Τα παιδιά με τα κόκκινα ματωμένα χέρια

Την Κυριακή που μας πέρασε, ήταν η Παγκόσμια Ημέρα της Ερυθράς Χειρός. Αυτό είναι η χειρότερη μορφή παιδικής κακοποίησης και πρόκειται για τα παιδιά που στρατεύονται παρά τη θέλησή τους σε πολέμους και ένοπλες συγκρούσεις. Το θέμα δεν είναι απλά ένα παιδί με ένα αυτόματο στο χέρι όπως βλέπετε σε πολλές φωτογραφίες, αλλά για ένα ψυχασθενές άτομο χωρίς καμία απολύτως αίσθηση του κακού και του καλού, που για να επιβιώσει δολοφονεί. Κι όλα αυτά σε πακετάρισμα ενός παιδιού. Ενός παιδιού που μερικές φορές είναι και μόλις δέκα ή δώδεκα χρονών. Ένα παιδί που οι καταστάσεις το έκαναν σχιζοφρενή γιατί από τη μια είναι ο χειρότερος δολοφόνος χωρίς καμία ενοχή για τις πράξεις του κι από την άλλη είναι ένα παιδί που του αρέσει το παγωτό, τα καρτούν στην τηλεόραση και μια αγκαλιά τα βράδια που τον τρομάζει το σκοτάδι.

Δεν ξέρω αν υπάρχουν λέξεις να περιγράψουν αυτά τα παιδιά και δεν έχω ιδέα αν η παραπάνω περιγραφή βοήθησε, γιατί ενώ εσείς έχετε δει αυτά τα παιδιά μόνο από φωτογραφίες, εγώ τα έχω συναντήσει. Ο πρώτος μάλιστα που συνάντησα μου έχει μείνει αξέχαστος.

Όνομα Μισέλ, που σίγουρα δεν ήταν το πραγματικό του αλλά κάπου το είχε ακούσει, του άρεσε και το κράτησε, ετών δεκατεσσάρων. Θυμάστε τον εαυτό σας δεκατεσσάρων χρονών; Άντε δευτέρα γυμνασίου. Σπυράκια, αγωνία για τον βαθμό στα μαθηματικά και τα πρώτα φιλιά, τα πιο σοβαρά. Πρώτες εξόδους με φίλους χωρίς τους γονείς. Ο Μισέλ με προσπάθεια μπορούσε να διαβάσει τις πινακίδες, αλλά μιλούσε αρκετά αγγλικά ώστε να μπορεί να κάνει μια συζήτηση και σίγουρα ήξερε να μετράει γιατί κάθε τόσο έβγαζε από την τσέπη του μια δεσμίδα από Σουδανικές λίρες και τις μετρούσε και τις ξαναμετρούσε.

«Όταν μαζέψω χιλιάδες θα αγοράσω ένα κτήμα και θα γίνω αγρότης σαν τον πατέρα μου. Μόνο που εγώ δεν θα δουλεύω, θα έχω εργάτες που θα διατάζω.» Τόσο απλή η ζωή για τον Μισέλ.

Ο Μισέλ ήταν στην επιτροπή υποδοχής σε έναν μικρό καταυλισμό λίγο έξω από το Ελ Φασίρ, την πρωτεύουσα του Βορείου Σουδάν και την είσοδο στην κόλαση των στρατοπέδων προσφύγων του Νταρφούρ. Τα «καλά» στρατόπεδα, αυτά που ελέγχονται και συντηρούνται από τον ΟΗΕ, βρίσκονται κυρίως στην νοτιοδυτική πλευρά του Νταρφούρ, στα σύνορα με το Κογκό και την Ουγκάντα. Στα βόρεια είναι τα …αυτοσχέδια στρατόπεδα και η πραγματική κόλαση. Αυτοσχέδια γιατί κάποτε κάποια κυβέρνηση του Σουδάν προσπάθησε να κάνει κάποια στρατόπεδα χωρίς κανένα συγκεκριμένο πρόγραμμα και σχεδιασμό, απλά στήνοντας μερικές σκηνές του στρατού ή από αυτές που περίσσευαν από τον ΟΗΕ και φυσικά χωρίς καμία απολύτως φύλαξη, έλεγχο ή σχεδιασμό για το τι θα πιούν και τι θα φάνε αυτοί οι άνθρωποι. Υπάρχουν και τα ακόμα πιο αυτοσχέδια, με σκηνές από ό,τι μπορούσαν να βρουν οι προσφυγές (από δίχτυα, πανιά μέχρι πλαστικές σακούλες) και σε μια απελπισμένη προσπάθεια να προστατευτούν μέσα στην μάζα, φτιάχτηκαν όπου βρήκαν ελεύθερο χώρο, τις περισσότερες φορές μακριά από νερό και κατοικημένες περιοχές.

