Ένας υπάλληλος του δήμου το 1996

Ο ουρανός ήταν γαλανός με κάποια σύννεφα πού και πού. Το τοπίο χαραγμένο λες απ’ τη σμίλη κάποιου χαράκτη με ανησυχίες  υπαρξιακής φύσης. Σ’ ένα ξέφωτο του πλαϊνού δάσους λερωμένο με πολλά σκουπίδια ένα σώμα βρίσκονταν γερμένο στο χώμα, αποκοιμισμένο για τα καλά, ροχάλιζε μακαρίως με προσκεφάλι μια σακούλα σκουπιδιών που μέσα στον ύπνο της γύρισε να τον δαγκώσει. Ξύπνησε ξαφνιασμένος κι αναρωτιόταν πού βρισκόταν όταν ξαφνικά το ξέφωτο γέμισε ιπτάμενους καρχαρίες, που κροτάλιζαν φρικιαστικά τα γυμνά τους δόντια. Χορτασμένος απ’ το χθεσινοβραδινό του φαγητό με τη συνηθισμένη παρέα δεν έδωσε σημασία κι έτσι αυτοί έφυγαν χωρίς πρόβλημα. Όλα  αυτά μέχρι να καλοξυπνήσει και να μπορέσει να σκεφτεί ότι στην πραγματικότητα τρέφονταν με ρίζες και ήταν μόνος πια.

Ovi_greece_0217_030a.gifΗ μαύρη σακούλα είχε σταθεί ακίνητη προσποιούμενη ότι δεν συνέβη τίποτα και έπαιζε καλά το ρόλο της.

«Ταξίδι στα Κύθηρα» σκέφτηκε. «Τόση ώρα έλεγα πού την ξανάδα να παίζει». Γιατί τελικά ήταν ηθοποιός και έπαιζε στο «ταξίδι στα Κύθηρα», πεταμένη σε μια γωνιά εντελώς παραμελημένη.

«Δεν μπορεί», σκέφτηκε «έχω παραισθήσεις». Κοίταζε γύρω του. Το ξέφωτο μέσα στο δάσος ήταν θαυμάσιο. Όλα τα λουλούδια ήταν ανθισμένα και με λαμπερά χρώματα, σκεπασμένα με διάφορες σακούλες σκουπιδιών και διάφορα μπάζα!

Σηκώθηκε αργά και τεντώθηκε χτυπώντας τον αγκώνα του σ’ ένα μπουκάλι πλαστικό από δίλιτρο αναψυκτικό. Ήταν γεμάτο μ’ ένα κιτρινωπό υγρό που έβγαζε φυσαλίδες. Έπιασε με απέχθεια το μπουκάλι και το πέταξε μακριά του, γύρω στα 15 μέτρα. Τότε ακούστηκε ένα φσστ και από μέσα πετάχτηκε ένας εξαϋλωμένος άνδρας ντυμένος περίεργα. Τρόμαξε πολύ. «Παραισθήσεις»   ξανασκέφτηκε .Ο περίεργα ντυμένος άντρας κινήθηκε προς το μέρος του.

«Τι μου θυμίζει;» αναρωτήθηκε αφού το πρώτο ξάφνισμα του είχε περάσει,

«Τι μου θυμίζει;»

-Γεια σας, είπε ο άγνωστος, που στο μεταξύ είχε πλησιάσει κοντά.

-Μα τι είστε εσείς; Από πού βγήκατε, πού ξεφυτρώσατε θέλω να πω.

-Είμαι υπάλληλος του δήμου.

-Μάλιστα, γι ‘αυτό έλεγα ότι μου θυμίζετε κάτι. Η στολή δηλαδή…

-Είμαι υπάλληλος του δήμου και λέγομαι Μιλτιάδης Πιπιλής. Είμαι απόγονος ευγενών υπαλλήλων του δήμου, έχω δε τρία χρόνια για να  βγω στη σύνταξη.

-Και τι κάνεις μέσα στο  μπουκάλι;

-Με κλείσανε με τις φασαρίες οι της αντιπολίτευσης και μου κάνανε μάγια. Έπρεπε να βρεθεί κάποιος καλός άνθρωπος σαν εσένα για να μ’ ελευθερώσει.

-Τζίνι σε υπάλληλο του δήμου πρώτη φορά βλέπω. Και πότε σε κλείσανε εκεί μέσα, βρε άνθρωπε;

-22 Μαρτίου.

-Μα σήμερα έχουμε 20 Μαρτίου. Έχεις εκεί μέσα ένα χρόνο;

-Με κλείσανε στις 22 Μαρτίου του 1987.

-Μα τι λες εκεί. Φέτος έχουμε 1996!

-Το ξέρω, κρατούσα φυσαλίδες για  να μη χάνω τις μέρες. 3235 περίπου φυσαλίδες. Κόντεψα να γίνω γκαζόζα.

