Μια μυτούλα ζάχαρη

Η Ζαχαρούλα είναι από ένα χωριό της πολύ βορείου Ελλάδος που μου έχει πει μεν το όνομα, αλλά που ποτέ δεν κατάφερε να αποτυπωθεί στο μυαλό μου. Είναι μια εύσωμη κοντούλα γυναίκα στα πενήντα- κοντά στα εξήντα, με μπράτσα οικοδόμου και μάτια κατάμαυρα που ποτέ δεν σταματάνε να ελέγχουν τα πάντα γύρω της. Τώρα πώς η Ζαχαρούλα έφτασε από το χωριό με το όνομα που δεν μπορώ ποτέ να θυμηθώ στην Αθήνα και πώς κατέληξε σε μένα να καθαρίζει δυο δωμάτια, τραπεζαρία, χολ και κουζίνα; Άγνωστο. Μάλλον, το μόνο γνωστό είναι το τελευταίο, μου την σύστησε η σπιτονοικοκυρά μου λέγοντάς μου ποσό καθαρή είναι και ότι μένει και στη γειτονιά.

Έτσι κάθε Πέμπτη η Ζαχαρούλα περνάει το πρωινό της στο σπίτι μου. Τις ώρες που εγώ είμαι στη δουλειά. Η Ζαχαρούλα σκουπίζει, σφουγγαρίζει, ξεσκονίζει, αλλάζει στρωσίδια και σιδερώνει. Αν δεν υπήρχε η Ζαχαρούλα, εγώ δεν θα φόραγα ποτέ σιδερωμένο πουκάμισο. Αυτό είναι γεγονός. Με τα υπόλοιπα τα καταφέρνω και μόνος μου αλλά με το σίδερο έχω πολύ πρόβλημα. Υπάρχει κάποιο πρόβλημα συνεννόησης με αυτή τη συσκευή, ειδικά όταν πρόκειται να συναντηθούμε σε πουκάμισο. Εκεί πια δεν υπάρχει καμία απολύτως συνεννόηση. Έτσι κι όλα τα άλλα να μην έκανε η Ζαχαρούλα, μόνο ότι μου σιδερώνει τα πουκάμισα για μένα είναι όχι απλά βοήθεια, αλλά λύτρωση.

Την Ζαχαρούλα την βλέπω πολύ σπάνια, γιατί οι Πέμπτες είναι και οι μέρες που συνήθως αργώ, έτσι η μονή μας επαφή είναι ένα σημείωμα στο τραπεζάκι του τηλεφώνου που απλά της λέω ευχαριστώ με κεφαλαία γράμματα και εσωκλείω τα λεφτά για τη δουλειά της. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου έχει ζητήσει να την πληρώνω κάθε φορά κι όχι στο τέλος του μήνα για παράδειγμα. Ούτε γι’ αυτό την έχω ρωτήσει ποτέ.

Έτσι Πέμπτη την Πέμπτη φτάσαμε τα τρία χρόνια σε μια σχέση απόλυτα αρμονική, με όλα τα πουκάμισά μου καλοσιδερωμένα στη ντουλάπα, σεντόνια και κουβέρτες καλοτακτοποιημένα και όλα μου τα μπλουζάκια καλοδιπλωμένα στα συρτάρια. Πέρσι, για πρώτη φορά, είχα την ευκαιρία σε μια περίοδο που είχα άδεια να γνωρίσω και πέραν της πρώτης μισής ώρας τη Ζαχαρούλα. Βλέπετε, έτυχε να είμαι σπίτι εκείνη τη μέρα.

