Ιστορίες Παράνοιας #5: Του καφετζή το κάγκελο

Όταν το επιτρέπει ο καιρός και η τσέπη μου, περνάω από την καφετέρια της γειτονιάς για έναν καφέ στο χέρι. Η χειρότερη ώρα είναι η σχολική, αυτή η πρώτη ώρα που κάθε πιτσιρίκι από τα 15 και πέρα επιλέγει να χάσει, για μια ζεστή σοκολάτα ή φρέντο ή φραπέ και βόλτα στα πάρκα μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι για τη δεύτερη ώρα κι επιτέλους να μαζευτούν.

Έχω την πολυτέλεια να μη χρειάζεται πια να παραγγείλω, ακόμα κι αν ο συνωστισμός στο μαγαζί είναι τέτοιος – γιατί όλοι έρχονται την ίδια στιγμή – που πρέπει να περιμένω απ’ έξω το νόημα ότι ο καφές μου είναι έτοιμος, κι αυτό γιατί πηγαίνω συχνά και παίρνω πάντα τον ίδιο καφέ.

Ovi_greece_0217_028a.gifΌταν τυχαίνει να πετύχω το μαγαζί άδειο, πιάνω κουβέντα με το προσωπικό, και τις περισσότερες φορές ακούω τα παράπονά τους, που δεν είναι τόσο το χαμηλό μεροκάματο και οι πολλές ώρες δουλειάς, όσο η βλακεία μεγάλου μέρους των πελατών, που δεν ξέρουν τι πίνουν, πώς να το ζητήσουν και ενίοτε (και συνήθως όταν επικρατεί ένας πανικός από κόσμο) δεν μπορούν και να αποφασίσουν.

Μ’ αυτά και με κείνα θυμάμαι κι εγώ τις παλιές μου εποχές σε μαγαζιά του είδους, με πιο χαρακτηριστική την εποχή που είχα δικό μου μαγαζί στο Πήλιο και που ο εσπρέσο και ο καπουτσίνο και τα μοκατσίνο και τα φρέντο κάραμελ άρχισαν σιγά-σιγά και παρέα με τα smart phones να εκτοπίζουν την κλασική φραπεδιά και το τσάκα τσούκα στο τάβλι.

Μου έχουν ζητήσει φρέντο ζεστό, σοκολάτα με γάλα αμυγδάλου και λιωμένη σοκολάτα κουβερτούρα με 70% κακάο κι όχι σκόνη, καπουτσίνο ζεστό με κρύο αφρόγαλα, φρέντο καπουτσίνο με σιρόπι καραμέλας και σαντιγύ χωρίς λιπαρά και σκατά πατημένα.

Το παράξενο κι αστείο ήταν πως δε μου τα ζητούσαν αυτά τα παιδιά του χωριού – που οκ, λες κι ότι δεν είναι και τόσο familiar με όλα τα καινούργια σκατολοΐδια και απλά άκουσαν κάτι μοντέρνο και το θέλουν, αλλά από σοβαρούς – υποτιθέμενα – και κοσμογυρισμένους πρωτευουσιάνους και συμπρωτευουσιάνους τουρίστες του Σαββατοκύριακου, που υποτίθεται ξέρουν πολύ καλύτερα αυτά τα νέα trends πριν τα ζητήσουν.

Δεν έχω τίποτα με τους πρω και συμπρω τουρίστες. Το πρόβλημα είναι ότι κάποιοι, πολύ συγκεκριμένοι, αποτελούν κατηγορία από μόνοι τους και μπορείς να τους αναγνωρίσεις από μακριά, όταν:

Α) Κατεβαίνουν από το Audi με το παντελόνι καρότο και το παπούτσι αλά Φρανκ Σινάτρα που έτσι και πατήσεις στο χαλίκι έχεις φύγει με τον κώλο και κατηφορίζεις το καλντερίμι μέχρι από βουνό να πιάσεις θάλασσα, με τη γκομενίτσα που ψάρωσες σε κανένα νάιτ κλαμπ της Γλυφάδας ξερωγώ που θα σκάσει μύτη πρώτα το δωδεκάποντο στιλέτο της μπότας πάνω από το γόνατο και το θεόστενο τζιν, το μαλλί κόκκαλο από τη λακ και που στο τέλος ο τύπος Σινάτρα θα κουβαλήσει στα χέρια μέχρι το μαγαζί γιατί με τέτοιο παπούτσι ΔΕΝ μπορείς να περπατήσεις σε ένα ορεινό χωριό κατηφορικής κλίσης και με κενά ανάμεσα στις πέτρες που λες και τα μαστόρια άφησαν επίτηδες όταν έφτιαχναν τα καλντερίμια, μόνο και μόνο για να σφηνώνουν τα τακούνια μέσα.

Βου) Παρατάνε το Audi, το Volvo και κάθε αντίστοιχη καραβάνα κάπου στο δρόμο γιατί είναι Γενάρης και το χιόνι μπορεί να είναι σε σημεία παγωμένο, σε στροφές σβουριγμένο και σε σωρό του μέτρου, σε άλλα σημεία δίπλα πχ στα αυλάκια λασπωμένο και γλιτσιάρικο και πάει λέγοντας – οπότε και δεν μπορούν να το οδηγήσουν/σττρίψουν/ξεκινήσουν/σταματήσουν/παρκάρουν κι έρχονται κατά τα άλλα κουνώντας φλαπ-φλαπ τα χέρια με το Ρέιμπαν πάντα στο κεφάλι μην τυχόν και βγει και κάνας ήλιος στο μαγαζί και παραγγέλνουν μια διπλή σοκολάτα με κονιάκ Χένεσσεϊ (με αυτή την προφορά), που «θα ζεστάνεις το γάλα στην ανοιξείδωτη τη γαλατιέρα μέχρι να τη νιώθεις να κάψει στο χέρι και μετά θα το αραιώσεις με λίγο ζεστό νερό και θα ρίξεις κι ένα σφηνοπότηρο κονιάκ που όμως θα έχεις ζεστάνει και το ποτηράκι πριν στον ατμό της μηχανής και θα φέρεις και 2 φακελάκια μαύρης ζάχαρης – όχι καστανής, μαύρης κι ένα εμφιαλωμένο».

Εγώ φυσικά όση ώρα κρατάει η συνταγή της Βέφας περί ζεστής σοκολάτας του κυρίου Άουντι με το Ρέιμπαν έχω κάνει σύνδεση με Κάιρο και του πηγαίνω μια ζεστή σοκολάτα με κονιάκ έτσι όπως ακριβώς τη φτιάχνω πάντα και που δε θα καταλάβει ποτέ αν τελικά ακολούθησα όλη την παραπάνω διαδικασία ή αν το κονιάκ είναι χένεσσέι ή μεταξά μνημοσύνου, θα πει κι ευχαριστώ  τι καλά, και θα πω μόνο: Καλά, ήρθατε στο βουνό που γεμίζουμε τις κανάτες με φρέσκο, παγωμένο νερό κατευθείαν από την μαρμάρινη πηγή μας και μου ζητάτε εμφιαλωμένο κι επιτραπέζιο νερό δεξαμενής; Σίριουσλι;

Γου) Ζητάνε σε ένα ορεινό χωριό 150 μόνιμων κατοίκων, κλειστό παιδότοπο για να αφήσουν τα παιδιά τους όση ώρα πίνουν καφέ και «για να μην παίζουνε μες τις κουτσουλιές και τα χώματα, ρε παιδί μου». Νννννννναι.

Ρε πίπολ; Όταν ξεκινάτε ταξιδάκι αναψυχής, δείτε πρώτα πού πηγαίνετε.  Και πριν παραγγείλετε, μάθετε τι είναι αυτό που πίνετε.

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s