-Και τώρα τι θα κάνεις;

-Θα ανακαταλάβω  τη θέση μου.

-Ποια θέση σου, τώρα πια δεν υπάρχει ούτε δήμος ούτε τίποτα.

-Γιατί, τι έγινε;

-Δεν ξέρω καν αν υπάρχουν άλλοι εκτός από μας.

-Μα τι συνέβη;

-Εσύ είσαι τυχερός, δεν το έζησες. Ήσουν κλεισμένος εκεί μέσα κι’ ήσουν ευτυχισμένος στη δυστυχία σου.

-Θα μου πεις τι έγινε;

-Τι να γίνει, ως συνήθως παρεξήγηση. Μια παρεξήγηση που στοίχισε την καταστροφή των πάντων.

-Δηλαδή δεν υπάρχει ούτε ο δήμαρχος πλέον;

-Καλά εσύ στον κόσμο σου είσαι, αφού σου λέω ότι δεν υπάρχει τίποτα πλέον κι εσύ μου μιλάς για δημάρχους και πράσινα άλογα;

-Τι ωραία! Θα γίνω δήμαρχος στη θέση του δημάρχου.

Ο απελπισμένος πολίτης, ίσως ο μόνος εναπομένων πάνω στη γη, έπιασε με τα χέρια του το κεφάλι.

Ο υπάλληλος του  δήμου Μιλτιάδης, κοίταζε τριγύρω με περιέργεια. Ξαφνικά,  από το βάθος του δάσους ακούστηκε μια  πνιγμένη βοή. Ο πολίτης σήκωσε απότομα το κεφάλι του.

-Το φοβόμουν, είπε, γι ‘αυτό κι έκανα αυτό το ταξίδι μέχρι εδώ. ΑΥΤΟΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ. ΤΕΛΙΚΑ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΟΝΟΙ.

-Αυτοί; Ποιοι αυτοί; ρώτησε ο Μιλτιάδης.

-Πάμε γρήγορα. Πάμε σου λέω.

Ο πολίτης τράβηξε απ’ το χέρι τον υπάλληλο που ακλούθησε απορημένος.

Το δάσος ήταν μισοκαμένο αλλά πρώην πυκνό. Κάποια καινούργια λουλούδια είχαν δειλά ξεμυτίσει και προσπαθούσαν να «κολυμπήσουν» πάνω στα μπάζα.

Ο Μιλτιάδης με τον ρακένδυτο πολίτη έτρεχαν-έτρεχαν ώσπου ο θόρυβος ήταν απόμακρος πια.

-Ας σταματήσουμε για λίγο, είπε ο Μιλτιάδης, κουράστηκα. Μετά από τόσα χρόνια στο μπουκάλι αισθάνομαι πιασμένος.

Ο πολίτης γύρισε και τον κοίταξε.

-Τέλος πάντων, είπε, για λίγο όμως.

-Ναι, εντάξει. Άλλωστε έχουμε και τις τρεις ευχές.

-Ποιες ευχές;

-Αυτές που έχουν όλα τα πνεύματα να προσφέρουν στους απελευθερωτές τους.

-Μπα; Κι εσύ έχεις ιδιότητες πνεύματος τώρα;

-Μετά από  εννιά χρόνια στο λυχνάρι ή έστω στο μπουκάλι γίνεσαι πνεύμα.

-Και τι ευχές μπορείς να πραγματοποιήσεις;

-Πολλές. Αρκεί να μου τις ζητήσεις.

-Διαφορετικά;

-Διαφορετικά δεν μπορώ να κάνω τίποτα.

-Ωραία, κάτσε να σκεφτώ λίγο… Ναι, η πρώτη ευχή είναι…

Εκείνη τη στιγμή ένας τεράστιος όγκος άνοιξε τη φυλλωσιά πίσω απ ‘τον Μιλτιάδη. Ήταν κάτι μεταξύ ανθρώπου και τέρατος.

-ΑΥΤΟΙ! Είπε ο πολίτης.

-Ποιοι; ρώτησε ο Μιλτιάδης που δεν έβλεπε το «όν».

-Η πρώτη ευχή, συνέχισε με ένταση σαν να είχε μόλις ξυπνήσει ο πολίτης, είναι να βρεθούμε 50 χιλιόμετρα νότια από δω. ΤΩΡΑ ΑΜΕΣΩΣ.

-Έγινε, είπε ο Μιλτιάδης.

Ακούστηκε ένα φσσστ και δημιουργήθηκε μια μεγάλη λάμψη. Οι δύο  άντρες βρέθηκαν σ’ ένα γυμνό  τοπίο εντελώς διαφορετικό απ’ το προηγούμενο.

-Είδες; είπε  ο Μιλτιάδης. Ο πολίτης κοίταξε γύρω του έκπληκτος.