Ovi_greece_0217_043a.gifΗ κατάσταση σε αυτά τα στρατόπεδα, που όπως έγραψα είναι κυρίως στο βόρειο Νταρφούρ, είναι πέρα από εφιαλτική από όποια πλευρά και να το κοιτάξεις. Υγειονομικά είναι εφιάλτης. Δεν υπάρχουν τουαλέτες η τρεχούμενο νερό, οπότε λίγοι έχουν επαφή με τις πιο βασικές αρχές καθαριότητας. Οι Γιατροί Δίχως Σύνορα κάνουν ηρωικές προσπάθειες αλλά όταν δεν υπάρχουν τα στοιχειώδη ακόμα και ο θάνατος σε μερικές περιπτώσεις είναι λύτρωση. Οι NGO που τα καταφέρνουν να αποκτήσουν κάποια πρόσβαση, το καταφέρνουν αφού έχουν ξοδέψει ένα μεγάλο κομμάτι από το κεφάλαιο που είχαν για να βοηθήσουν σε δωροδοκίες. Κι όταν λέμε δωροδοκίες δεν μιλάμε μόνο για τους δημόσιους υπάλληλους ή τους αστυνομικούς και τους στρατιώτες που κάνουν κάθε λίγα χιλιόμετρα ελέγχους, αλλά και για τον κάθε πολέμαρχο ή κλεφταρά που εκμεταλλεύεται την κατάσταση, αυτοβαφτίζεται πολέμαρχος και υποστηρίζει όποια παράταξη του δώσει τα πιο πολλά ή τον συμφέρει την ανάλογη στιγμή ή απλά συμμορίες, συνήθως εφήβων που στη συνέχεια θα εξελιχτούν …σε πολέμαρχοι.

Στο κάθε χιλιόμετρο στην πορεία έξω από το Ελ Φασίρ, κάποιος θα σε σταματήσει με το όπλο προτεταμένο και με τη γνώση ότι στους βράχους, στους θάμνους η στους αμμόλοφους γύρω σου υπάρχουν άλλοι, καμιά δεκαριά και με το δάχτυλο στη σκανδάλη. Έχεις έτοιμα τα χαρτιά που σου επιτρέπουν να πας στην περιοχή που είναι ο προορισμός σου – ποτέ το διαβατήριο αν θέλεις να το ξαναδείς – και ανάμεσα στο χαρτιά δυο ή τρία εικοσαδόλαρα, ανάλογα με το ύφος αυτού που είδες να σε σταματάει. Πάντα δολάριο, ποτέ Σουδανική λίρα.

