Αν

Δυο λεύκες γυμνές απόμειναν στο δρόμο μεταξύ μας, κι είναι παράξενο, παράξενο γιατί ολόκληρος αυτός ο δρόμος τίποτε άλλο δεν έχει σημαντικό ή όμορφο, μόνο αυτές τις δύο λεύκες, που τώρα παραδόθηκαν στην παγωνιά και στέκονται σα χέρια ξυλιασμένα να κοιτάνε τον γκρίζο ουρανό μου, κι είναι κι αστείο μαζί, αστείο, γιατί όπου και να πάω αυτές οι δυο λεύκες πάντα μου δείχνουν το δρόμο για το σπίτι σου, αυτό το καινούργιο σπίτι που έφτιαξες όταν διέλυσες το δικό μου, και δεν ξέρω για πόσο θα το αντέχω αυτό ακόμα ή πόσο θα μου πάρει να μην του δίνω σημασία πια, και όλο δε θέλω να τις βλέπω έτσι που στέκονται ανήμπορες και μοιάζουν σα χέρια που ζητούν βοήθεια, ή μήπως τρελάθηκα αρκετά απ’ τη μοναξιά και όλα τα βλέπω περίεργα; Δε θέλω να τις κοιτώ μα το βλέμμα μου όλο σε κείνες γυρίζει, κι όπως το φως παίζει μαζί τους παίζουνε τάχα κι αυτές, άλλοτε μοιάζουνε χλωμές σαν το λαιμό σου, άλλοτε σα να ‘χουν νύχια που θέλουν να ξεσκίσουν την καρδιά μου, τις βλέπω στον ήλιο και στις σκιές της νύχτας, είναι πάντα ίδιες και διαφορετικές, μα είναι πάντα βέλη που οδηγούν στο σπίτι σου.

Ovi_greece_0217_014a.gifΚι αν δεν το έβλεπα στ’ αλήθεια δεν το πίστευα, δε θα το πίστευα πως όλα γύρω μου δείχνουν εσένα, μέχρι που λίγες μέρες πριν βρέθηκα στην άλλη άκρη κάπου ψηλά, κάπου σε κείνα τα δρομολόγια τα βαρετά κι αργόσυρτα, που χάνω το χρόνο μου σε ανούσιες κουβέντες και φιλίες ψεύτικες μέχρι να κάνω τη δουλειά μου γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, κι εκεί που τα μάζευα για να γυρίσω πίσω, στάθηκα λίγο να δω την πόλη από αυτή την καινούργια γωνία, κι είδα τους δρόμους μολυβιές να κόβουνε τα σπίτια, κι είδα σπιτάκια μικρά και χαμηλά να πνίγονται μέσα στα πολυόροφα, κι ένιωσα λιγάκι ελεύθερος γιατί τα έβλεπα όλα καινούργια και μακρινά κι ήταν πολύχρωμα, ήταν σαν ένας άλλος κόσμος ανεξερεύνητος, και λίγο θυμήθηκα πως υπήρξα και μικρότερος, υπήρξα δυνατότερος, και πιο έτοιμος ίσως για αλλαγές, και τώρα δεν ήξερα πια τι ήμουν, ήμουνα γέρος; Ήμουν ακόμα αδύναμος; Δεν ήξερα ποιος ήμουν κι αυτός ήταν άλλος ένας πόνος εξαιτίας σου, και σε μισούσα κι άλλο,  κάτω από εκείνον τον ουρανό τον πρωινό στο χρώμα του πάγου και τον ήλιο σαν κίτρινο γυαλί που ανέβαινε αργά και τρέχανε οι σκιές να του κρυφτούνε κι ήθελα να τρέξω κι εγώ για να προλάβω τα δάκρυα.

Μαλάκα. Είπα στον εαυτό μου και ήταν σα να το σφύριζαν τα δόντια μου. Μη διανοηθείς να κλάψεις.

Κι ύστερα τις είδα. Τις είδα τις δύο λεύκες στο δρόμο για το σπίτι σου, μισόκλεισα τα μάτια να δω καλά μα ήμουν σίγουρος και κείνο το δάκρυ που έκαιγε την άκρη του ματιού μου κατάφερε και ξέφυγε κι έτρεξε πάνω στο κράνος μου και κύλησε στο πόδι μου και χάθηκε και το ξέχασα, τις είδα, ήταν οι μόνες λεύκες σ’ ολόκληρο το δρόμο εκείνο, ήταν οι μόνες λεύκες σε όλη την περιοχή, οι μόνες κατάγυμνες και ξεφλουδισμένες και πανύψηλες, με τα κλαδιά σκελετωμένα δάχτυλα να ψάχνουν ουρανό, κι εγώ τις γνώρισα αμέσως, κι ήξερα ακόμα κι από τόσο μακριά και τόσο ψηλά το πού είσαι, κι ήξερα όσο ψηλά κι αν ανέβω κάποτε δε θα μπορούσα να σου ξεφύγω, αν έβγαζα φτερά για να πετάξω, αν γύριζα τον ουρανό και λίγο χαμήλωνα, όσο έβλεπα τις λεύκες πάντα θα ‘βρισκα το δρόμο να ‘ρθω σε σένα.

Οδηγοί σε μια αγάπη που ξέφτισε στις άκρες σα να ‘ταν από ύφασμα παλιό και που το πέταξες.

Αν.

Αν με ήθελες ακόμα.

Αντρέας Νικολαΐδης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s