Μόνες στο σκοτάδι των 50

Η Ελένη και η Γεωργία είναι δυο αδερφές που έχουν περάσει τα 50 τους χρόνια. Συναντιούνται τις Κυριακές σε μια μικρή πλατεία στο κέντρο της πόλης, για να περπατήσουν, να τα πουν και να πιούνε καφέ σε κάποιο από τα πολλά μαγαζιά που βρίσκονται σε κάθε γωνιά. Η Ελένη ζει μαζί με τη μητέρα τους τα τελευταία 4 χρόνια, σε μια μικρή γκαρσονιέρα λιγότερο από 30 τμ. Όταν είπε πως μετακόμισε, εννοούσε πως έβαλε μια πολυθρόνα που γίνεται μονό κρεβάτι, δίπλα από τον καναπέ που χρησιμοποιεί η ηλικιωμένη μητέρα της ως κρεβάτι, κι αυτό ήταν όλο. Η Ελένη παντρεύτηκε πολύ νέα, τον άνθρωπο που της πουλούσε ένα λιπαρό κομμάτι πίτσα κάθε απόγευμα Σαββάτου που περνούσε με τις φίλες της από μια μικρή πιτσαρία πριν καταλήξουν στο σινεμά, κι αμέσως άρχισε να δουλεύει μαζί του.

Ovi_greece_0217_024a.gif«Ποτέ δε σκέφτηκα πως ήμουν υπάλληλος», λέει. «Ήταν η οικογενειακή μας επιχείρηση, δική μου επιχείρηση. Ποτέ μου δεν είχα μισθό, δώρα ή έστω ένα ρεπό ή διακοπές, όμως ζούσαμε όλοι από εκείνο το μικρό μαγαζί, και ποτέ δεν είχα σκεφτεί πραγματικά το μέλλον. Τώρα τα ζευγάρια υπογράφουν προγαμιαία συμβόλαια, ή τουλάχιστον αυτό δείχνουν στις αμερικάνικες ταινίες, όμως ποιος πραγματικά σκέφτεται κάτι τέτοιο όταν ετοιμάζεται να παντρευτεί τον άνθρωπό του και να ζήσει μαζί του όλη του τη ζωή;»

Ο σύζυγος της Ελένης ζήτησε διαζύγιο μια μέρα, 4 χρόνια πριν. Προφανώς γνώρισε μια νεότερη γυναίκα, που ίσως να της σέρβιρε πίτσα τα Σαββατόβραδα, πάντως η Ελένη ξαφνικά στα 48 της χρόνια βρέθηκε χωρισμένη, άνεργη και πρακτικά άστεγη, αφού το διαμέρισμα πάνω από τη μικρή πιτσαρία ανήκει στον πρώην σύζυγό της. Αναγκάστηκε να μείνει με τη μητέρα της, και δεν μπορεί ακόμα να βρει οποιαδήποτε εργασία.

«Είναι άδικο. Απλά άδικο. Ποτέ μου δε σταμάτησα να δουλεύω, ούτε μια μέρα. Δε μεγάλωσα τα παιδιά μου. Μπήκα με όλες μου τις δυνάμεις σε κείνο το μαγαζί, δούλευα ατέλειωτες ώρες και μετά στο σπίτι, και τώρα κοίτα με. Ποιος θα με προσλάβει και πού; Το μόνο που έμαθα να κάνω τόσα χρόνια, είναι να ψήνω πίτσες και να χτυπάω την ταμειακή.»

Η αδερφή της κουνάει το κεφάλι της και χαμηλώνει τα μάτια. Η Γεωργία είναι 54 ετών. Αστειεύεται λέγοντας πως έκανε πολύ νωρίς το καθήκον της ως σύζυγος και ως μητέρα, κάνοντας το γιο της μόλις στα δεκάξι της. Ώσπου να φτάσει στα 35, είχε …απελευθερωθεί. «Κατά κάποιον τρόπο είμαι από τις τυχερές. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο δύσκολο είναι να μεγαλώνεις παιδί όταν είσαι κι εσύ ο ίδιος παιδί, όμως αν έπρεπε τώρα να μεγαλώσω και να σπουδάσω το γιο μου, απλά δε θα μπορούσα με τίποτα.»