Αν θυμάμαι καλά, η αντιστοιχία ήταν εννιά ή δέκα λίρες το δολάριο αλλά αυτό ίσχυε μόνο στο αεροδρόμιο στο Χαρτούμ, στα ανταλλακτήρια που ελέγχει η κυβέρνηση. Έξω από το αεροδρόμιο η αναλογία πολλές φορές έφτανε και τις τριάντα λίρες το δολάριο. Οπότε σαράντα ή εξήντα δολάρια ήταν ένα αξιόλογο ποσό. Το να μη δώσεις δεν ήταν ουτε για να το σκεφτείς, γιατί τότε απλά θα σου αδειάζανε τις τσέπες και ό,τι είχες μαζί σου, ακόμα και τα ρούχα σου, ή αν έφτανε σε τέτοιο σημείο η ατυχία σου – ή η βλακεία – το αυτοκίνητό σου. Σπάνια σκοτώνουν ξένους και ειδικά δημοσιογράφους ή μέλη NGO, γιατί αυτό θα προκαλέσει έρευνες και τον στρατό και αυτό δεν το θέλουν, μιας και δεν μιλάμε για κανένα οργανωμένο στρατό αλλά από πολλές ομάδες πλιατσικολόγων που το παίζουν επαναστάτες. Αυτό όμως δεν ήταν και κανόνας και πολλά μέλη NGO ή δημοσιογράφοι έχουν χαθεί στο Νταρφούρ, ακόμα και γιατί έκαναν μια λάθος απότομη κίνηση ή γιατί δεν άρεσε σε κάποιον ο τρόπος που τον κοιτούσαν.

Όπως έγραψα και παραπάνω, οι περισσότερες από αυτές τις ομάδες αποτελούνται από εφήβους, από δέκα-έντεκα χρονών μέχρι δεκαέξι-δεκαεφτά και είναι και κορίτσια ανάμεσά τους, απλά είναι σε πολύ μικρό ποσοστό, συνήθως δυο-τρία σε μια ομάδα δεκαπέντε αγοριών. Αρχηγός ένας εικοσάρης που «δοκιμάζεται» ή ένας έμπειρος γεροντότερος που δεν μπορεί να ακολουθήσει τον οπλαρχηγό πια στις «σοβαρότερες» αποστολές.

Ovi_greece_0217_043b.gifΠώς στρατολογούνται τώρα αυτά τα παιδιά. Φυσικό είναι πάντα να υπάρχουν κάποια από αυτά που διάλεξαν να γίνουν στρατιώτες. Είτε γιατί δεν άντεχαν άλλο τη ζωή τρόμου στους καταυλισμούς, είτε γιατί οι ίδιοι είχαν τα ανάλογα «ένστικτα» από πριν. Μερικοί γονείς όταν το αγόρι φτάνει τα δέκα-έντεκα σε έναν καταυλισμό και ξέροντας ότι δεν μπορούν να τα προφυλάξουν, τα πηγαίνουν σε κάποια κοντινή μεγάλη πόλη και τα …αφήνουν στη μοίρα τους. Το Ελ Φασίρ για παράδειγμα είναι γεμάτο από τέτοια παιδιά που ζητιανεύουν όλη μέρα στους δρόμους και κοιμούνται σε παλιές οικοδομές ή στους γύρω λόφους. Κάποια απλά διαλέγουν να εμπορευτούν το σώμα τους για να επιβιώσουν.

Τώρα είπαμε, αυτά τα στρατόπεδα ουτε έλεγχο έχουν ούτε προφύλαξη. Μάλιστα οι περισσότεροι που ζουν σε αυτά δεν έχουν καν όπλα να φυλαχτούν, γιατί αν τους βρει με όπλα ο κυβερνητικός στρατός σε κάποιο από τους ελέγχους που γίνονται συχνά, θεωρούνται …εχθροί της κυβέρνησης κι αν είναι τυχεροί πάνε φυλακή. Αν δεν είναι εκτελούνται επι τόπου. Έτσι κάθε φορά που κάποιος πολέμαρχος έχει ανάγκες «ανθρώπινου δυναμικού» κάνει απλά μια επίσκεψη το βράδυ σε ένα από αυτά τα στρατόπεδα και …προσλαμβάνει.