Ovi_greece_0217_031a.gifΓια να μην μπλέκω στα πόδια της, της είπα ότι θα πήγαινα για καφέ έξω και θα έκανα και κάποιες δουλειές και είχα σκοπό να γυρίσω το μεσημεράκι λίγο πριν από την συνηθισμένη της ώρα που φεύγει. Η Ζαχαρούλα επαναστάτησε, «πού θα πάτε κύριε Νάσο να πιείτε καφέ τώρα; Φτιάχνουν καφέ στον καφενέ; Ρεβίθι είναι. Θα σας φτιάξω εγώ καφέ, καθίστε.» Και κάθισα και της είπα ότι τον πίνω σκέτο. Μαύρο! Κούνησε το κεφάλι της και έβαλε το μπρίκι στο μάτι. Εγώ πήγα στο δωμάτιο που χρησιμοποιώ σαν γραφείο. Το δεύτερο υπνοδωμάτιο είναι, ένας χώρος σαν κουτί, ίσα που να χωράει ένα κρεβάτι, αλλά εγώ έβαλα το γραφείο μου και μια μεταλλική βιβλιοθήκη και από τότε το αποκαλώ …το γραφείο μου.

Και με τρέλανε η μυρωδιά. Έχω και μια ευαισθησία στον ελληνικό καφέ αλλά αυτό ήταν το κάτι άλλο. Από την κουζίνα μέχρι το γραφείο μου, άντε δεκαπέντε βήματα κι εγώ ήμουν έτοιμος να σηκωθώ και με τη μύτη μπροστά να τρέξω στην κουζίνα. Δεν χρειάστηκε ευτυχώς, γιατί αμέσως εμφανίστηκε στην πόρτα η Ζαχαρούλα με δισκάκι – μπα, είχα δισκάκι και δεν το ήξερα; – και φλιτζάνι μεγάλο, γεμάτο άρωμα καφέ βραζιλιάνικου.

Έκλεισα τα μάτια, πήρα βαθιά ανάσα και μετά γουλιά.

Όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου, η Ζαχαρούλα ήταν ακόμα εκεί στο κούφωμα της πόρτας να με παρατηρεί με χαμόγελο.

«Καλός κύριε Νάσο;»
«Αστειεύεσαι βρε Ζαχαρούλα; Εδώ σκέφτομαι να σε πληρώνω να έρχεσαι να μου φτιάχνεις καφέ κάθε πρωί.» Χαμογέλασε η Ζαχαρούλα πονηρά.
«Είναι το μυστικό κύριε Νάσο.»
«Πες το εδώ και τώρα Ζαχαρούλα.»
«Όταν ένας άντρας λέει ότι θέλει τον καφέ του σκέτο, να βάζεις μια μυτούλα, έτσι λίγο στην άκρη του κουταλιού ζάχαρη. Αυτό είναι το μυστικό.»

Κοίταξα όλο περιέργεια την κούπα και τράβηξα δεύτερη γουλιά.

«Μια μυτούλα ζάχαρη…» μουρμούρισα στην τρίτη γουλιά με τη Ζαχαρούλα στην ίδια θέση χαμογελαστή.
«Μια μυτούλα ζάχαρη.» Επιβεβαίωσε και η Ζαχαρούλα.

Μετά από λίγο έφυγα, έκανα τις δουλειές μου και πραγματικά το μεσημεράκι κι αφού πήρα και μερικά πράγματα από το σουπερμάρκετ, γύρισα στο σπίτι και βρήκα τη Ζαχαρούλα στη σιδερώστρα να σιδερώνει πουκάμισα.

«Κύριε Νάσο, συγνώμη που το λέω, για καλό το λέω, αλλά δεν πρέπει να ζείτε μόνος σας.» Τώρα εγώ ήμουν χαλαρός λόγω διακοπών και κεφάτος, μιας και μόλις είχα γυρίσει από του Βερόπουλου, οπότε το πήρα ελαφρά τη καρδία κι απλά κούνησα το κεφάλι μου.

«Όλα με τη σειρά τους Ζαχαρούλα.»
«Πρέπει να παντρευτείτε κύριε Νάσο, να βρείτε μια καλή κοπέλα …»
«Ασ’ το Ζαχαρούλα, το γάμο τον δοκίμασα αλλά μου βγήκε πολύ πικρός!» Την έκοψα με δόση σαρκασμού και αυτοσαρκασμού.
«Ίσως γιατί δεν είχε στη μυτούλα λίγη ζάχαρη, κύριε Νάσο!»

Δεν είπα τίποτα!

Θόδωρος Νάσος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s