-Ήταν αλήθεια, είπε στο τέλος. Όμως πού βρισκόμαστε ακριβώς;

-Πού ήμασταν όταν έκανες την ευχή;

-Κάπου στην Αθήνα, στο δάσος του Χαϊδαρίου.

-Ε τότε… πού; Στο Χαϊδάρι;… Πώς βρέθηκα εκεί; εμένα με πέταξαν στη χωματερή της Αθήνας.

-Είσαι τυχερός που έφτασες ακόμη κι εκεί, μετά από τέτοια καταστροφή. Αναρωτιέμαι πώς άντεξε το μπουκάλι.

-Μπα! Αυτά τα μπουκάλια δεν καταστρέφονται με τίποτα, εκτός από τη φωτιά. Αλλά αφού ήμασταν στο Χαϊδάρι… Τώρα 50 χιλιόμετρα νότια πρέπει να ήμαστε και πάλι κάπου στην Αθήνα κοντά.

-Δίκιο έχεις. Πόσες ευχές είπες πώς μπορώ να κάνω;

-Είπαμε τρεις.

-Μπορείς να με φέρεις πίσω μια μέρα πριν την έναρξη του Γ’ παγκοσμίου πολέμου το 1994;

-Ταξίδια στο χρόνο δεν επιτρέπονται, δυστυχώς.

-Κρίμα. Θα σκεφτώ άλλη ευχή. Μμμμμ… Α! Ναι… Ο πολίτης έπιασε απ’ το χέρι τον υπάλληλο του δήμου.

-Θέλω… του είπε.

Και τότε ένα βουητό παρόμοιο με εκείνο  που τους είχε αναγκάσει να τρέξουν  και την πρώτη φορά, ακούστηκε πολύ κοντά.

-ΑΥΤΟΙ! Είπε ο πολίτης. ΠΑΜΕ ΓΡΗΓΟΡΑ!

Σηκώθηκαν. Τη  στιγμή που άρχισαν να τρέχουν, ο πολίτης έγειρε επικίνδυνα και σωριάστηκε κάτω απ’ το κρεβάτι του.

-Κώστα, τι έχεις και στριφογυρνάς έτσι; Πάλι σε πείραξε η ταβέρνα χθες βράδυ;

-Δεν είναι τίποτα Σοφία, κοιμήσου.

Ο Κώστας ανακάθισε χαμογελώντας στο πάτωμα. Σηκώθηκε αργά.

-Πού πας; ρώτησε πάλι η Σοφία.

-Στην κουζίνα, κοιμήσου σου λέω.

Μπήκε στην κουζίνα και άναψε το φως. Το ρολόι έδειχνε 4.

Η Σοφία είχε έρθει από  πίσω του.

-Τι έγινε; Τι έπαθες;

-Τίποτα. Γιατί σηκώθηκες;

-Μα πρώτη φορά πέφτεις απ ‘το  κρεβάτι. Τι είναι;

-Τίποτα… Να, ένα όνειρο.

Η Σοφία κάθισε σ’ ένα  κάθισμα δίπλα του.

-Για πες μου.

-Ένα όνειρο επιστημονικής φαντασίας μπορώ να πω. Γέλασε…

-Πες το μου, το θυμάσαι;

-Μα ναι!

Σηκώθηκε. Άνοιξε το ψυγείο.

-Θα πιω μια κόλα, είπε.

Άπλωσε το χέρι του προς το μπουκάλι.

Το ξέφωτο ήταν ήσυχο πάντα. Το χέρι του είχε ήδη πιάσει το μπουκάλι που ήταν δίλιτρο. Ξύπνησε απότομα. Η σακούλα που είχε για μαξιλάρι κόλλησε λίγο. Ήταν εκείνη η σακούλα των σκουπιδιών. Το δεξί του χέρι κρατούσε σφικτά το μπουκάλι… Το κοίταξε καλά. Είχε ξυπνήσει εντελώς. Το μπουκάλι ήταν γεμάτο μ’ ένα κιτρινωπό υγρό που έβγαζε φυσαλίδες. Πήγε να το πετάξει μακριά του αηδιασμένος. Όμως δεν το έκανε. Το ακούμπησε απαλά  δίπλα του, αφουγκράστηκε για λίγο και μετά σηκώθηκε αργά. Εγκατέλειψε το ξέφωτο και σε λίγο χανόταν στο βάθος του ορίζοντα ανάμεσα σε κάποια μισοκαμένα ερείπια που άχνιζαν κάνοντας το τοπίο να φαντάζει διαστημικό.

-Τι κρίμα, σκεφτόταν, τώρα τι μπορείς να ευχηθείς; Να βγαίνουν ή να μη βγαίνουν αληθινά τα όνειρα…;

Γιώργος Καλατζής

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s