Από το πρώτο βράδυ ξεκινάει η εκπαίδευση απανθρωπισμού αυτών των παιδιών που τα βασανιστήρια και οι ομαδικοί βιασμοί γίνονται η καθημερινότητά τους, ενώ την ημέρα ζουν τη ζωή του σκλάβου που δουλεύει, μαγειρεύει, καθαρίζει και ταυτόχρονα μαθαίνει να λειτουργεί και το όπλο ή να παίζει το στρατιωτάκι. Και βέβαια υπάρχει και το κερασάκι, γιατί ακόμα και οι βιαστές-βασανιστές τους καταλαβαίνουν ότι χρειάζονται και κάποια «βοήθεια», άλλωστε οι περισσότεροι από αυτούς έχουν περάσει ακριβώς τα ίδια, μιας κι αυτή η ιστορία κοντεύει να φτάσει τα σαράντα χρόνια. Το κερασάκι είναι τα ναρκωτικά. Οι περισσότεροι πολέμαρχοι έχουν τις ιδιωτικές τους φυτείες κάνναβης αλλά παράλληλα κυκλοφορούν και διαφορά άλλα, συμπεριλαμβανομένης μια παραισθησιογόνου ρίζας που ανακατεμένη με καπνό την καπνίζουν με κάτι μικρές καλαμένιες πίπες. Έτσι τα περισσότερα από τα μισά από αυτά τα παιδιά, το πολύ να επιβιώσουν ένα με δυο χρόνια. Αν δεν έχουν πεθάνει από AIDS, από τα βασανιστήρια, από κάποιον ημίτρελο πολέμαρχο που σκοτώνει έτσι για πλάκα ή από σφαίρα σε κάποια ανταλλαγή είτε με τους κυβερνητικούς ή με …ανταγωνιστές – γιατί βλέπετε είναι και αναλώσιμα, πρώτα πάντα σε κάθε μάχη, πρώτα στο ναρκοπέδιο, πρώτα στην παγίδα, τότε όσα απομείνουν είναι ψυχασθενείς δολοφόνοι που η επιβίωσή τους στηρίζεται στην άνεσή τους να σκοτώσουν φίλους και «εχθρούς». Και φυσικά ένα μεγάλο ποσοστό μένει πίσω είτε γιατί χάσανε κάποιο σωματικό μέλος ή γιατί τραυματιστήκαν βαριά ή γιατί απλά δεν έκαναν πια για την ομάδα. Όσοι διατήρησαν την συνείδησή τους δολοφονήθηκαν πρώτοι.

Τώρα αυτά μην νομίζετε ότι συμβαίνουν μόνο στις άναρχες ομάδες, τους πολέμαρχους, τους αντάρτες ή το Σουδανικό Απελευθερωτικό Στρατό, οι κυβερνητικοί σε τίποτα δεν είναι καλύτεροί τους, απλά αυτοί το κάνουν …κουκουλωμένα. Τα παιδιά που «βρίσκουν» στους δρόμους τα μαζεύουν – και ειδικά τα κορίτσια – και τους δίνουν τροφή και στέγη. Αυτό είναι η δικαιολογία, στη πραγματικότητα τη μέρα είναι υπηρέτες και τα βράδια θύματα βασανισμών και ομαδικών βιασμών.

Παρενθετικά και με πολύ θυμό, αυτό συμβαίνει αυτή τη στιγμή και στη Συρία με τα παιδιά που όταν καταφέρνουν να δραπετεύσουν βρίσκουν μπροστά τους κωλοέλληνες φασίστες Χρυσαυγήτες που φοβούνται μην τους …βρωμίσουν το σχολείο τους και αλλαξοπιστήσουν τα παιδιά τους. Κωλοέλληνες και Ουρανίες. Κλείνει η παρένθεση.

Εκείνη τη μέρα λοιπόν καθόμουν στο τζιπάκι στη θέση του συνοδηγού με την πόρτα ανοιχτή λόγο ζέστης και περιμέναμε να έρθει ο οδηγός που ήταν Σουδανός και είχε πάει για τις διαπραγματεύσεις με τον αρχηγό της ομάδας. Είχα ανάψει τσιγάρο και απλά κοίταζα γύρω μου όταν με πλησίασε ο Μισέλ. Ο Μισέλ αδύνατος πολύ άλλα και πολύ γυμνασμένος και το έβλεπες στα γυμνά του μπράτσα, με τεράστια μαύρα μάτια, σορτσάκι αυτά τα μπασκετικά τα μακριά κάτω από το γόνατο, κάποτε κόκκινο τώρα χαμένο στη βρώμα, ένα μπλουζάκι πράσινο παραλλαγής κοντομάνικο και ένα καλογυαλισμένο καλάσνικωφ μπροστά του στο μισό του μέγεθος και σαγιονάρες.