Η Γεωργία υπήρξε ελεύθερη επαγγελματίας όλη της τη ζωή, ανοίγοντας και κλείνοντας μικρές συνοικιακές επιχειρήσεις. Το τελευταίο της κατάστημα, ένα μικρό γωνιακό μαγαζί με παπούτσια σ’ έναν δρόμο που σχεδόν πια έχει ερημώσει, έχει πάψει εδώ και μερικά χρόνια να της επιτρέπει έστω να ζει αξιοπρεπώς. Τα χρήματα που βγάζει από τις ελάχιστες πωλήσεις που κάνει, πηγαίνουν όλα στους προμηθευτές της, στα δύο ενοίκια (του καταστήματος και του σπιτιού της), στους μηνιαίους λογαριασμούς του ρεύματος, τηλεφώνου, νερού και στην εφορία. Για να ζει, μοιράζεται με την αδερφή της και τη μητέρα της τη μικρή της σύνταξη.

Ξέρει πως είτε κρατάει ανοιχτό το μικρό της μαγαζί είτε το κλείσει, δεν έχει καμία διαφορά πια. Ίσως να ήταν και καλύτερα να το κλείσει, για να μη συσσωρεύονται χρέη που ποτέ μάλλον δε θα καταφέρει να ξεπληρώσει. Όμως δεν το κάνει. Δεν το κάνει γιατί δεν έχει τίποτε άλλο που να μπορεί να κάνει στα 54 της χρόνια. Δεν το κάνει γιατί μετά θα πρέπει να κλειστεί στο σπίτι της και δε θα έχει έστω κάτι να απασχολείται και να κοροϊδεύει τον εαυτό της πως εργάζεται, πως προσφέρει ακόμα. Αλλά κι αυτό το σπίτι που νοικιάζει, πώς θα το πληρώσει μετά;

Τις ατέλειωτες μέρες στη δουλειά, τηλεφωνεί σε αγγελίες για να βρει μια εργασία και ίσως να αποφάσιζε να φύγει ένα βράδυ από το μικρό της μαγαζί και να μην ξαναγυρίσει. Όμως από παντού εισπράττει μόνο απορρίψεις, τη στιγμή που λέει την ηλικία της, κι αυτή η ερώτηση είναι μόλις η δεύτερη που της κάνουν. Η πρώτη είναι αν έχει ανάλογη εμπειρία.

«Είναι τόσα πολλά τα καθημερινά έξοδα που δεν τους δίνεις απολύτως καμιά σημασία, μέχρι να φτάσεις σε σημείο που δεν μπορείς πια να τα πληρώσεις», λέει και χαμογελάει, δείχνοντάς μου ένα χαλασμένο δόντι που μάλλον θα πονάει αρκετά. «Μια επίσκεψη στον οδοντίατρο θα μπορούσε να μου κοστίσει από 40 μέχρι και 200 ευρώ, ανάλογα με το τι τελικά θα χρειαστεί. Αλλά αυτό είναι μόνο ένα από όσα δεν μπορώ πια να πληρώσω. Υπάρχουν κι άλλα, κάποια λιγότερο, κάποια περισσότερο σημαντικά, ίσως σημαντικά για την ψυχολογία μου, πάντως δεν μπορώ να τα έχω πια. Ακόμα κι ένας καφές στο κέντρο της πόλης μια Κυριακή πρωί είναι πολυτέλεια που δεν έχω πλέον. Ακόμα και αυτό το πληρώνει η σύνταξη.»

