Η μπαλάντα στο πάτωμα

Θολός είναι κι απόψε ο ουρανός και το φεγγάρι κίτρινο πίσω από τα σύννεφα, δεν ξέρω αν είναι η υγρασία της νύχτας ή κάτι άλλο όμως ανοιγοκλείνω τα μάτια γιατί νομίζω πως αυτά θολώνουν τόσο πολύ όσο κοιτάζω γύρω μου, κίτρινα τα φώτα του δρόμου, κίτρινες κι οι λεύκες απέναντί μου, κι ανάμεσά τους μισοσβησμένα φώτα στην πλαϊνή μεριά μιας πολυκατοικίας που δεν είχα προσέξει άλλη φορά, κίτρινα κι αυτά, κι από πάνω τους σκούρο σαν μαύρο το κυπαρίσσι της σκεπής σου. Δε θέλω άλλο να μπω μέσα στο σπίτι, είναι βαρύ και μυρίζει εγκατάλειψη, έχω ανοίξει από παντού να φύγει η μυρωδιά σου, να φύγει ανάσα μου τόσων ημερών αιχμαλωτισμένη στους τοίχους, μα κι αν είναι χειμώνας έχει μια παράξενη άπνοια και δεν μπαίνει ο φρέσκος νυχτερινός αέρας μέσα.

Ovi_greece_0217_029a.gifΞέρεις πως όταν έφυγες καθάρισα με μανία κάθε γωνιά στο σπίτι να σε ξορκίσω, άδειασα τα ντουλάπια, χώθηκα κάτω από το κρεβάτι, πίσω από τα έπιπλα, να είμαι σίγουρος πως όταν ξυπνήσω το πρωί δε θα σε περιμένω κάπου εκεί γύρω, όπως έκανες άλλα πρωινά και με ξυπνούσε ο θόρυβος της μηχανής του καφέ και η μυρωδιά της καφεΐνης, μαζί με καμένη ζάχαρη σε κάτι από εκείνες τις παράξενες συνταγές που ανακάλυπτες από τους σεφ της τηλεόρασης, ακόμα και η τηλεόραση χάσκει με το μαύρο της τετράγωνο σιωπηλή και καθρεφτίζει τη μοναξιά μου, ξυπνάω τα πρωινά και δε θέλω ούτε καφέ πια να φτιάξω, γιατί από συνήθειο θα κοιτάζω απέναντί μου στο τραπέζι της κουζίνας με τη φορμάικα και θα λείπει η δική σου κούπα, αυτή με το μυτερό χερούλι που έφερες από ένα ταξίδι σου στη Λισαβόνα, κι αν πέρασε τόσος καιρός που λείπεις και κοντεύω να συνηθίσω τόσο σα να μην ήσουν ποτέ εδώ (ή μήπως πάλι ψέματα μου λέω;) σήμερα το πρωί βρήκα μπροστά στο ψυγείο πεσμένο ένα από τα χαρτάκια σου.

Το είχες δει σε κάποια από τις αγαπημένες σου ταινίες, αυτές που ποτέ εγώ δεν ήθελα να δω αλλά έκανα πως βλέπω για να μη σου χαλάσω χατίρι, κι ήταν ένα ζευγάρι που αντάλλαζε σημειώματα σε μικρά χρωματιστά χαρτάκια στο ψυγείο, μια καλημέρα σ’ αγαπώ κι ένα μου λείπεις, ή κάτι ξεχασμένο για το σούπερ μάρκετ, κι έκανες κι εσύ το ίδιο κι ήθελες να το κάνω κι εγώ, μικρά πράγματα που κρατούν τη μαγεία μου έλεγες, πάντα με δυο λέξεις παραπάνω ή ένα στιχάκι από κάποια μπαλάντα του Neil Young που έβαζες δυνατά τα βράδια, κι όσο κι αν είχα σιχαθεί τις μπαλάντες του τώρα δεν σταματώ να τις ακούω, και βρήκα το χαρτάκι πεσμένο εκεί κάτω στο μωσαϊκό μου, ροζ φωτεινό να ξεχωρίζει λες κι επίτηδες για να μην το προσπεράσω, κι ύστερα πες μου πώς, πώς να ξεχάσω, όταν βρίσκεις τρόπους ακόμα να με στοιχειώνεις, ακόμα να με βασανίζεις, ακόμα και με ένα στίχο που ποτέ δε θα έπρεπε να βρω στο πάτωμα του σπιτιού μου τόσους μήνες μετά που έχεις φύγει, γιατί την ίδια μέρα που έφυγες σάρωσα τα πάντα για να σε διώξω, κι είχα κρατήσει μόνο το γεράνι σου έξω σε μια γωνιά του μπαλκονιού να μην το βλέπω, ανήμπορος να το αποχωριστώ γιατί ήταν το τελευταίο που είχα από σένα, και τώρα έρχεσαι και με σκοτώνεις με αυτόν το στίχο.

«θα με βγάλεις το βράδυ έξω;» ρωτάς με τα στρογγυλά σου γράμματα, κι από κάτω:

When you were young and on your own, How did it feel to be alone?

Σε μισώ. Να το ξέρεις. Μα πάντα σ’αγαπώ.

Αντρέας Νικολαΐδης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s