«Αμερικανικό;» με ρωτάει δείχνοντας το τσιγάρο μου, «όχι, αγγλικό.» Η απάντηση τον ξάφνιασε γιατί μάλλον είχε συνδέσει τους ξένους με τα Marlboro που σημαντικό, είναι και νόμισμα σε πολλές περιοχές της εμπόλεμης Αφρικής. «Δώσε μου», του έδωσα και του το άναψα με τον αναπτήρα μου. Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά, έβγαλε τον καπνό σιγά-σιγά από μέσα του και παρατήρησε το τσιγάρο. «Σαν αμερικανικό.» Χαμογέλασα και κούνησα το κεφάλι μου.

«Έχεις άλλο;» του έδωσα το πακέτο που είχα στην τσέπη μου, είχα κι άλλα στην τσάντα μου και ταυτόχρονα τον παρατηρούσα. Κοίταξε πρώτα προσεκτικά γύρω του και υστέρα με μια γρήγορη κίνηση πηρέ το πακέτο και με την ίδια ταχύτητα το έβαλε στην τσέπη του σορτς. Καπνίζαμε σιωπηλοί όταν πέρασε από μπροστά μας η μια από τις δυο κοπέλες – όχι μεγαλύτερη από δεκάξι άλλα δεν μπορώ και να είμαι σίγουρος με τη ζωή που ζουν αυτά τα παιδιά – που είχα δει στο μικρό καταυλισμό. «Αυτήν την φτιάχνω κάθε βράδυ» μου είπε το μικρό τσακάλι κορδωμένος και κάνοντας ταυτόχρονα μια ενδεικτική κίνηση με το δάχτυλο του ενός χεριού να μπαινοβγαίνει σε ένα κύκλο που είχε σχηματίσει με τα δυο δάχτυλα του άλλου χεριού. Χαμογέλασα αλλά την ίδια στιγμή μάλλον από νευρικότητα και βάζοντας τον αναπτήρα στην τσέπη μου έβγαλα τα κλειδιά και άρχισα να παίζω μαζί τους. Αυτό που είχα ξεχάσει ήταν ότι τα κλειδιά μου τα είχα σε ένα κρίκο με ένα μικρό Μπόμπι – τον Εγγλέζο αστυνόμο με το αστείο καπέλο – που είχα πάρει πριν από λίγο καιρό από κάτι τουριστικά στο Λονδίνο. Ο Μισέλ τρελάθηκε με το που τον είδε. «Θέλω» είπε και η φωνή του δεν έπαιρνε άρνηση, ακόμα και το καλάσνικωφ ξαφνικά κινήθηκε μπροστά του. Έβγαλα το μικρό Μπόμπι από τον κρίκο και του τον έδωσα. Και τότε άνοιξε μια πόρτα στα μάτια του και ο ψυχασθενής δολοφόνος με το καλάσνικωφ εξαφανίστηκε και στη θέση του εμφανίστηκε ένα παιδί που πέταξε το τσιγάρο, κάθισε οκλαδόν μπροστά μου κι …άρχισε να παίζει με το στρατιωτάκι. Τελείως σουρεαλιστικό, ένα πραγματικό παιδί στρατιώτης, που κατά πάσα πιθανότητα είχε σκοτώσει και σίγουρα ήξερε να χειρίζεται ένα όπλο, ήταν μπροστά στα πόδια μου στην άμμο κι έκανε ένα παιχνίδι ότι περπατούσε, ότι έδινε διαταγές, ότι πηδούσε εμπόδια και πέρναγε μικρούς λόφους.