Το μόνο που έχουν και οι δυο τους, είναι η μία την άλλη. «Ούτε φίλους μπορείς να κρατήσεις όταν είσαι σε μια κατάσταση σαν τη δική μας. Όταν δεν μπορείς ποτέ να τους συναντήσεις, όταν δεν έχεις τίποτα πια να πεις εκτός από τα χρέη και τη δουλειά που δεν έχεις, σιγά-σιγά χάνεσαι», λέει η Ελένη και η Γεωργία συμπληρώνει: «Δεν έχω να κόψω από πουθενά αλλού πια. Μπορώ να περάσω μια ολόκληρη εβδομάδα με μόνο 30 ευρώ και να ψωνίζω από τις προσφορές, ή να τρώω συνέχεια ζυμαρικά και όσπρια που είναι φθηνά. Αλλά πόσο καιρό μπορώ να το κάνω αυτό και να παραμείνω υγιής;»

Σύμφωνα με τις Στατιστικές Απασχόλησης, Τα ποσοστά απασχόλησης των γυναικών και των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας είναι γενικώς χαμηλότερα. Το 2014, το ποσοστό απασχόλησης για τους άνδρες ήταν 70,1 % στην ΕΕ-28, σε σύγκριση με 59,6 % για τις γυναίκες. Τα ποσοστά απασχόλησης των ανδρών ήταν σαφώς υψηλότερα από τα ποσοστά απασχόλησης των γυναικών σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ-28 το 2014

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Μόνες στο σκοτάδι των 50

  1. Να το αφιερώσουμε σ’ όλους τους πολιτικούς των τελευταίων 43 χρόνων. Στους φιλελεύθερους με την περίφημη θεωρία της …αυτορύθμισης της αγοράς, στους …επαγγελματίες «κεντρώους» των ίσων αποστάσεων, στους άλλους επαγγελματίες, τους αριστερούς με τη …βούλα, που περιμένουν τους ανθρώπους να ωριμάσουν και να …καταλάβουν το καλό τους. Πρέπει να τους πετάξουμε όλους, συμπούρμπουλους στα άχρηστα γιατί δεν παίζουν πια κανένα ρόλο στη σημερινή κοινωνία όπως είναι διαμορφωμένη.
    Α, να μην το ξεχάσω.
    Αφιερωμένο και σ’ αυτούς που ξελαρυγκιάζονται φωνάζοντας εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ και ότι τα έχει κάνει σκατά και ότι οι «άλλοι», οι παλιοί ντε που έφτασαν την κατάσταση εδώ, θα τα έκαναν καλύτερα επειδή ξέρουν καλύτερα τη «δουλειά».
    Τη μόνη δουλειά που ήξεραν λοιπόν οι «άλλοι» είναι να μοιράζουν μια πίτα. Βασικά στους δικούς τους ψηφοφόρους αλλά και λίγο στους αντιπάλους. Δεν έχουν ιδέα να κάνουν τίποτα άλλο. Μα τίποτα όμως. Και χωρίς πίτα, που δεν υπάρχει πια, μια τρύπα στο νερό θα κάνουν.
    Χωρίς φυσικά να υποστηρίζω πως ο ΣΥΡΙΖΑ τα κάνει καλά, εννοείται.

    Και όχι, το σκοτάδι δεν είναι μόνο στα 50. Είναι, δυστυχώς, σε όλες τις ηλικίες…
    «Το μόνο που έχουν και οι δυο τους, είναι η μία την άλλη. «Ούτε φίλους μπορείς να κρατήσεις όταν είσαι σε μια κατάσταση σαν τη δική μας. Όταν δεν μπορείς ποτέ να τους συναντήσεις, όταν δεν έχεις τίποτα πια να πεις εκτός από τα χρέη και τη δουλειά που δεν έχεις, σιγά-σιγά χάνεσαι»».
    Και οι δύο αδερφές έχουν η μια την άλλη. Είναι πολλοί άνθρωποι που είναι σ’ αυτήν την κατάσταση και είναι μόνοι τους…

    Η απόλυτη πίκρα. Ένα μελό που σου σκίζει το κουράγιο στα δυο. Είμαι πραγματικά συγκλονισμένος…

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s