τη σακούλα με τα λουστρίνια, κοιτάζει το ένα, το ξαναβάζει μέσα, κοιτάζει και το άλλο με τη βουλιαξιά και το μικρό σκίσιμο σα γάζωμα και τον πιάνουν τα γέλια. «Α, ρε τρελόγρια! Το πάτησες ή κάτι βαρύ σε πάτησε;» φωνάζει και πετάει το κουτί στην άκρη.

«Θα την ψαρέψω και θα μου τα πει, πού θα πάει.»

Κατερίνα Χαρίση

********************************************

To διήγημα της Κατερίνας Χαρίση, συμπεριλαμβάνεται στο δεύτερο τεύχος του ArsOvi
που μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ:

ars_issue02

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s