Την ίδια στιγμή έτυχε να μας πλησιάσει ο οδηγός που μας είπε ότι έπρεπε να περιμένουμε ένα δίωρο γιατί υπήρχαν κάτι μπλόκα μπροστά μας κι ότι ο αρχηγός της ομάδας μας πρόσφερε τσάι αν θέλαμε. Θέλαμε δεν θέλαμε το ήπιαμε και ο Μισέλ πάντα δίπλα μου με τον Μπόμπι στην τσέπη του, κρυμμένο δίπλα στα εγγλέζικα τσιγάρα. Οι δυο ώρες τελικά αποδείχτηκαν κοντά στο πεντάωρο, η υποκειμενικότητα του χρόνου όταν ζεις σε τέτοιους παράλληλους με την «πραγματικότητα» κόσμους. Αλλά σε όλο αυτό το διάστημα είχα την ευκαιρία να μιλήσω με τον Μισέλ. Όχι τίποτα από αυτά που πιθανώς φαντάζεστε. Όχι το πώς έφτασε εκεί, αν θυμάται τους γονείς του ή πόσους έχει σκοτώσει. Ξέρετε όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία όταν είσαι εκεί, αυτά ανήκουν στις φωτογραφίες και τα λάικ από τον καναπέ. Όταν είσαι εκεί, όταν έχεις έναν Μισέλ με ένα καλάσνικωφ μόνιμα ζωσμένο μιλάς για άλλα πράγματα. Μιλάς για το χωράφι που θέλει να αγοράσει, για τα ζώα που θα πάρει και τους εργάτες που θα έχει. Τον έκανα να προβληματιστεί κάποια στιγμή όταν το ρώτησα πόσο θα τους πληρώνει. Φαντάζομαι με τις εικόνες που είχε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι οι εργάτες πληρώνονται, άλλα το ξεπέρασε με ένα απλό κούνημα του κεφαλιού. Μετά μου είπε ότι θέλει να κάνει πέντε παιδιά άλλα δεν ήξερε γιατί πέντε κι όχι έξι. Και μετά μου είπε ότι η γυναίκα του θα είναι πολεμίστρια και τα παιδιά τους θα τα εκπαιδεύσουν να είναι πολεμιστές. Αγρότες πολεμιστές. Καταλήξαμε με τον Μισέλ να μου περιγράφει πώς να αποφεύγω τις νάρκες όταν είμαι μέσα σε ναρκοπέδιο. Μετά φύγαμε και ο Μισέλ έμεινε πίσω παρέα με τον Μπόμπι για να θυμίζει σε έναν άδικο …θεό ότι ήταν παιδί.

Έτσι λοιπόν για την ημέρα της ερυθράς χειρός και κάθε μέρα, θα ήθελα να ρίξω μια ερυθρά μούτζα σε όλα αυτά τα σιχάματα που είπαν όχι σε όλους τους Μισέλ από τη Συρία όταν ήθελαν να γίνουν για λίγο παιδιά, να πάνε …σχολείο!!! Αν είναι δυνατόν, το σκέφτομαι και τρελαίνομαι. Να πάνε σχολείο ήθελαν!!! Αλλά βέβαια οι λέξεις Χρυσαυγήτικο μυαλό και μόρφωση δεν καταλαβαίνονται!

Advertisements

3 σκέψεις σχετικά με το “Τα παιδιά με τα κόκκινα ματωμένα χέρια

  1. Μακάρι να διαβαστεί από πολλούς…. είχα την τύχη να βρεθώ κι εγώ στο Σουδάν, αλλά ομολογώ ότι οι δικές μου εμπειρίες ήταν καλομαθημένα παιδιά σε σχέση με αυτά που διάβασα

    Μου αρέσει!

    1. Η κατάσταση στου ανατολικό Σουδάν και δει το νοτιοανατολικό δεν έχει καμία απολύτως σχέση με αυτό που συμβαίνει και συνέβαινε στο δυτικό μέρος της χώρας. Κάτι παρόμοιο ισχύει και με την Νότια και Βόρεια Σομαλία ή στην Υεμένη και τη Νιγηρία που επίσης γίνονται φρικαλεότητες σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι της χώρας. Ακόμα και στο σημερινό Αφγανιστάν και το Ιράκ υπάρχουν περιοχές που η ζωή κυλάει σε ρυθμούς πέρα του κανονικού. Συν να προσθέσω ότι οι δικές μου εμπειρίες είναι από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 – αρχές ’90, όταν ο εμφύλιος βρισκόταν στη δεύτερη ακμή του.

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s